Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Ψυχοκοινωνικές Προϋποθέσεις του Ριζοσπαστισμού και του Εξτρεμισμού Πίστη και μελαγχολία στον εξτρεμισμό. Μία λακανική τυπολογία /Nίκος Στασινόπουλος Πανελλήνιο Συνέδριο Ελληνικής Κοινωνιολογικής Εταιρίας Δεκέμβριος 2015



Nίκος Στασινόπουλος
Πανελλήνιο Συνέδριο Ελληνικής Κοινωνιολογικής Εταιρίας Δεκέμβριος 2015


Ψυχοκοινωνικές Προϋποθέσεις του Ριζοσπαστισμού και του Εξτρεμισμού
Πίστη και μελαγχολία στον εξτρεμισμό. Μία λακανική τυπολογία [1]


(ομιλια  του  Nίκου Στασινόπουλου  στο Ετήσιο Συνέδριο της Ελληνικής Κοινωνιολογικής Εταιρίας  στην Αθήνα το Δεκέμβρη του 2015 σε κοινή ανακοίνωση με τον Νίκο Δεμερτζή με γενικό τίτλο Ψυχοκοινωνικές Διαστάσεις του Ριζοσπαστισμού.)

Περίληψη στα ελληνικά:
Στο παρόν κείμενο αναπτύσσεται  μια λακανική ανάγνωση του δεξιού εξτρεμισμού. Η διχαστική σκέψη του εξτρεμιστή συνδέεται με το ότι δεν μπορεί να συσχετισθεί με την αμφισημία του σημαίνοντος και σημαίνοντα της αμφιβολίας.  Εν συνεχεία,  τονίζεται η σχέση πίστης με την αμφιβολία και αξιοποιείται η ψυχαναλυτική διάκριση μεταξύ πίστης ως faith  και ως belief σε μία ταξινομία της σχέσης της με τον εξτρεμισμό. Εν κατακλείδι, επιχειρείται η, υπό ορισμένες συγκινησιακές προϋποθέσεις, ανάδειξη της μελαγχολικής δυναμικής του εξτρεμισμού και της σχέσης του με την απώλεια, την ματαίωση, τη στέρηση και τον συμβολικό ευνουχισμό.
Abstract:
Μy presentation deals with a lacanian reading of right wing extremism.  Extremist devising thinking is associated with the inability to be connected to ambiguity and doubt. Doubt is a constituent of faith. Subsequently, the distinction between ‘faith’ and ‘belief’ is related to a taxonomy of extremism.  Finally, the melancholic potential of extremism and his existential experience of loss is addressed, under the psychoanalytic conceptual tools of  frustration, privation and castration.



Στο σκέλος αυτό της παρουσίασης εστιάζω στην λακανική, ψυχοκοινωνική ανάλυση στοιχείων του ακροδεξιού εξτρεμισμού, ξεκινώντας με ορισμένες επιφυλάξεις. Η πρόσφατα ερευνητικά τεκμηριωμένη επισήμανση των χαμηλών γραμματικών γνώσεων των μελών του ακροδεξιού κόμματος Χρυσή Αυγή[2] ενδέχεται να εισάγει μία δευτερογενή απώλεια στη δημοκρατική σκέψη. Όταν η δημοκρατική σκέψη εμμέσως ναρκισσεύεται υπέρ των ανώτερων γραμματικών γνώσεών της, αυτο-εγκλωβίζεται στο ίδιο ιδεολογικό κύκλωμα, ‘τροφοδοτεί το σύμπτωμα του αντιπάλου, (λ.χ. οι υπεραμυνόμενοι του σχήματος ‘ο απλός αμόρφωτος λαός που είναι όμως ντόμπρος, έναντι της διαβρωμένης ελίτ διανοουμένων’ κ.λπ.[3]).
Επίσης, το ζητούμενο δεν είναι το εάν ‘ο ακροδεξιός δεν ξέρει γράμματα’. Λ.χ. το πολιτικό πρότυπο ‘φιλόσοφος βασιλιάς’ ξέρει πολύ καλά ‘γράμματα’ αλλά είναι ολοκληρωτικό. Το πρόβλημα ενός ολοκληρωτικά σκεπτόμενου είναι αντιθέτως ότι ‘γνωρίζει’, ή ακριβέστερα, ότι έχει βεβαιότητα (certitudo),  ότι δεν έχει αμφιβολία.  Ωστόσο, μπορεί στη θεωρία να ‘ξέρει’, στην πράξη όμως παραγνωρίζει, λειτουργεί ιδεολογικά και αντλεί συναισθηματική ευχαρίστηση από αυτό.
Υπάρχει η ψυχαλυτική άποψη πως σε ορισμένες περιπτώσεις (στην φετιχιστική απάρνηση -disavowal) η γνώση  δεν είναι  το αντίθετο της  (αυτό)εξαπάτησης αλλά η συνθήκη δυνατότητάς της.  Υπάρχουν αυταπάτες  που, παραδόξως, κατοικούν μόνο εκεί που υπάρχει υποτιθέμενη γνώση που τις ακυρώνει (ένα άλλο παράδειγμα είναι ο ‘επιστημονισμός’ ως ιδεολόγημα).
Ο φανατικός, αδιάλλακτος, ολοκληρωτικός τρόπος σκέψης και ύπαρξης σχετίζεται, εν πρώτοις, με την ύπαρξη από-λυτότητας και μονοκρατορίας παγιωμένων αληθειών και νοήματος, δηλ. με την ύπαρξη κάποιου μονιστικού σημαίνοντος, το οποίο είναι φαντασιακό, δηλαδή εδράζεται σε σαγηνευτικές εικόνες παντοδυναμίας και αποκλεισμού μας, είναι (αυτο)τυραννικό και παρακάμπτει τον αυτοπεριορισμό που εισάγει μέσα μας ο ηθικός Νόμος (Λίποβατς 2001: 233). Η απλή πρόταξη του πλουραλισμού έναντι του ολοκληρωτικού μονισμού των εξτρεμιστών, αποτελεί μάλλον μία επιδερμική απάντηση, και θα άξιζε να δούμε τις δύο αυτές στάσεις ως  τις δύο πλευρές του ίδιου κλειστού ιδεολογικού κυκλώματος του σχετικιστή και του ντεσιζιονιστή[4]. Ο ντεσιζιονιστής συγχέει την ‘ορθότητα των γεγονότων’ με την συμβολική αλήθεια του λόγου΄, ενώ ο σχετικιστής την ‘ορθότητα των γεγονότων’ με την ‘άποψη/δόξα’.
Ο λόγος του εξτρεμιστή είναι ολιστικός, δηλ.  προσπαθεί να κατονομάσει με ακρίβεια όλα τα (ψυχοκοινωνικά) πράγματα, δηλαδή να τα κυριαρχήσει, αποκλείοντας  κάθε αμφιβολία και διφορούμενο. Γι’ αυτό,  εκλαμβάνει τα σύμβολα ως αιωνίως παρούσες αλήθειες, με κυριολεκτική επίπτωση, (δεν μπορεί  λ.χ. να αποστασιοποιηθεί από τη δρώσα σημασία των συμβόλων –με χιούμορ ή ειρωνεία/βλ.Charlie Hebdo). Ως εξτρεμιστής, σκέφτομαι διχαστικά ακριβώς επειδή αδυνατώ να συσχετισθώ με την αμφισημία και την αμφιβολία. Η αμφιβολία σχετίζεται με την πίστη, επειδή μπορώ να πιστέψω μόνο εκεί όπου τίθεται ζήτημα αμφιβολίας και όχι αυταπόδεικτου ή εμπειρικά τεκμηριώσιμου (Pfaller 1998: 125-6, Žižek 1993: 247) [5].

