Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

H έννοια της αξιοπρέπειας ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ.. βΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΈΣ

  

 Περί αξιοπρέπειας

1.

H έννοια της αξιοπρέπειας

     
ΑΦΙΕΡΩΜΑ/ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

«Υπάρχει µια βαθιά αµφισηµία σχετικά µε το νόηµα που ο Κονδύλης αποδίδει στην «ισχύ» αξιών όπως ελευθερία, ισότητα, αλληλεγγύη, αξιοπρέπεια (…) Η «ισχύς» των αξιών, όπως και των κοσµοεικόνων, είναι ζήτηµα δύναµης εκείνων που θα επιβάλλουν τη δική τους εκδοχή γύρω από τις αξίες αυτές ή άλλες (…) Οπότε ως δίκαιη ενδέχεται να κριθεί ακόµη και η σταθερή πολιτική περιφρόνηση της αξιοπρέπειας των εξουσιαζοµένων, εάν αυτό συµφέρει στην αξίωση κυριαρχίας των κρατούντων! Από λόγους του Λόγου (Vernunft), λοιπόν, επιλέγουµε να µη συνταχθούµε µε τον Π. Κονδύλη

Του Κώστα Σταμάτη*

Το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη, «Περί Αξιοπρέπειας» (εκδ. Ινδικτος, 2002), εκδόθηκε μετά τον θάνατο του ευφυούς στοχαστή. Το δοκίμιο φέρει όλα τα πάγια γνωρίσματα της σκέψης του. Προβαίνει σε ενδελεχή κατόπτευση της έννοιας της αξιοπρέπειας (dignitas) στην ιστορία των ιδεών, ήδη από την Αρχαία Ρώμη μέχρι τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και την εποχή μας. Παρακολουθεί προσεκτικά τις ιστορικο-κοινωνικές διακυμάνσεις της έννοιας, όπως αυτές διαπλέκονται με αλληλοσυγκρουόμενες αξιώσεις ισχύος, κάνοντας οξυδερκείς συσχετίσεις με τις μεταβαλλόμενες συγκυρίες εκφοράς τους.

Συγχρόνως, όμως, σ’ αυτό το γοητευτικό οδοιπορικό ξεδιπλώνεται και ο αποφασιοκρατικός νατουραλισμός του συγγραφέα, με επίκεντρο τη σημασία της αξιοπρέπειας. Το πόρισμά του είναι εξαιρετικά εύγλωττο, αλλά και αναμενόμενο για όποιον έχει εξοικειωθεί κάπως με τη σκέψη του Κονδύλη.

Το βιβλίο κλείνει ως εξής: «Παρά ταύτα η καθολική αναγνώριση της αξιοπρέπειας του ανθρώπου δεν κατάφερε να αποκτήσει σημαντική πρακτική δεσμευτικότητα. Δεν διίστανται μόνον οι απόψεις σχετικά με το περιεχόμενό της […], αλλά την επικαλούνται, στον ίδιο βαθμό, κοινωνικοπολιτικά συστήματα που βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση μεταξύ τους. Λόγω αυτής της πολλαπλής και αντιφατικής φιλοσοφικής και πολιτικής χρήσης της, η έκφραση “ανθρώπινη αξιοπρέπεια” έχει γίνει ένας κενός τόπος μεταξύ πολλών άλλων» (σ. 82).

Λίγες σελίδες νωρίτερα, μεταξύ άλλων, είχε υπομνησθεί η καταφορά του Νίτσε εναντίον της «αξιοπρέπειας του ανθρώπου». Εκφράσεις όπως αυτή εξελήφθησαν από τον Νίτσε ως καθησυχαστική ψευδαίσθηση του αστικού πολιτισμού. Αυτός ο πολιτισμός, όμως, σύμφωνα με το ερμηνευτικό σχόλιο του Κονδύλη, «ιδεολογικά στηρίζεται σε μια αισιόδοξη θεώρηση της ζωής, ενώ δεν θέλει να αντιληφθεί ότι χρειάζεται μια κατάσταση δουλείας, για να μπορέσει να υπάρξει μακροπρόθεσμα» (σ. 77).

