Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

ΧΑΡΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ «Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα, 1858 – 2008» | Βιβλιοπαρουσίαση: Γιάννης Παπαδημητρίου/αναδημοσιευση απο το rosetabooks.wordpress.com



2
Για ποιους λόγους και υπό ποιες συνθήκες ένα σχολικό εγχειρίδιο γίνεται αντικείμενο δημόσιας διαμάχης; Και γιατί κάθε φορά που ξεσπά μια τέτοια διαμάχη καταλήγει σε απόσυρση του επίμαχου εγχειριδίου;
Με αφετηρία την ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση για το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού (2006-2008), τούτη η μελέτη ανατέμνει τέσσερις συμβολικούς πολέμους για ισάριθμα «αιρετικά» εγχειρίδια. Η αφήγηση ξετυλίγεται ανάστροφα, από το παρόν στο παρελθόν, αποτυπώνοντας την πορεία που ακολούθησε η ιστορική έρευνα. Κάθε διαμάχη και ένα βήμα, κάθε βήμα και ένα κεφάλαιο, ωσότου από την Ελλάδα της παγκοσμιοποίησης επιστρέψουμε στις αρχές του 20ού αιώνα στην Ελλάδα του μαχητικού εθνικισμού. Σε όλες τις περιπτώσεις, το κεντρικό διακύβευμα ήταν ο εθνοποιητικός ρόλος της σχολικής μας Ιστορίας – το περιεχόμενο, εντέλει, της εθνικής μας ταυτότητας. Σε όλες τις περιπτώσεις, τα «αιρετικά» (και τελικώς αποσυρθέντα) βιβλία απέκλιναν ουσιωδώς από τον ιστορικό κανόνα όπως αυτός είχε διαμορφωθεί και εμπεδωθεί στα τέλη του 19ου αιώνα. Ξεχώρισαν και προκάλεσαν διότι ήταν κάτι περισσότερο ή κάτι διαφορετικό από ένα άσμα ηρωϊκό και πένθιμο για το αρχέγονο, ανάδελφο ελληνικό έθνος.
Η μελέτη ολοκληρώνεται με μια αντίστιξη: αναλύεται το δημοφιλέστερο και μακροβιότερο αναγνωστικό του 19ου αιώνα ως ιστορικό αφήγημα που αποκλίνει σημαντικά από τον κανόνα, ακριβώς επειδή γράφτηκε και διδάχτηκε πριν αυτός κατισχύσει ολοκληρωτικά. Καταδεικνύεται έτσι πως η σχολική μας Ιστορία έχει κι αυτή την ιστορία της.
Περισσότερα ΕΔΩ.
———————————–

ΧΑΡΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ «Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα, 1858 – 2008» | Βιβλιοπαρουσίαση: Γιάννης Παπαδημητρίου

2
Για ποιους λόγους και υπό ποιες συνθήκες ένα σχολικό εγχειρίδιο γίνεται αντικείμενο δημόσιας διαμάχης; Και γιατί κάθε φορά που ξεσπά μια τέτοια διαμάχη καταλήγει σε απόσυρση του επίμαχου εγχειριδίου;
Με αφετηρία την ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση για το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού (2006-2008), τούτη η μελέτη ανατέμνει τέσσερις συμβολικούς πολέμους για ισάριθμα «αιρετικά» εγχειρίδια. Η αφήγηση ξετυλίγεται ανάστροφα, από το παρόν στο παρελθόν, αποτυπώνοντας την πορεία που ακολούθησε η ιστορική έρευνα. Κάθε διαμάχη και ένα βήμα, κάθε βήμα και ένα κεφάλαιο, ωσότου από την Ελλάδα της παγκοσμιοποίησης επιστρέψουμε στις αρχές του 20ού αιώνα στην Ελλάδα του μαχητικού εθνικισμού. Σε όλες τις περιπτώσεις, το κεντρικό διακύβευμα ήταν ο εθνοποιητικός ρόλος της σχολικής μας Ιστορίας – το περιεχόμενο, εντέλει, της εθνικής μας ταυτότητας. Σε όλες τις περιπτώσεις, τα «αιρετικά» (και τελικώς αποσυρθέντα) βιβλία απέκλιναν ουσιωδώς από τον ιστορικό κανόνα όπως αυτός είχε διαμορφωθεί και εμπεδωθεί στα τέλη του 19ου αιώνα. Ξεχώρισαν και προκάλεσαν διότι ήταν κάτι περισσότερο ή κάτι διαφορετικό από ένα άσμα ηρωϊκό και πένθιμο για το αρχέγονο, ανάδελφο ελληνικό έθνος.
Η μελέτη ολοκληρώνεται με μια αντίστιξη: αναλύεται το δημοφιλέστερο και μακροβιότερο αναγνωστικό του 19ου αιώνα ως ιστορικό αφήγημα που αποκλίνει σημαντικά από τον κανόνα, ακριβώς επειδή γράφτηκε και διδάχτηκε πριν αυτός κατισχύσει ολοκληρωτικά. Καταδεικνύεται έτσι πως η σχολική μας Ιστορία έχει κι αυτή την ιστορία της.