 Πίστη. Ταξινομητική Διάκριση[6]
Προεκτείνεται εδώ η διάκριση μεταξύ  πίστης ως «faith (foi)» και πίστης ως «belief (croyance[7]:
1. Πιστεύω σε κάτι (believe IN), πιστεύω στην ύπαρξή του χωρίς να έχω πίστη σε αυτό (faith), χωρίς να το εμπιστεύομαι/υπακούω - (λ.χ. στα φαντάσματα ή στη δημοκρατία)- (μπορεί να υπάρχει φαντασιακή σαγήνευση). Εγώ δεν πιστεύω (foi), αλλά θεωρώ ότι υπάρχει κάποιο άλλο ‘υποκείμενο που υποτίθεται ότι πιστεύει (foi)’ .
Κατά τον εξτρεμιστή, το δημοκρατικό τελετουργικό εξαναγκάζει το υποκείμενο να τηρήσει απόσταση από το περιεχόμενο της πίστης, της δικής  του και των άλλων, μέσω μίας προσχηματικής ευγενούς αδιαφορίας, της υπαρξιακής στάσης του ‘μείνε μακρυά μου’,  που αποκαλείται ‘ανεκτικότητα[8].  Κόκκινο πανί για τον εξτρεμιστή είναι η αντιμετώπιση της πίστης ως ένα μουσειακό έκθεμα. Από την άλλη, αυτό το ‘πιστεύω χωρίς να έχω πίστη’ έχει και τη θετική απόχρωση όταν λ.χ. o συμπαθών και ευκαιριακός ψηφοφόρος της Χρυσής Αυγής θεωρεί ότι κάπου αλλού υπάρχει ο Χρυσαυγίτης που πιστεύει (το ευτυχές είναι ότι το αυτό πιστεύουν συχνά και  Χρυσαυγίτες –μέλη του κόμματος).
2. Έχω πίστη (faith) σε κάποιον, δεσμεύομαι, εγκαλούμαι και κριτικά υπ-ακούω, σέβομαι το συμβόλαιο/διαθήκη –(συμβολική, επιτελεστική δέσμευση).  Η faith αφορά σε μία δέσμευσή μου μέσω εγκαθίδρυσης ενός νόμου, είτε ηθικο-κοινωνικού είτε με την ψυχολογική εγκαθίδρυση υποχρεώσεων (είτε του υπερεγώ), με καθολικές αρχές, εδραζόμενου στη δομή της ίδιας της γλώσσας και των σημαινόντων της (Lacan 1977a).  Δεν ανάγεται στην κυριαρχία (που εμπλέκει τη φαντασιακή σαγήνη των εικόνων) και, εισάγει μέσω της γλώσσας την έλλειψη και  όρια,  επιτρέποντάς μας να σεβόμαστε τη μερική διαφορά μας με τα άλλα υποκείμενα ως μία αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρξει εμπόδιο στην αυθαιρεσία και τη βία. Το υποκείμενο  βιώνει αυτή τη διαφορά ως μία εμπειρία έλλειψης και διχασμού ( Nasio 2004: 176).
-Οι εξτρεμιστές αντίκεινται στην καθολικότητα του νόμου: (ο νόμος μας δεν ελέγχει και εμάς), απολαμβάνοντας τον ναρκισσιστικό θρίαμβο του να είσαι το ίδιο σου το ιδεώδες. Είτε, συμπληρωματικά, προσάπτουν στο σύνολο του Νόμου την τάση των αδικοπραττούντων να συνάπτουν συμφωνίες αποπληρωμής της ευθύνης τους με κάποιο υποκαταστάσιμο αντίτιμο. Το κάνουν αυτό ζητώντας επιστροφή σε μία παλαιότερη μορφή άκαμπτου, ‘αυταρχικού’ κυριαρχικού νόμου. Πρόκειται για μία απέλπιδα εναντίωση κατά μίας ασπόνδυλης ή εξαφανισμένης πατρικής φιγούρας[9].
. έχω πίστη σε κάτι, αλλά έχω φαντασιακή σχέση με την πίστη μου, πιστεύω (belief) ότι πιστεύω (faith)
Δηλαδή πιστεύω μεν αλλά με τον ιδιόμορφο τρόπο όπου θεωρώ ότι οι μη  πιστοί (foi) ή οι ανήκοντες σε άλλο δόγμα, κλέβουν τη δική μου πίστη, απολαμβάνουν εις βάρος μου. Δεν είναι η πραγματικότητα που πιστεύω ψευδής (ψευδαισθητική) μέσω σαγηνευτικών φαντασιακών εικόνων, αλλά φαντασιακός είναι ο τρόπος που συνδέομαι μαζί της. Εδώ κυριαρχεί η σχέση μου με τους  άλλους στη λογική ‘εχθρός –φίλος’.  