Θα ήταν ίσως βεβιασμένο να ταυτισθεί η συγκεκριμένη οπτική γωνία του Νίτσε με εκείνη του Κονδύλη, μολονότι τις συνδέει αναμφίβολα μια έκδηλη εκλεκτική συγγένεια. Ο Κονδύλης ομιλεί εδώ –όπως πάντα, άλλωστε– ως εξωτερικός παρατηρητής της ιστορίας των ιδεών και του κοινωνικού κόσμου. Δεν λαμβάνει θέση επί του περιεχομένου των ιδεών και των επιχειρημάτων που ανταλλάσσουν διαφορετικές εμπλεκόμενες θεωρήσεις, παρότι φροντίζει να τις εκθέτει με επιμέλεια.

Ωστόσο, από εδώ ξεπηδά μια σειρά ζωηρών ενστάσεων ως προς τη φιλοσοφική διόπτρα μέσα από την οποία ο Κονδύλης προσεγγίζει οτιδήποτε. Η αποτίμηση των αλληλοσυγκρουόμενων θέσεων δεν γίνεται από αυτόν με κριτήρια εσωτερικά στο οικείο πεδίο. Λόγου χάριν, η εξέταση της «αξιοπρέπειας» από τον συγγραφέα δεν διενεργείται στο ηθικοπρακτικό πεδίο και μάλιστα με πρόθεση εποικοδομητική ως προς τη δικαιολόγηση της όποιας αξίας της. Γίνεται κάτω από εντελώς διαφορετικό πρίσμα, εξωτερικό ως προς το συζητούμενο ζήτημα, ως κριτική ιδεολογιών. Ο Κονδύλης εστιάζει εσκεμμένως στο θέμα ποιες είναι οι χρήσεις που οι άνθρωποι κάνουν γύρω από την ιδέα αυτή και τι επικαλούνται προς τούτο. Τον ενδιαφέρει πώς λειτουργούν αυτές σε αναφορά με αντιτιθέμενες σκοπιές που ενεργοποιεί η θέληση ατόμων και κοινωνικών ομάδων.

Για τον Κονδύλη η «αξιοπρέπεια του ανθρώπου» είναι ακόμη μια αξία, που είναι αδύνατον να δικαιολογηθεί αντικειμενικά. Ποιο είναι το νόημά της είναι καθαρώς θέμα υποκειμενικής βούλησης (απόφασης). Οπότε είναι ανέφικτο αυτή να προσκτήσει καθολική δεσμευτικότητα. Διότι, κατά τον Κονδύλη, οι διαμάχες περί της «αξιοπρέπειας» σε τελική ανάλυση υποδηλώνουν ασυμφιλίωτες εκλογικεύσεις («κοσμοεικόνες»), διαμεσολαβημένες από προθέσεις κατίσχυσης έναντι αντίπαλων θεωρήσεων.

Η αντίρρηση σ’ αυτό είναι ότι η διεκδίκηση αξιοπρέπειας για τα μέλη του ανθρώπινου γένους εν όλω καταντά έτσι εξίσου αδιάφορη με τη συστηματική καταπάτησή της. Εάν δεν υπάρχει κάποια δεσμευτική δίοδος, ώστε να ξεχωρίζουμε ηθικοπολιτικά το αξιοπρεπές από το αναξιοπρεπές, τότε αυτό που βαραίνει είναι το εκάστοτε ισχυρότερο συμφέρον περί αυτών. Εάν η δουλεία ή η εκμετάλλευση εμπεδώνεται από κάποια ιθύνουσα τάξη, ουδέν το εξ αντικειμένου αναξιοπρεπές εμφιλοχωρεί στην κατάσταση αυτή. Το μόνο που απομένει στους κυριαρχουμένους είναι να αντιτάξουν εν καιρώ δύναμη αντενεργό απέναντι στους καταπιεστές τους.

Ωστόσο, η φιλοσοφική στάση του Κονδύλη δεν είναι απλώς σχετικιστική. Προδίδει έναν πραξεολογικό μηδενισμό τόσο ως προς τη γνώση του κόσμου όσο και ως προς τη δράση μέσα σ’ αυτόν. Τι είναι αληθές ή αναληθές, ηθικά ορθό ή ανήθικο, δεν μπορεί να απαντηθεί με ασφάλεια ή έστω με εύλογο τρόπο. Θεωρείται ότι η γνωστική αλήθεια και η ηθική ορθότητα αποτελούν επινοήσεις των ανθρώπων λίγο-πολύ σύμμορφες με τη ζωική ενέργεια για αυτοσυντήρηση και για επιβολή επί των άλλων. Ο γνωσιοθεωρητικός σκεπτικισμός συμπλέει συνεπώς με ηθικοπρακτικό μηδενισμό. Αλλά, εάν η ηθική πράξη και η πολιτική δράση είναι ανεπίδεκτες ορθολογικής δικαιολόγησης, τότε η ηθική συμπεριφορά και η πολιτική πραγματικότητα καταντούν ανεπίδεκτες οποιουδήποτε εξορθολογισμού.