Περισσότερα ΕΔΩ.
———————————–
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: ΧΑΡΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ «Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα, 1858 – 2008»
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Σπεύδω εξαρχής να εστιάσω στο πιο εντυπωσιακό κατά τη γνώμη μου εύρημα της έρευνας του συγγραφέα, παρόλο που δεν αφορά το βασικό του αντικείμενο, τα σχολικά εγχειρίδια που αποσύρθηκαν σχεδόν άμεσα υπό το βάρος πολιτικών πιέσεων, αλλά ένα αναγνωστικό που διδασκόταν χωρίς πρόβλημα επί 40 χρόνια, από το 1862 μέχρι το 1901, στους μαθητές των ελληνικών δημοτικών σχολείων και του Βασιλείου της Ελλάδας αλλά και της διασποράς. Το βιβλίο αυτό σκόπιμα το παραθέτει και το αναλύει αντιστικτικά ο συγγραφέας, γιατί επαληθεύει το βασικό ερμηνευτικό του σχήμα για τα αποσυρθέντα βιβλία.
Το βιβλίο είναι ο «Γεροστάθης» του Λέοντα Μελά, ενός διακεκριμένου μέλους της ελληνικής διανόησης στα χρόνια του Όθωνα, Καθηγητή Ποινικού Δικαίου και εισηγητή του Συντάγματος του 1844, αφού προηγουμένως είχε πάρει ενεργό μέρος στην εξέγερση του Σεπτέμβρη του 1843. Υπόψη ότι ο Λέων Μελάς έγραψε τον «Γεροστάθη» πολύ αργότερα, αφού είχε αποσυρθεί από το δημόσιο βίο και είχε μετακομίσει στη Μασσαλία. Ο χώρος και ο χρόνος της δράσης του βιβλίου είναι μια μικρή κωμόπολη κοντά στα Γιάννενα, θα μπορούσε λ.χ. να είναι η Ζίτσα, στη διάρκεια των χρόνων 1819 και 1820, στα τελευταία δηλαδή χρόνια της κυριαρχίας του Αλή Πασά. Η δομή του βιβλίου αποτελείται από καθημερινές ιστορίες, που αφηγείται ο ίδιος ο Γεροστάθης σε μαθητές του Δημοτικού Σχολείου με στόχο τη διαπαιδαγώγησή τους και τις αντλεί κυρίως από την αρχαία ελληνική Ιστορία.
Με τα σημερινά δεδομένα είναι ειλικρινά απίστευτο, τί διδάσκονταν οι μαθητές της παλιάς Ελλάδας, που υπενθυμίζω ότι έφτανε μέχρι τον Άραχθο και τον Πηνειό, για την σχέση της αρχαίας Μακεδονίας με τις ελληνικές πόλεις. Αν έγραφε τα ίδια ένα σημερινό σχολικό βιβλίο, θα είχε αναμφίβολα καεί στην πυρά μαζί με τον συγγραφέα του. Και για να μη σας κρατάω σε αγωνία, σας διαβάζω το σχετικό απόσπασμα της πρώτης έκδοσης του «Γεροστάθη» : «Εις την μάχην της Χαιρωνείας ετάφη ζώσα η αυτονομία της Ελλάδος και αυτή ταπεινωθείσα κατέστη Μακεδονική επαρχία». Δηλαδή η σχολική Ιστορία, που ασφαλώς αντανακλούσε την επίσημη κρατική άποψη της εποχής, θεωρούσε τους Μακεδόνες κατακτητές όπως και τους Ρωμαίους και σε κάθε περίπτωση όχι Έλληνες. Βλέπετε δεν είχε αρχίσει ακόμα η διεκδίκηση της Οθωμανικής Μακεδονίας από το Ελληνικό Βασίλειο ούτε είχε επικρατήσει το ιστορικό σχήμα του Παπαρρηγόπουλου, για το οποίο θα μιλήσουμε και στη συνέχεια.
Στο εύρημα του Αθανασιάδη προσθέτω ότι, όπως έχει τεκμηριώσει η ιστορική έρευνα (ενδεικτικάhttp://www.iospress.gr/ios2005/ios20050605.htm), αρχικά η ελληνική προπαγάνδα προς τη σλαβόφωνη πλειοψηφία της Οθωμανικής Μακεδονίας, προκειμένου να αντιμετωπίσει το γλωσσικό πλεονέκτημα της αντίπαλης βουλγαρικής, είχε συμπυκνωθεί στη γραμμή «Εσείς δεν είστε Βούλγαροι, είστε κάτι άλλο, είστε Μακεδόνες»! Δηλαδή, όσο κατασκευασμένη είναι η επίσημη Ιστορία της γειτονικής μας Δημοκρατίας, και μάλιστα με την ελληνική συμβολή στα πρώϊμα στάδια, άλλο τόσο είναι και η ελληνική. Προσέξτε, δεν αναφέρομαι στην ουσία του προβλήματος, για την οποία ο καθένας μπορεί να έχει την άποψή του, αναφέρομαι σ’ αυτό που ονομάζεται «ιδεολογική χρήση της Ιστορίας» ανάλογα με τις εποχές και τις επιδιώξεις του εκάστοτε παρόντος. Το προφανές πολιτικό συμπέρασμα βεβαίως είναι ότι, αν η ελληνική κοινωνία ήταν λίγο περισσότερο υποψιασμένη, λίγο περισσότερο κοινωνός των δεδομένων της ιστορικής έρευνας, ίσως να ήταν και πολιτικά πιο ψύχραιμη, λιγότερο απόλυτη, λιγότερο πρόθυμη να παραδοθεί στην εθνικιστική δημαγωγία.