Η ύπαρξη του εχθρού αποτελεί για τον εξτρεμιστή έναν προστατευτικό σχηματισμό εξ αντιδράσεως (reaction formation) ή μηχανισμό άμυνας, και παράσχει ένα πλαίσιο σταθερότητας. Κάποιες φορές, η ‘εξαφάνισή’ του  απειλεί να οδηγήσει τον ψυχισμό σε μία κατάρρευση[10] ή, κατά τον Derrida (2006: 83), την κοινωνία σε δαιμονική βία που δε γνωρίζει όριο και θεμελίωση. Στην πολιτική, η απάρνηση του  αντιπάλου (μετατρέποντάς τον σε ‘εχθρό’), αποτελεί τρόπο ακύρωσης της πολιτικήςδηλ. της συμβολικά διαμεσολαβημένης αντιπαλότητας- μέσω εκδραματίσεων επίτασής της (ultra- politics) (Zizek 2000a: 187-190 και 198-200).
2.β. έχω πίστη (faith) σε κάτι  και έχω συμβολική σχέση με την πίστη μου,  δηλαδή πιστεύω (foi) όχι σε μία -τεκμηριωμένη ή ψευδαισθητική και ατεκμηρίωτη- πραγματικότητα, αλλά σε ένα συμβολικό, υπερβατολογικό σημαίνον (δηλ. όχι προϋποτιθέμενο, και εμπειρικά τεκμαρτό μόνο εξ απαγωγής), που μου επιτρέπει να διαχωρίσω μεταξύ 1.της συνθήκης απόλυτης αρμονίας, παντοδυναμίας και απόλαυσης χωρίς έλλειψη, και 2. τον κόσμο της εκπροσώπησης, συμβιβασμών, διαπραγματεύσεων και ελλείψεων, δηλ. τον κόσμο της δημοκρατίας.
Αλλιώς ειπωμένο,  ‘φαντασιακή’ είναι η σχέση με την πίστη μου όταν θεωρώ πως μπορώ  εξαιρούμενος να υπερβώ τους κανόνες, ενώ ‘συμβολική’  είναι η σχέση με την πίστη μου όταν  θεωρώ πως  υπέρβαση είναι η ίδια η τήρηση του συμβολικού νόμου, έστω και μερικώς ξαναγράφοντάς τον.
3.  έχω πίστη (faith) σε κάτι χωρίς να συνειδητά να το πιστεύω (belief), χωρίς να έχω συνειδητή επίγνωσή του. Δεν χρειάζεται να  πιστέψουμε θεωρητικά, ενσυνείδητα σε αυτό (believe IN IT) προκειμένου έμπρακτα να το πιστέψουμε (faith) και  ασυνείδητα να δεσμευτούμε από αυτό.  Πρόκειται για κάποιο είδοςαντικειμενικής’ πίστης, δηλ πίστη του αντικειμένου. Πέρα από τις συνειδητές προσπάθειες του υποκειμένου, τα αντικείμενα πιστεύουν για λογαριασμό μας, (λ.χ. τα  πασκαλιανά τελετουργικά, το βουδιστικό προσευχητάρι ).
Τα παραπάνω έχουν και μία επίπτωση στο πως οι ιδεολογίες εγκαλούν τα υποκείμενα. Συχνά οι δεξιοί εξτρεμιστές λειτουργούν ως  αλτουσσεριανοί θεωρητικοί της ιδεολογίας, και θεωρούν πως όταν μέσω πίστης εγκαλείται ένα υποκείμενο από μία ιδεολογία ή έναν εξουσιαστικό μηχανισμό, εγκαλείται πλήρως και απόλυτα. Συνεκτατή με αυτή τη στάση είναι και η αντίθετή της λ.χ.  εκείνων που, επιχειρώντας να αποταυτιστούν, κάνουν τη ‘μεγάλη άρνηση’, ή γίνονται μηδενιστές, πιστεύοντας στο τίποτα.
Για τη λακανική σκέψη, ωστόσο, υπάρχω εκεί που διχάζομαι και εκεί που παρεμπιπτόντως ασυνείδητα εκφράζομαι (lapsi, συμπτώματα, όνειρα, κ.ά) (Žižek 2002: 57-8,  Žižek 1993: 39, 254).   Για τον μη εξτρεμιστή, το ότι πιστεύει, είναι  ένα στοίχημα /διακύβευση και όχι μία παγιωμένη βεβαιότητα. Αμφιβάλλοντας για την πραγματική του  πίστη, εισάγει στον ψυχισμό του μία άρνηση. Αυτή η επιτελεστική πράξη της άρνησης και αμφιβολίας αποτελεί μία βέβαιη κίνησή του στο σωστό δρόμο. To θετικό ψυχαναλυτικά πρόσημο μίας τέτοιας άρνησης φαίνεται και στην –υπό άλλα συμφραζόμενα (Kristeva (1989: 44, 64)- απάρνηση της άρνησης  (denial of negation) εκ μέρους του μελαγχολικού ως μία αποτυχημένη από μέρους του προσπάθεια έκφρασης παντοδυναμίας, κατά την οποία προσπαθεί να  αποκτήσει πρόσβαση σε κάποιο, υποτιθέμενα, αρχαϊκό Πράγμα που παραμένει απροσπέλαστο και αινιγματικό γι’ αυτόν.