Υπάρχει μια βαθιά αμφισημία σχετικά με το νόημα που ο Κονδύλης αποδίδει στην «ισχύ» αξιών όπως ελευθερία, ισότητα, αλληλεγγύη, αξιοπρέπεια. Το νόημα της ισχύος τους δεν συνίσταται σε εγκυρότητα (Geltung) διυποκειμενικά δεσμευτική βάσει καθολικεύσιμων αρχών του πράττειν. Αναφέρεται σε κάτι αλλότριο προς αυτή. Δηλαδή στη δυνατότητα επιμέρους ισχυρισμοί των ανθρώπων ως προς τις παραπάνω αξίες να επικρατήσουν έναντι των άλλων (Macht), όσων εχθρεύονται. Με άλλα λόγια, η ισχύς τέτοιων αξιών δεν μπορεί να αφορά τη δυνατότητά τους να γίνονται αποδεκτές μετά λόγου γνώσεως. Για τον ανορθολογισμό του Κονδύλη παρόμοια εγκυρότητα ανθρωπολογικά είναι παντελώς αδύνατον να στοιχειοθετηθεί ορθολογικά.

Η «ισχύς» των αξιών, όπως και των κοσμοεικόνων, είναι ζήτημα δύναμης εκείνων που θα επιβάλλουν τη δική τους εκδοχή γύρω από τις αξίες αυτές ή άλλες. Ποια είναι η πολιτική απόληξη αυτής της «περιγραφικής θεωρίας της απόφασης»; Σε έναν κόσμο που –υποτίθεται ότι– μετεωρίζεται αενάως ανάμεσα σε πλάνη και εξαπάτηση, το δίκαιο δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο από το του κρείττονος συμφέρον ή έστω υπολογιστικός συμβιβασμός. Οπότε ως δίκαιη ενδέχεται να κριθεί ακόμη και η σταθερή πολιτική περιφρόνηση της αξιοπρέπειας των εξουσιαζομένων, εάν αυτό συμφέρει στην αξίωση κυριαρχίας των κρατούντων! Από λόγους του Λόγου (Vernunft), λοιπόν, επιλέγουμε να μη συνταχθούμε με τον Π. Κονδύλη.

…………………………………………….

*Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του ΑΠΘ
ΠΗΓΗ :http://www.protoporia.gr/peri-axioprepeias-pr-113735.html?osCsid=m3kmefj9rtidefr0g5cmo7vth2
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΥΣΠΑΡΗΣ 26/11/2009
Ο λόγος περί της ιστορίας μιας έννοιας με κεντρική σημασία για το Δυτικό Πολιτισμό. Η dignitas από τους ρωμαϊκούς έως τους νεότερους χρόνους. Οι δυνάμεις που όρισαν τις μεταλλάξεις του νοήματός της στο πέρασμα των αιώνων και οι πολιτικοκοινωνικοί σκοποί που εξυπηρετήθηκαν από αυτές τις μεταλλάξεις ή ακόμα και από την σκόπιμη παραγνώρισή της. Η ιστορική διαδρομή μιας έννοιας που χρησιμοποιήθηκε από τους εκάστοτε φορείς της ισχύος, (την Εκκλησία, την αριστοκρατία, τον Ηγεμόνα, τις ιθύνουσες ή επαναστατικές τάξεις και τη διανόηση), προς εξυπηρέτηση της αξίωσης ισχύος που προέβαλλαν, ανεξάρτητα με την προοδευτικότητα ή το συντηρητισμό των συμπαραδηλώσεών της.

Η dignitas οσάκις εμφανίσθηκε ως εσωτερικευμένη αξία, στηρίχθηκε σε μια παλιά τάση της φιλοσοφίας, τη δυαρχική ανθρωπολογία του Λόγου, η οποία χαρακτήρισε τη δυτική σκέψη επί είκοσι τρεις τουλάχιστον αιώνες. Ειδικά το 18ο αιώνα, η πίστη στην ανθρωπολογία του Λόγου και στην ανωτερότητά του έναντι των αισθητών, στήριξε την εκκοσμίκευση της αξιοπρέπειας, ως ηθικής βασισμένης αποκλειστικά στον Άνθρωπο, και την οριστική απαλλαγή του Δικαίου από το Θεό. Ο Διαφωτισμός έφερε την επανάσταση με την ανάδειξη του Εγώ, αλλά δεν άργησε να το υποτάξει στην αναγκαιότητα της κοινωνικής συμβίωσης, μέσω της ηθικής και στην υπέρτερη αρχή της κοινωνικής προόδου, μέσω του Κράτους. Η αξιοπρέπεια ως ηθική του Διαφωτισμού, δεν ήταν παρά μια νέα πίστη, που αντικατέστησε την πίστη στο Θεό.