Αυτή είναι μια βασική χρησιμότητα του βιβλίου του Χάρη Αθανασιάδη. Όπως και ο ίδιος επισημαίνει, ενώ στο επίπεδο της ακαδημαϊκής ιστορικής έρευνας οι Έλληνες ιστορικοί τις τελευταίες δεκαετίες έχουν κάνει άλματα στην ανασύνθεση του παρελθόντος με νέους όρους  και εργαλεία, η δημόσια Ιστορία, δηλ. οι κυρίαρχες αφηγήσεις για το παρελθόν, και, κάτω από το βάρος της δημόσιας, και η σχολική Ιστορία αδυνατούν να αφομοιώσουν τις κατακτήσεις αυτές, γιατί προσκρούουν σε λογικές και νοοτροπίες παγιωμένες επί δεκαετίες και στους πολίτες αλλά κυρίως στους ιδεολογικούς μηχανισμούς, που διαμορφώνουν τις νοοτροπίες. Όπως το είχε θέσει με ακρίβεια και ο προσωπικός σύμβουλος του πρώην Πρωθυπουργού Α. Σαμαρά και πάλαι ποτέ αριστερός Χρύσανθος Λαζαρίδης «στα πανεπιστήμια η έρευνα της Ιστορίας έχει στόχο την ανακάλυψη της αλήθειας, στα σχολεία όμως η διδασκαλία της έχει άλλο στόχο : να δημιουργήσει φρόνημα». Φρόνημα εναντίον αλήθειας λοιπόν. Κι ας έχει πει ο Διονύσιος Σολωμός, ένας κατ’ εξοχήν εκφραστής της εθνικής ιδέας πως «εθνικό είναι ό,τι είναι αληθινό» – ας υπενθυμίσω ότι και ένας κορυφαίος μαρξιστής διανοητής, ο Γκράμσι, τον οποίο θα θυμηθούμε και στη συνέχεια, έχει υποστηρίξει ότι «η αλήθεια είναι πάντα επαναστατική».
Και πώς διαμορφώνεται λοιπόν το εθνικό φρόνημα ; Κατά πρώτο και κύριο λόγο με τη θεωρία του Παπαρρηγόπουλου, το ιστορικό σχήμα της αδιάσπαστης και ηρωϊκής συνέχειας του ελληνικού έθνους επί 3.000 χρόνια και της άρνησης σύνδεσης του εθνικού φαινομένου με την άνοδο της αστικής τάξης. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι ο ίδιος ο Παπαρρηγόπουλος είχε απόλυτη συνείδηση του χαρακτήρα του εγχειρήματός του και το 1886 γράφει ότι «τα έθνη δημιουργούσι την Ιστορίαν ουχί η Ιστορία τα έθνη». Φυσικά, εκτός από τη βασική θεωρία το φρόνημα απαιτεί και τα απαραίτητα συμπληρώματα, την ενότητα Ελληνισμού & Ορθοδοξίας, το σχήμα «Πατρίς – Θρησκεία – οικογένεια» κλπ.
Επιστρέφω για λίγο στον «Γεροστάθη», για να επισημάνω ότι ο ίδιος ο συγγραφέας του ήδη «είχε βάλει νερό στο κρασί του», λ.χ. ενώ αντιμετώπιζε τον Φίλιππο ως μη Έλληνα, ο γυιός του ο Αλέξανδρος αίφνης παρουσιαζόταν ως ο αρχηγός των Ελλήνων. Με τη σταδιακή ωστόσο επικράτηση της θεωρίας του Παπαρρηγόπουλου στη δημόσια ιστορία, ο Λέων Μελάς έκανε και ορισμένες άλλες προσθήκες, ώστε να καλυφθούν τα κενά της «συνέχειας». Βεβαίως εξακολούθησε να απουσιάζει από το βιβλίο ο ρόλος της εκκλησίας, τα κρυφά σχολειά κλπ. – θυμίζω ότι το βιβλίο γράφτηκε πριν από την αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ ελληνικού κράτους και ελλαδικής εκκλησίας. Ο «Γεροστάθης», μεταγλωττισμένος στη δημοτική αλλά και ιδεολογικά «διορθωμένος», συνέχισε να κυκλοφορεί ως τις μέρες μας, έχω μάλιστα μαζί μου την έκδοση του 1951 και πιστεύω ότι θα παρουσίαζε ενδιαφέρον για τον Αθανασιάδη η σύγκρισή της με τις εκδόσεις του 19ου αιώνα.