Μελαγχολικός Εξτρεμισμός
Πέντε προκείμενες προϋποθέσεις:
1.Yπάρχουν συγκινήσεις που αφορούν σε ενεργά ανειλλημένη παθητικότητα (Actively assumed passivity) δηλ. σχετίζονται με την φαντασίωση του να βρίσκεις απόλαυση στην παθητική κατάσταση στην οποία έχεις περιέλθει (λ.χ. ντροπή).
2.Υπάρχουν ασυναίσθητα/ δυσυναίσθητα συναισθήματα (Misfelt feelings)-αισθάνεσαι λάθος τη συγκίνησή σου (emotion), την παραγνωρίζεις. (λ.χ. σκεφτείτε την ασυναίσθητη  εσωτερικευμένη επιταγή: Είτε σ’ ευχαριστεί είτε όχι, πρέπει να απολαύσεις!).
3. Υπάρχει η διαπαθητικότητα, μπορείς να πάσχεις μέσω κάποιου (σημαντικού για σένα) άλλου.
4. Υπάρχει  η πλήρους συναισθηματικότητας απάθεια, δακρύβρεχτη απάθεια. Εκφράζεται  υπέρμετρα συναισθηματικά στο επίπεδο της εκφοράς, ενώ είναι απαθής στο επίπεδο του εκφερομένου.
5. Αντιδρούμε συναισθηματικά  στα συναισθήματά μας.
Η μελαγχολία μπορεί να κατανοηθεί και ως  εργαλείο ανάδειξης της συγκινησιακής δυναμικής του εξτρεμισμού, δηλ. των υποκειμένων  που προσδένονται στο όχημά του (οι απλοί ψηφοφόροι των εξτρεμιστικών παρατάξεων, οι ψηφοφόροι άλλων παρατάξεων που θεωρούν πως παρεμπιπτόντως ‘έχουν κάποιο δίκιο’ οι εξτρεμιστές).  Πρόκειται για μία λειτουργία όπου τα υποκείμενα ψυχικά εκφράζονται ή πάσχουν μέσα από κάποιους, σημαντικούς γι’ αυτά, άλλους[11]. Το παράδειγμα που έχω εδώ κατά νου είναι η σχέση της Χρυσής Αυγής με την Αρχαία Ελλάδα.
Ψυχαναλυτικά, το υποκείμενο εισερχόμενο στο συμβολικό πεδίο της γλώσσας, αλλά και στις μετέπειτα δυσκολίες της ζωής, υπόκειται σε έναν συμβολικό ευνουχισμό, αποχωρίζεται δηλ. ένα είδος πρωταρχικής ικανοποίησης (απόλαυσης, κατά Λακάν). Τότε ο ψυχοσωματικός χώρος που κενώνεται από απόλαυση λόγω του ευνουχισμού καταλαμβάνεται από άγχος και το υποκείμενο επιχειρεί να ανακαταλάβει αυτή τη χαμένη απόλαυση.  Πολιτικά, ο εξτρεμιστής  επιχειρεί να ανακαταλάβει –καλώς ή κακώς- τη χαμένη απόλαυση, παρελθούσα (έθνικισμός, παραδόσεις, καθαρότητα φυλής) ή μέλλουσα (επανάσταση). Στην υγιή διεργασία πένθους και στον ‘συμβολικό ευνουχισμό’ χάνουμε κάτι στην άμεση εμπειρική πραγματικότητά μας, αλλά κάτι από αυτό παραμένει εντός μας, ως υποστασιοποίηση μίας έλλειψης[12]. Στην μελαγχολία, θα δούμε ότι  λειτουργούμε ως εάν  αυτό  το κάτι να υπάρχει όντως  στην εμπειρική πραγματικότητά μας.
Πέρα από τον συμβολικό ευνουχισμό, υπάρχουν ψυχαναλυτικά δύο ακόμη σχέσεις των υποκειμένων με την έλλειψη ενός αντικειμένου που μας ενδιαφέρουν εδώ:
 1.Η ματαίωση (frustration) είναι η  φαντασιακή έλλειψη ενός πραγματικού αντικειμένου. Το ότι η έλλειψη είναι φαντασιακή σημαίνει ότι δεν αφορά βιολογική ανάγκη και γίνεται αντιληπτή μέσα από την εικόνα /μορφοείδωλο (imago)  μιας αρμονικής αλλά χαμένης ενότητας ολότητας. Το αντικείμενο της ματαίωσης όμως μπορεί να είναι  εντελώς πραγματικό, δηλαδή η Αρχαία Ελλάδα υπήρξε δεν είναι απλώς αποκύημα της φαντασίας μας, αλλά όταν λέμε ότι ‘εμείς είμαστε οι γνήσιοι απόγονοί της’ εισάγουμε στη σχέση μία φαντασιακή έλλειψη. 