Η επίθεση του πνεύματος στο Εγώ, στην ανθρώπινη βούληση, στον κόσμο των αισθητών και των ορμών, συνεχίστηκε και κατά το 19ο αιώνα, μέχρι το Νίτσε, στηριγμένη στη δειλία μεγάλων διανοητών, που παρ’ ότι είδαν την αντίφαση και τον εσωτερικό πόλεμο που δημιουργούσε στον Άνθρωπο η δυαρχική ανθρωπολογία του Λόγου, παρ’ ότι σκόνταψαν στην προσπάθειά τους να επιβάλλουν την κυριαρχία του Λόγου επί της Τέχνης, ορρώδησαν ενώπιον της κατακραυγής της κοινωνίας και άρχισαν και πάλι να δοξολογούν μια πίστη που αναγόταν στον Πλάτωνα και στην αναβίβαση του «Ανθρώπου - δεινού» του Αισχύλου, σε θέση ενατένισης, ήτοι σε θέση θεού.

Με το Νίτσε, η "αξιοπρέπεια του Ανθρώπου" κατέπεσε, ως η απόλυτη υποκρισία των ισχυρών και το απόλυτο complex των μνησίκακων αδυνάτων. Επρόκειτο απλά για το νέο δόγμα, που αντικατέστησε τον αποκαθηλωμένο από την αστική τάξη Θεό, εν τέλει για ένα σύνθημα κενό περιεχομένου.

Μετά το ναζισμό, η έννοια της αξιοπρέπειας του Ανθρώπου μεταβλήθηκε σε έναν κενό τόπο που χρησιμοποιείται από τους πάντες κατά το δοκούν, αλλά δε δεσμεύει κανέναν.

Επί δύο ολόκληρες χιλιετίες, η έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μέσα από τις ποικίλες μεταλλάξεις της, υπήρξε για το Δυτικό Άνθρωπο, ένας δυνάστης και παράλληλα, ένας ελευθερωτής. Δυνάστης, στο βαθμό που χρησιμοποιήθηκε από τις εκάστοτε ιθύνουσες τάξεις για τη νομιμοποίησή τους και την προβολή της αξίωσης ισχύος τους. Ελευθερωτής, οσάκις εξίσου καλά χρησιμοποιήθηκε από τις νέες και εύρωστες κοινωνικές δυνάμεις κάθε εποχής, ως προμετωπίδα της πολεμικής που ασκούσαν στην εκάστοτε καθεστηκυία τάξη και κυρίαρχη ιδεολογία, προωθώντας εξ’ ορισμού τον Άνθρωπο στο επίκεντρο της διαβούλευσης.

Το χρήσιμο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί, είναι ότι το περιεχόμενο των εννοιών μεταλλάσσεται στον ρου της Ιστορίας, με γνώμονα κάθε φορά την εξυπηρέτηση των αναγκών των διαφόρων κοινωνικών δυνάμεων, για προβολή της αξίωσης ισχύος τους έναντι των αντιπάλων τους, στη μάχη τους για κυριαρχία. Οι δυνάμεις αυτές είναι είτε άρχουσες, είτε υποψήφιες για την κατάκτηση της αρχής και από αυτό εξαρτάται κάθε φορά η «συντηρητική» ή «προοδευτική» φύση της χρήσης των εννοιών. Σε κάθε περίπτωση, η ιδεολογία αποτελεί απλώς ένα όπλο κι αν το δει κανείς ως τέτοιο, οφείλει να το αντιμετωπίσει ουδέτερα και νηφάλια, αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο να αυτοτραυματισθεί ή ακόμα και να χάσει τη ζωή του.  
Βασίλης Μπογιατζής, Η ελληνική περίπτωση, "Εφημερίδα των Συντακτών", 27.4.2013

Μιχάλης Παπανικολάου, Ένας προφήτης χωρίς αυταπάτες, "Εφημερίδα των Συντακτών", 27.4.2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...