Συνεχίζω με το κύριο αντικείμενο του βιβλίου, τα 4 διδακτικά βιβλία, που αποσύρθηκαν από τα σχολεία, αφού προκάλεσαν έντονες εκπαιδευτικές και κυρίως πολιτικές διαμάχες. Θα τα παρουσιάσω με χρονολογική σειρά και όχι με την αντίστροφη σειρά του συγγραφέα, καθώς εκκινεί από την επικαιρότητα, από την πρόσφατη διαμάχη για το βιβλίο Ιστορίας, σχηματικά το βιβλίο «Ρεπούση», και πηγαίνει ψάχνοντας προς τα πίσω, μας μπάζει δηλαδή στην «κουζίνα του ιστορικού», στον τρόπο με τον οποίο δέχτηκε το πρώτο ερέθισμα και στη συνέχεια μαγείρεψε, οργάνωσε δηλ. και συστηματοποίησε την έρευνά του.
Τα αποσυρθέντα βιβλία κατά χρονολογική σειρά είναι :
– Τα «Ψηλά Βουνά», το αναγνωστικό της Γ’ Δημοτικού, που γράφτηκε από τον λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου και αφηγούταν τα συλλογικά βιώματα μιάς ομάδας παιδιών της πόλης, που είχαν πάει κατασκήνωση στο βουνό. Επρόκειτο για το αναγνωστικό – σύμβολο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της κυβέρνησης Βενιζέλου στο γλωσσικό και στο παιδαγωγικό και στο ιδεολογικό επίπεδο, κυκλοφόρησε στα σχολεία τον Ιανουάριο του 1919, ύστερα από την επίθεση που δέχτηκε, τροποποιήθηκε σε κάποια κρίσιμα σημεία τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου και αποσύρθηκε οριστικά το Νοέμβριο του 1920. Η έντονη πολεμική εναντίον του το χαρακτήρισε «μπολσεβικικό» και «άθεο», επειδή δεν δίδασκε στους μαθητές ούτε πατρίδα ούτε θρησκεία ούτε οικογένεια. Σήμερα ίσως αυτή η πολεμική να μας φαίνεται ανόητη και ξεπερασμένη, ακούω μάλιστα καθημερινά στην τηλεόραση τη διαφήμιση μιας θεατρικής παράστασης, που έχει διασκευάσει το βιβλίο, και το παρουσιάζει ως «το βιβλίο που αγαπήθηκε από όλους τους Έλληνες», η αλήθεια όμως είναι ότι στην εποχή του μισήθηκε από ένα μεγάλο κομμάτι εξίσου πολύ, όπως εξάλλου και οι υπόλοιπες προσπάθειες εκπαιδευτικής τομής.
– Το δεύτερο βιβλίο είναι το εγχειρίδιο για τους μαθητές της Β΄Γυμνασίου με τίτλο «Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική Ιστορία», που έγραψε ο φιλόλογος Κώστας Καλοκαιρινός στα πλαίσια της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, διανεμήθηκε στα σχολεία τον Σεπτέμβριο του 1965 και αποσύρθηκε δύο μήνες αργότερα. Στην περίπτωση αυτή η διαμάχη εστιάσθηκε στο ότι ο συγγραφέας προσπάθησε να υπονομεύσει «έμμεσα» τη συνέχεια του Ελληνισμού, αντιμετώπισε με θετικό τρόπο τους προαιώνιους εχθρούς του και κυρίως τους βαλκάνιους γείτονες, όπως το μεσαιωνικό σερβικό κράτος του Στέφανου Ντουσάν και το βουλγαρικό βασίλειο και κυρίως υπονόμευσε την ενότητα του έθνους, επειδή εισήγαγε το μαρξιστικό σχήμα της «πάλης των τάξεων» στην ερμηνεία των κοινωνικών σχέσεων στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ένα μεγάλο μέρος της επίθεσης αφιερώθηκε στη χρήση του όρου «ρωμαϊκή», αντί «βυζαντινής», στον τίτλο, θεωρώντας άνευ σημασίας βεβαίως ότι στην εποχή τους οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες χρησιμοποιούσαν για τον εαυτό τους τον τίτλο «Ρωμαίοι».