2.Η στέρηση (privation) είναι  η πραγματική έλλειψη ενός συμβολικού αντικειμένου.  Όταν λ.χ. χάνεται η ελληνική σημαία στον πόλεμο ή κάποιος την καίει σε μια πορεία, όταν σου αφαιρούνται ‘γαλόνια΄, αξιώματα. Το αντικείμενο είναι συμβολικό, τόσο (α) με την έννοια ότι αφορά σε ένα σύμβολο, όσο και (β) με την έννοια ότι υπάρχει για το υποκείμενο η θέση του αντικειμένου, από την οποία το αντικείμενο αυτό μπορεί να απουσιάζει ή να παρίσταται.
Η μελαγχολία είναι μία ιδιαίτερη, αδιέργαστη, περίπτωση ναρκισσιστικής ταύτισης[13] με κάποιο απόλυτο/μυθικό αντικείμενο που ως τέτοιο δεν υπήρξε ποτέ. Το μελαγχολικό υποκείμενο συγχέει κάτι που δομικά λείπει (κάτι που ποτέ δεν είχαμε) με κάτι που απωλέσθη (κάτι που κάποια στιγμή χάσαμε, ή μας το ‘έκλεψαν’). Το μελαγχολικό υποκείμενο αντιμετωπίζει την έλλειψη του αντικειμένου αυτού ως μία  έγχρονη, παρελθούσα και επανορθώσιμη απώλειά του. 
Όταν μελαγχολούμε την απώλεια κάποιου ιδεώδους, το πενθούμε επειδή θεωρούμε τους εαυτούς μας ως την έλλειψή του, ως αυτό που του λείπει για να γίνει πλήρες (Butler 2004: 21).  Στην περίπτωση της μελαγχολίας ως μιας  ελλιπούς διεργασίας πένθους, διαιωνίζουμε αυτούσια μία εξιδανικευμένη και στατική εικόνα του απωλεσθέντος άλλου μέσα μας, δεν τον αποχωριζόμαστε, και το τραύμα της απουσίας του διαιωνίζεται κι αυτό.
Πρέπει να προσέξουμε εδώ μία ενδιαφέρουσα αντιστροφή Žižek (2000b: 660 κ.έ.). Ο μελαγχολικός μπορεί να έχει ένα συναισθηματικό ‘κέρδος’ από αυτή την ψευδαίσθηση πως  αυτό που δεν κατείχε ποτέ, δεν χάθηκε και με κάποιον τρόπο το  κατέχει. Εναγκαλίζεται αυτή την απώλεια[14] με επιπλέον  ‘όφελος’ ότι ένα τέτοιο ανύπαρκτο αντικείμενο δε φθείρεται, δεν υπόκειται στις αλλαγές και τις ματαιώσεις που μας επιφέρει η ιστορία (Agamben 1993).  Επίσης, μελαγχολικό στρατήγημα μπορεί να είναι το να αντιμετωπίζουμε ένα πράγμα το οποίο όντως κατέχουμε ως εάν αυτό το αντικείμενο να το έχουμε ήδη απωλέσει.
Εν κατακλείδι, είναι εγγενές στον τρόπο κίνησης της επιθυμίας το να λείπει συνεχώς κάτι και να συνεχίζει να κινητοποιείται. Αυτό το γνωρίζει καλά ο καπιταλιστικός λόγος και η διαφήμιση και το εκμεταλλεύεται δεόντως προκειμένου να συνεχίζεται η κατανάλωση (McGowan 2003, Stavrakakis 2007: 227-253). Το μελαγχολικό υποκείμενο είναι ένα υποκείμενο που αρνείται τις συνεχείς προσφορές του καπιταλιστικού / καταναλωτικού λόγου. Ο  ακραίος εξτρεμιστής ως υποκείμενο  μελαγχολικού λόγου το διαγιγνώσκει σωστά ότι η επιθυμία είναι πάντοτε ‘η επιθυμία άλλου πράγματος’ (Σολέρ 2012: 36), αλλά οδηγείται στην υπαρξιακή επιλογή της απόσυρσης από  την ελλειπτικότητα του κοινωνικού δεσμού[15], θεωρώντας ότι δεν αξίζει να συνεχίσει να επενδύει σε αυτόν. Εκεί χάνεται το δημοκρατικό κίνητρο, πίσω από σεκταριστικές συνομαδώσεις βάσει κινήτρου συνενοχής, με πρότυπα μεγαλείου χωρίς ελλείψεις, με ‘εδώ και τώρα’ αποκατάσταση ενός προτύπου ’αρχέγονης’ ψυχοπολιτικής αρμονίας, έστω και μέσω βίαιης υποτίμηση των άλλων γύρω μας.












ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Adorno, Th. (1989). H Θεωρία της Ημιμόρφωσης (εισ.-μετφρ. Λ. Αναγνώστου). Αθήνα: εκδ. Αλεξάνδρεια.

Agamben, Giorgio (1993) Stanzas: Word and Phantasm in Western Culture, Minneapolis,Minnesota University Press

Jamie Bartlett and Carl Miller (2012).  ‘The Edge of Violence: Towards Telling the Difference between Violent and Non-Violent Radicalisation’, Terrorism and Political Violence, Vol. 24, No. 1. 


Butler, Judith (2004). Precarious Life.The Powers of Mourning and Violence, London: Verso.

Δεμερτζής Νίκος – Λίποβατς, Θάνος (2006). Φθόνος και Μνησικακία. Τα Πάθη της Ψυχής και η Κλειστή Κοινωνία. Εκδ. Πόλις, Αθήνα.

Demertzis, Nicolas (επ.)  (2013) Emotions in Politics, The affect dimension in political tension, London: Mac Millan


Derrida, Jacques (2006). Politics of Friendship. New York: Verso


Dufour, Dany-Robert ,  Liberalism, Liberation of Passions, Drives, Traffics   (διαδικτυακά στο:

Kristeva , Julia. (1989) Black Sun. Depression and Melancholia, New York: Columbia University Press

Lacan, Jaques (1977a). “The function and field of speech and language in psychoanalysis” Ecrits. A Selection. N.Y: Norton
Lacan, Jaques (1977b). On a question preliminary to any treatment of Psychosis’ , Ecrits: A Selection, N.Y: Norton.

Λίποβατς, Θάνος (2001). “Θρησκευτικός Φανατισμός και Αποκαλυπτική Βία» στου ιδίου Δημοκρατικός Λόγος, Ψυχανάλυση, Μονοθεϊσμός, Αθήνα: Πλέθρον.
Mandel, David, R.  (2009). 'Radicalization: What Does it Mean?', in Thomas M. Pick, Anne Speckhard, and Beatrice Jacuch (eds.), Home-Grown Terrorism: Understanding and Addressing the Root Causes of Radicalisation Among Groups with an Immigrant Heritage in Europe (Brussels: IOS Press, pp. 101-13.

Mannoni, Octave (2003). ‘I Know well, But All the Same …’, στο Molly Anne Rothenberg, Dennis A. Foster and Slavoj Žižek  (eds) Perversion and the Social Relation, Durham: Duke University Press (σελ. 68–92).
McCauley, Clark and Moskalenko, Sophia. (2008).  “Mechanisms of Political Radicalization: Pathways Toward Terrorism.” Terrorism and Political Violence, 20, no. 3, pp. 415-433.

 McCauley, Clark  and Moskalenko Sophia, (2011). Friction. How Radicalization Happens to Them and Us. Oxford: Oxford University Press.


McGowan, Todd (2003) The End of Dissatisfaction?: Jacques Lacan and the Emerging Society of Enjoyment, New York: State University of New York


Nasio, Juan, David  (2004). Διδασκαλία επτά βασικών εννοιών της ψυχανάλυσης, Αθήνα: Πατάκης.

Pfaller, Robert (2014) «Octave Mannoni and the Two Forms of Conviction, Croyance and Foi» στου ιδίου On the Pleasure Principle in Culture. Illusions Without Owners, London: Verso.

Pfaller, Robert (1998). «Negation and Its Reliabllities: An Empty Subject for Ideology?» στο  Slavoj Zizek  Cogito and the Unconscious. Durham: Duke University Press.

Richards, Barry (2013). ‘Εxtreme Νationalism and the hatred of the liberal States’  στο  Nicolas Demertzis (επ.).  Emotions in Politics, The affect dimension in political tension, London: Palgrave/Macmillan.


Reinhard, Keneth (2005).Toward a Political Theology of the Neighbor,’ στο Zizek S, Santner E, Reinhard. The Neighbor.  Chicago: Chicago University Press.


Sandel, M.J. (2003). Ο Φιλελευθερισμός και τα όρια της Δικαιοσύνης. Αθήνα: Πόλις.