– Το τρίτο βιβλίο είναι η «Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου», που συνέγραψε, ως εγχειρίδιο για την Γ΄ Λυκείου, ομάδα 12 ιστορικών υπό την εποπτεία του Πανεπιστημιακού Γιώργου Κόκκινου και συμπεριλάμβανε αρκετές καινοτομίες συμβατές με τις σύγχρονες ιστορικές τάσεις (σύνδεση της ελληνικής Ιστορίας με την ευρύτερη ευρωπαϊκή, άνοιγμα στην Κοινωνική Ιστορία και την Ιστορία των Ιδεών). Το βιβλίο είχε εγκριθεί από το 1999, είχε μόλις τυπωθεί τον Απρίλιο του 2002, επρόκειτο να διανεμηθεί στα σχολεία τον Σεπτέμβριο, αυτή όμως η διανομή δεν έγινε ποτέ, καθώς ο τότε Υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης Σημίτη, ο Πέτρος Ευθυμίου, διέταξε την απόσυρση του βιβλίου και μάλιστα τηλεφωνικά από την Κίνα, όπου βρισκόταν για επίσημη επίσκεψη. Η αιτία της σπουδής του Υπουργού ήταν η έκφραση δυσαρέσκειας από τον Κύπριο συνάδελφό του επειδή στο εγχειρίδιο αναγραφόταν ότι «η ΕΟΚΑ του Στρατηγού Γρίβα πρόβαλλε έναν κοινωνικά υπερσυντηρητικό εθνικισμό». Η «δυσαρέσκεια» αυτή διαπέρασε και το δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, που επακολούθησε με ένταση για το βιβλίο, οι επικριτές του επικέντρωσαν τα βέλη τους στο ότι δυσφημείται το «αντιστασιακό πνεύμα» του ελληνικού έθνους ενώ δεν έλειψαν και οι συσχετισμοί με το υπό εκκόλαψη τότε Σχέδιο Ανάν. Βεβαίως, όπως εκτιμάει και ο Χάρης, υπήρχαν και άλλα «ολισθηρά» σημεία, όπως η χρήση του όρου «δωσίλογοι» για πρώτη φορά σε ελληνικό σχολικό βιβλίο, που μάλλον βάρυναν στην τελική απόφαση του Υπουργού.
– Και τέλος το πιο πρόσφατο κρούσμα αφορά το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄Δημοτικού «Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια», το γνωστό και ως «βιβλίο Ρεπούση», αν και στην πραγματικότητα η Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Μαρία Ρεπούση ήταν η συντονίστρια μιας 4μελούς ομάδας ιστορικών, το πόνημα των οποίων είχε προκριθεί από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, τον αρμόδιο κρατικό φορέα για την επιλογή των σχολικών βιβλίων, ύστερα από προκήρυξη που έγινε το 2003, επί κυβερνήσεως Σημίτη. Το βιβλίο διανεμήθηκε το 2006, επί κυβερνήσεως Καραμανλή, και αποσύρθηκε αμέσως μετά από τις εκλογές του 2007 από την ίδια κυβέρνηση, αφού προηγουμένως είχε προκαλέσει την πολιτική καταβαράθρωση και της ίδιας της Υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου αλλά και την εκτόξευση του κόμματος ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη στο πολιτικό προσκήνιο. Ουδείς εκ των πολεμίων ασχολήθηκε με τις παιδαγωγικές καινοτομίες του βιβλίου, δηλ. τη συγκριτική παράθεση ενός σύντομου ιστορικού πλαισίου και πολλών και διαφορετικών πηγών, αλλά αφιέρωσαν όλη την προσπάθειά τους εναντίον του βιβλίου σε 3 βασικά σημεία α) ότι περιορίζει σε όγκο την εξιστόρηση των ηρωϊκών στιγμών του ελληνισμού από τη μια και από την άλλη αποκρύπτει τις διώξεις και τα βάσανα που υπέστη (με κορυφαίο ασφαλώς παράδειγμα τον περιβόητο «συνωστισμό στο λιμάνι της Σμύρνης»), δηλ. αφήνει αναξιοποίητα τα πιο χρήσιμα εργαλεία για την εθνική συσπείρωση, τη «δόξα» και το «πένθος», όπως επισημαίνει ο συγγραφέας β) ότι αποδομεί τη σχέση ελληνισμού και ορθοδοξίας, αγνοώντας λ.χ. το «Κρυφό Σχολειό», το οποίο παρεμπιπτόντως έχει τεκμηριωθεί, από τον Άλκη Αγγέλου και άλλους, ότι δεν υπήρξε ποτέ, και βεβαίως γ) ότι υπονομεύει την εθνική ταυτότητα, την ιδιοπροσωπία και το αντιστασιακό πνεύμα του ελληνικού έθνους και ευθυγραμμίζεται με τη «νέα τάξη» και την «παγκοσμιοποίηση».