Schmid, A. P. (2013). Radicalisation, de-radicalisation, counter-radicalisation: A conceptual discussion and literature review. ICCT Research Paper, 97.


Σολέρ, Κολέτ (2012). Η γυναικεία οδύνη, τα καταθλιπτικά συναισθήματα, τα συναισθήματα του ασυνειδήτου ως πραγματικό, Αθήνα: Έκδοση Φόρουμ Ψυχανάλυσης του Λακανικού Πεδίου της Αθήνας


Stavrakakis, Yannis (2007). The Lacanian Left: Psychoanalysis, Theory, and Politics, Edinburgh: Edinburgh University Press.

Žižek , Slavoj (1993). Tarrying with the Negative, Durham: Duke University Press.

Žižek, Slavoj (1998). «Negation and Its Reliabllities: An Empty Subject for Ideology?» στο Zizek, Slavoj (επ.) Cogito and the Unconscious. Durham: Duke University Press.

Žižek, Slavoj (2000a). The Ticklish Subject London: Verso 187-190 και 198-200

Žižek, Slavoj (2000b). “Melancholy and the Act”, Critical Inquiry: no 26

Žižek, Slavoj (2002). “The Real of Sexual Difference” στο Suzanne Barnard, Bruce Fink (ed) Reading Seminar XI, New York:  State University of New York




[1] Η ανακοίνωση αυτή στηρίζεται στο Πρόγραμμα «Σχεδιασμός και Διαχείριση Συστήματος Εμπειρικής Καταγραφής του Πολιτικού και Κοινωνικού Ριζοσπαστισμού στην Ελλάδα», υπό την ομπρέλα του Πανεπιστήμιου Μακεδονίας. Αποτελεί το σκέλος της παρουσίασης του Νίκου Στασινόπουλου σε ομιλία που ανέπτυξε από κοινού με τον Νίκο Δεμερτζή και με τίτλο  : «Ψυχοκοινωνικές Προϋποθέσεις του Ριζοσπαστισμού και του Εξτρεμισμού /  Psychosocial Presuppositions of Radicalism and Extremism»

[2] Κάτι ανάλογο είχε αναδειχθεί ήδη από την εποχή της  f scale στη μελέτη περί Αυταρχικής Προσωπικότητας των Adorno et al.
[3] Εδώ κατά κανόνα εμφιλοχωρεί και ο μνησίκακος της ημιμόρφωσης τον οποίο ο Theodor Adorno (1989) εντοπίζει στη μαζική κοινωνία του θεάματος και της πολιτιστικής βιομηχανίας. Έκφανση του αλλοτριωμένου πνεύματος της εποχής των Μέσων, η εφήμερη πληροφόρηση– η «ενημερωμένη αμάθεια» για την οποία μιλούσαν πριν από πολλές δεκαετίες ο Τσάτσος και ο Σεφέρης-, δεν παράγει ολοκληρωμένη εμπειρία και δεν ενηλικιώνει διανοητικά το υποκείμενο, καθώς οι πληροφορίες διακινούνται ασυνάρτητα, άχρονα και χωρίς σχέδιο. Αποτέλεσμα αυτού είναι η εμφάνιση του διαρκώς ενημερωνόμενου που διαδέχεται τον τύπο του αληθινά μορφωμένου ανθρώπου. Ο ημιμορφωμένος δεν είναι ο αμόρφωτος που ενδεχομένως θα μορφωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι αυτός που απεχθάνεται τη μόρφωση ως τέτοια, τη σύνολη δηλαδή παιδεία μέσω της οποίας το υποκείμενο είναι ικανό να σχηματίσει αυτόνομες εμπειρίες του κόσμου και κριτική (αυτο)συνείδηση. Ο ημιμαθής θαυμάζει τα αριστουργήματα της τέχνης και ταυτοχρόνως τα αποστρέφεται, υποκαθιστώντας τα με τετριμμένες πληροφορίες που απλώς του επιτρέπουν να είναι «μέσα στα πράγματα», με ντοκουμέντα και πτυχία χωρίς αντίκρισμα παιδείας και με εκπαιδευτικά προσόντα σκοπιμότητας. Ωστόσο ξέρει ασυνείδητα την παραμόρφωση που έχει υποστεί. Γι’ αυτό και η ημιμόρφωση είναι κατ’ εξοχήν η σφαίρα της μνησικακίας. Πρβλ. Δεμερτζής – Λίποβατς, 2006: 102.