Θέλω να σταθώ λίγο περισσότερο σ’ αυτή την τελευταία διαμάχη, μιας και είναι ακόμα νωπή στη μνήμη μας, και να προσθέσω δύο ακόμη επισημάνσεις του συγγραφέα : Η πρώτη είναι ότι η πνευματική ιδιοκτησία της έκφρασης «συνωστισμός» δεν ανήκει στην ομάδα Ρεπούση. Πρόκειται για αυτούσια μεταφορά από το βιβλίο του Ρίτσαρντ Κλογκ «Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας 1770 – 1990», το οποίο ουδέποτε προκάλεσε την παραμικρή αντίδραση, όταν κυκλοφόρησε το 1995 στην Ελλάδα. Και εάν η έκφραση αυτή συνιστούσε υποτίμηση της βίας, που υπέστη ο ελληνικός πληθυσμός της Σμύρνης, που όντως συνιστούσε, θα είχε άραγε πιθανότητα να γίνει δεκτό ένα εγχειρίδιο, που θα αποκαθιστούσε μεν αυτή τη διάσταση δεν θα παρέλειπε όμως να αναφερθεί στις ανάλογες βιαιότητες, που διέπραξε ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία ;
Ακόμα όμως και αν οι επικρίσεις βρήκαν ερείσματα στο περιεχόμενο του βιβλίου, παρατηρεί ο Αθανασιάδης, η ένταση της πολεμικής ήταν ασύμμετρα έντονη και δεν μπορούσε να αφορά το παρελθόν αλλά το παρόν. Πράγματι, οι συσχετισμοί που έκαναν οι αντίπαλοι του βιβλίου με την εξωτερική πολιτική της χώρας, με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και με την προσπάθεια αποδόμησης των εθνικών ταυτοτήτων χάριν της αμερικανικής ηγεμονίας πείθουν ότι το βιβλίο δεν πολεμήθηκε τόσο το περιεχόμενό του αλλά για το συνωμοτικό σχέδιο, που θεωρήθηκε ότι υπηρετεί.
Η τρίτη επισήμανση είναι δική μου : Είχα και εξακολουθώ να έχω πολλές αντιρρήσεις για τις τοποθετήσεις της κ. Ρεπούση, όπως και πολλών άλλων, στη διαμάχη της τελευταίας 5ετίας για τα ελληνικά Πανεπιστήμια. Όμως ο δημόσιος επικριτικός λόγος εναντίον της σχεδόν ποτέ δεν εστίασε στις τοποθετήσεις αυτές αλλά στο «ανθελληνικό» βιβλίο. Θεωρώ επομένως ζήτημα στοιχειώδους εντιμότητας, όταν κάποιος χρησιμοποιεί υποτιμητικά το όνομα «Ρεπούση», παράλληλα να εξηγεί τί ακριβώς της καταλογίζει.
Συνοψίζοντας όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η βασική ερμηνευτική θέση του Αθανασιάδη, την οποία και υποστηρίζει κατά την άποψή μου πειστικά, είναι ότι το σχήμα του Παπαρρηγόπουλου, δηλ. για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους το σχήμα της εθνικιστικής αντίληψης για την ελληνική Ιστορία, από το 1894, οπότε και επικράτησε στην εκπαίδευση, μέχρι και σήμερα αποτελεί τον ιερό κανόνα της σχολικής Ιστορίας. Κάθε απόκλιση από τον κανόνα αυτό, μικρή ή μεγάλη, οδήγησε τους τολμηρούς συγγραφείς σε ναρκοπέδιο, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του ελληνικού εθνικισμού, γέννησε ανελέητους συμβολικούς πολέμους, που όλοι ανεξαιρέτως είχαν το ίδιο αποτέλεσμα, τη συντριπτική ήττα των αναθεωρητικών εγχειρημάτων. Ασφαλώς κάθε διαμάχη έχει τις δικές της ιδιομορφίες ανάλογα με την περίοδο, στην οποία εκτυλίχθηκε, εμφανίζει και διάφορα συμπληρωματικά επίδικα (λ.χ. στις δύο πρώτες περιπτώσεις απόσυρσης, εκτός από το εθνικό, υπήρχε η παράλληλη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα, που έθεσαν οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις), παρουσιάζει μετακινήσεις των στρατοπέδων, όμως η κυρίαρχη αντίθεση, αυτή η οποία και έκρινε τελικά την έκβαση ΟΛΩΝ αυτών των αντιπαραθέσεων, ήταν η παρέκκλιση από τον βαθειά ενσωματωμένο και παγιωμένο κανόνα του Παπαρρηγόπουλου.