[4] Για τον Slavoj Žižek, σήμερα κυριαρχεί η υπεράσπιση των πολλαπλών υποκειμενικοτήτων έναντι κάποιου υπερβατολογικού υποκειμένου που θεμελιώνει την πολιτική πράξη και αποτελεί τη συντακτική πηγή της κοινωνικής (κοινής) μας πραγματικότητας Το κενό που δημιουργήθηκε από την απουσία αυτής της υπερβατολογικότητας το κατέλαβαν επιμέρους υποκειμενικότητες του μεταμοντέρνου σύμπαντος, γυναικείες, εθνοτικές, γκέι κ.ά.  Ο σλοβένος θεωρητικός προτείνει να  υποστηρίξουμε το αντίστροφο και να σκεφθούμε την ύπαρξη ενός υποκειμένου στην εκκένωσή του, αποστερημένο από τις επιμέρους πλουραλιστικές, ουμανιστικές ή άλλες, διαστάσεις της εμπειρίας εαυτού που προαναφέραμε, ένα υποκείμενο στερημένο από τις, φουκωικών καταβολών, κατασκευασμένες κοινωνιολογικές υποκειμενικότητες.  (Žižek 1998: 6-7).
[5]   Αυτό το παράδοξο το είχε πρώτος θεματοποιήσει ο Κίρκεγκααρντ προσπαθώντας να αναλύσει τη (χριστιανική) πίστη (faith) και όχι πεποίθηση  (belief). Για τον Κίρκεγκααρντ ένας πραγματικός χριστιανός  αμφιβάλλει για την πίστη του συνεχώς, δεν είναι ποτέ βέβαιος πως πραγματικά στέκεται στο ύψος της πίστης του. Άρα, αναφέρει ο Pfaller, το σίγουρο μόνο είναι πως ‘πιστεύει ότι πιστεύει’ όντας ένα πεπερασμένο ον που δεν μπορεί να κρίνει τα πράγματα από τη σκοπιά του τέλους, των εσχάτων. 
[6]  Για τον Κierkegaard, η πίστη είναι η αντίφαση ανάμεσα στο άπειρο πάθος της εσωτερικότητας και της αντικειμενικής αβεβαιότητας (uncertainty). Εάν μπορώ να κατανοήσω το Θεό αντικειμενικά, δεν έχω πίστη, αλλά επειδή ακριβώς δεν μπορώ να το διασφαλίσω αυτό, οφείλω να πιστέψω.
[7] Προεκτείνω τις σκέψεις των  Mannoni (2003) και  Pfaller (2014).
[8]  Πρβλ. Sandel 2003: 139-161. Ο Μαρκούζε μιλούσε για ‘καταπιεστική ανεκτικότητα’ (repressive Toleranz).
[9] Κατά παρόμοιο τρόπο, αναλύοντας την περίπτωση της άκρας δεξιά στη Μ. Βρεττανία, ο Barry Richards (2013) θεωρεί ότι σε αντίθεση με  τους οπαδούς του εθνικοσοσιαλισμού και φασισμού στην περίοδο πριν τον β παγκόσμιο πόλεμο (οι οποίοι ταυτίζονταν με μία αυταρχική πατρική φιγούρα), οι σύγχρονοι ακροδεξιοί ριζοσπάστες εναντιώνονται στο πολυπολιτισμικό φιλελεύθερο κράτος στη βάση του ότι αυτό δεν επιτελεί τις αναμενόμενες αυταρχικές πατρικές λειτουργίες.

[10] Κάτι όπως –κατά τις αναλύσεις του Λακάν- η πραγματική εμφάνιση ενός πατέρα στη θέση που θα όφειλε να υπάρχει μόνο το στίγμα ενός απόντος συμβολικού πατέρα, γεγονός που πυροδοτεί την ψυχωτική κατάρρευση (Lacan 1977b: 207, Reinhard 2005: 7).
[11] Αυτή τη λειτουργία, όπου ένα μέρους του εαυτού μας πάσχει μέσω ενός άλλου, ενώ ένα άλλο μέρους του μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ανεμπόδιστα, οι ψυχαναλυτικά προσανατολισμένοι θεωρητικοί  Pfaller και  Žižek την αποκαλούν ‘διαπαθητικότητα’ (interpassivity).
[12]  Η άποψη αυτή υποστηρίζεται και από τον Agamben (1993: κεφ. 3-5).
[13] Μέσω πένθους, το υποκείμενο αποδέχεται την απώλεια αντικειμένου, ενώ μέσω μελαγχολίας  επιμένει σε μία ναρκισσιστικού τύπου ταύτιση με το απωλεσθέν αντικείμενο αγάπης.
[14] Υπάρχει μία ιδιάζουσα ενεργητικότητα εδώ  του υποκειμένου, όπου το υποκείμενο ‘αναλαμβάνει’ ενεργά την απώλεια. Ανάλογος μηχανισμός λειτουργεί λ.χ. και στο αίσθημα της ντροπής, όπου το υποκείμενο δεν ντρέπεται απλώς επειδή βρέθηκε σε μία δύσκολη θέση προερχόμενη από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά όταν το ίδιο με ενεργό τρόπο απολαμβάνει αυτή του τη δύσκολη θέση. Αυτό είναι το στοιχείο για το οποίο νιώθει αιδώ. Έρχεται στην επιφάνεια της συνείδησής μας κάτι από τη θεμελιακή μας φαντασίωση.
[15] Όπως παρατηρεί και ο ψυχαναλυτικά προσανατολισμένος καθηγητής Dany-Robert Dufour στο Liberalism, Liberation of Passions, Drives, Traffics  «..στην καταληκτική παράγραφο του άρθρου του, συχνά εκείνος που δεν αποδέχεται τον διαστροφικό καταναλωτισμό του νεοφιλελεύθερου προτάγματος βρίσκει καταφύγιο στην ‘καταθλιπτική θέση’ …..και αυτή είναι μία πολιτική θέση που συχνά αγνοούμε».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...