Πέρα όμως από το κεντρικό διακύβευμα, τίθεται το ερώτημα αν εντοπίζονται και άλλα κοινά σημεία σ’ αυτές τις διαμάχες. Ίσως να είναι κάπως αυθαίρετο να υποστηρίξουμε μια τυπολογία της απόσυρσης σχολικών εγχειριδίων στη νεότερη Ελλάδα, οι αναλογίες ωστόσο μεταξύ των περιπτώσεων, που έχει μελετήσει ο συγγραφέας, είναι αρκετές και σημαντικές :
Το πρώτο σημείο, που παρουσιάζει ενδιαφέρον, είναι οι πολιτικές συγκυρίες της κυκλοφορίας των αποσυρθέντων βιβλίων. Ενώ κατά κανόνα αποφασίστηκαν, ανατέθηκαν και γράφτηκαν σε περιόδους πολιτικών τομών, όταν τα εκπαιδευτικά διακυβεύματα συναντήθηκαν με γενικότερα προοδευτικά πολιτικά αιτήματα (υπενθυμίζω τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, που επιχείρησαν οι κυβερνήσεις Βενιζέλου και Γ. Παπανδρέου, και τα οπωσδήποτε πιο περιορισμένα ανοίγματα της κυβέρνησης Σημίτη λ.χ. στο ζήτημα των ταυτοτήτων), στην πραγματικότητα διανεμήθηκαν ή εκτυπώθηκαν για διανομή στα σχολεία υπό διαφορετικό κυβερνητικό καθεστώς (από φιλοβασιλική κυβέρνηση τα «Ψηλά Βουνά», από κυβέρνηση αποστατών το βιβλίο του Καλοκαιρινού, από την ίδια κυβέρνηση Σημίτη αλλά με διαφορετικό Υπουργό Παιδείας η Ιστορία του Κόκκινου και από κυβέρνηση ΝΔ το βιβλίο της Ρεπούση). Συνεπώς ένα πρώτο κοινό στοιχείο που αναδεικνύεται, είναι οι επελθούσες στο μεταξύ αλλαγές των πολιτικών συσχετισμών, ως ένα βαθμό και ως αποτέλεσμα αυτής καθεαυτής της διαμάχης για τα βιβλία, και η αντίστοιχη επιδείνωση του πολιτικού κλίματος για τους συγγραφείς και τους υποστηρικτές των βιβλίων.
Το δεύτερο σημείο, που πρέπει να προσέξουμε, είναι η σύνθεση και η δυναμική των αντίπαλων στρατοπέδων σε κάθε διαμάχη. Ενώ, σε όλες τις περιπτώσεις, το στρατόπεδο των υποστηρικτών των βιβλίων περιλάμβανε διανοούμενους υψηλού κύρους (τα «Ψηλά Βουνά» τον Γληνό, τον Δελμούζο, τον Παλαμά, το μετέπειτα στέλεχος του ΚΚΕ Δημητράτο και πολλούς ακόμα, η Ιστορία του Καλοκαιρινού τον Παπανούτσο και τον Κακριδή, το βιβλίο του Κόκκινου την συντριπτική πλειοψηφία των διανοούμενων της Κυπριακής Αριστεράς και η Ιστορία της Ρεπούση τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων ιστορικών επιστημόνων) εν τούτοις το στρατόπεδο των αντιπάλων εκτός από την υποστήριξη των εκάστοτε δεξιών πολιτικών κομμάτων ή συντηρητικών θεσμών, όπως η Εκκλησία και η Ακαδημία Αθηνών, κέρδισε κάτι ακόμα πιο σημαντικό : τη μάχη της Κοινής Γνώμης. Η Κοινή Γνώμη, όπως διαμορφώνεται από πολιτικές και πολιτιστικές ηγεσίες, από τοπικούς θεσμούς, από τα Μέσα Ενημέρωσης και πλέον και το Διαδίκτυο, όλα αυτά χωρίς κατά κανόνα επιστημονικές αξιώσεις αλλά με λαϊκή διεισδυτικότητα και ικανότητα να κινητοποιούν το συναίσθημα υπέρ των ήδη διαμορφωμένων κοινών τόπων.
Και τα κοινά στοιχεία συνεχίζονται : Ενώ η πλευρά των πολεμίων ήταν κατά κανόνα αρραγής και στις 4 περιπτώσεις και συσπείρωσε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, το σύνολο του συντηρητικού κόσμου, στον αντίποδα το προοδευτικό (με ή χωρίς εισαγωγικά) στρατόπεδο παρουσίασε κρίσιμες διαρροές, που προσχώρησαν στο αντίπαλο. Στα «Ψηλά Βουνά» ήταν η Γαλάτεια Καζαντζάκη και η Πηνελόπη Δέλτα, στην Ιστορία του Καλοκαιρινού οι πρώην μαρξιστές Σάββας Κωνσταντόπουλος και Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου – στη συνέχεια σταδιοδρόμησαν και οι δύο ως οργανικοί διανοούμενοι και στελέχη της χούντας-, στο βιβλίο του Κόκκινου ο επίσης προερχόμενος από την Αριστερά Καραμπελιάς και το περιοδικό «Άρδην» ενώ σ’ αυτή την περίπτωση κρίσιμη ήταν και η δημόσια σιωπή του ΚΚΕ και τέλος στην περίπτωση Ρεπούση εναντίον του βιβλίου τάχθηκε και το ΚΚΕ και το «πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ και επίσης ένα μικρό μέρος του τότε ΣΥΡΙΖΑ αλλά από την άλλη η πλειοψηφία των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.
Τέλος αυτοί οι συγκεκριμένοι συσχετισμοί, που ήταν σαφώς δυσμενέστεροι από τους γενικούς πολιτικούς, ανάγκασαν τους υποστηρικτές των βιβλίων σε αμυντική στάση, μερικές φορές ακόμα και σε δημόσια ουδετερότητα, και συχνά σε τακτικές απάντησης όχι στο κύριο αλλά στα δευτερεύοντα, δηλ. «πέταγμα της μπάλας στην εξέδρα». Λ.χ. στην επίθεση της Γαλάτειας Καζαντζάκη οι υποστηρικτές απέδωσαν ιδιοτέλεια επειδή είχαν απορριφθεί τα δικά της βιβλία, και ο Δελμούζος το 1919 και ο Παπανούτσος το 1965 ισχυρίστηκαν ότι ο πραγματικός στόχος της επίθεσης είναι η δημοτική γλώσσα, στις σύγχρονες διαμάχες προβλήθηκαν οι παιδαγωγικές αρετές των βιβλίων κλπ. Εν ολίγοις λίγες ήταν οι φορές, που οι υποστηρικτές των βιβλίων τόλμησαν να αντιπαρατεθούν ευθέως στον κανόνα του Παπαρρηγόπουλου. Αυτή η τελευταία διαπίστωση μας οδηγεί πίσω στον Αντόνιο Γκράμσι και στην έννοια της «ηγεμονίας». Όπως συνοψίζει ο συγγραφέας, το στρατόπεδο των πολεμίων κέρδισε σε όλες τις περιπτώσεις την ιδεολογική ηγεμονία στη δημόσια σφαίρα, πράγμα που οδήγησε και στην επικράτηση στο επίπεδο των διοικητικών αποφάσεων αλλά και στην εμπέδωση του κανόνα στα βιβλία, που αντικατέστησαν τα αποσυρθέντα.
Το ερευνητικό υπόβαθρο του βιβλίου, που κινείται στο πεδίο των επιστημονικών εξειδικεύσεων του συγγραφέα, είναι αυτό που θα περιμέναμε, όσοι γνωρίζουμε καλά τον Χάρη Αθανασιάδη : Εξαντλητική τεκμηρίωση με έντυπα και βιβλία της εποχής, διανοητικός κάματος πίσω από κάθε έννοια και διασταύρωση πίσω από κάθε στοιχείο και ακόμα προσπάθεια εξήγησης και έντιμης παρουσίασης των επιχειρημάτων και των δύο πλευρών της κάθε διαμάχης. Ο ίδιος προσωπικά δεν είναι ουδέτερος ακολουθεί όμως ευλαβικά τον κανόνα του αείμνηστου Φίλιππου Ηλιού ότι «τον ιστορικό τον θέλει η επιστήμη του «άπολι», νηφάλιο και απροκατάληπτο μελετητή των πραγματικοτήτων», που οφείλει επαγγελματισμό, επιστημονική αυστηρότητα και στάση κριτικού παρατηρητή. Θα πιστώσω όμως στο βιβλίο ακόμα μια ευχάριστη έκπληξη : το άμεσο και κατανοητό γράψιμο (θα τολμούσα να το χαρακτηρίσω «δημοσιογραφικό» από την άποψη της γενικής απεύθυνσης), τις δόσεις χιούμορ, όπου χρειάζονται, και γενικά την αφομοίωση της αρχής ότι ο καλός ιστορικός είναι πάντα και καλός παραμυθάς, γνωρίζει δηλαδή και πώς να αφηγηθεί μια ιστορία (εν προκειμένω με ι μικρό).
Οι τελευταίες μου σκέψεις εκτείνονται πέραν του βιβλίου και αφορούν το χάσμα μεταξύ ακαδημαϊκής και δημόσιας – και επομένως και σχολικής – Ιστορίας στη σημερινή Ελλάδα. Την απάντηση δηλαδή στο ερώτημα, πώς δηλαδή οι σύγχρονες κατακτήσεις της ιστορικής επιστήμης θα βγουν από το στενό κλοιό των Πανεπιστημίων και των επιστημονικών συνεδρίων, πώς η Ιστορία ως ανοιχτή «γνώση» και όχι ως κλειστή «ταυτότητα» θα γίνει κτήμα της ελληνικής κοινωνίας, πώς θα αντιστραφεί η σημερινή εικόνα της άγνοιας και της δημαγωγίας. Και δεν εννοώ μόνο τη μεγάλη εμβέλεια των ακροδεξιών τηλε-πλασιέ τύπου Λιακόπουλου και Άδωνι Γεωργιάδη αλλά και στην επιρροή των λεγόμενων «σοβαρών» εθνικιστών (δανείζομαι τον χαρακτηρισμό από τη «σοβαρή» Χρυσή Αυγή), ένα ζήτημα, που δεν αφορά μόνο το παρελθόν αλλά, κατά τα προεκτεθέντα, εξίσου το παρόν και το μέλλον.
Ίσως εδώ να μας είναι ακόμη πιο χρήσιμη η κληρονομιά του Φίλιππου Ηλιού. Σας υπενθυμίζω ότι ο Ηλιού ήταν από τους πρώτους, που διέγνωσε το 1992 πως η ελληνική στάση απέναντι στη Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν ήταν ένα απλό ζήτημα εξωτερικής πολιτικής αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ, που θα επιδρούσε στις αξίες, στον ιδεολογικό προσανατολισμό και στον χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, που άλλαξε τελικά σε μεγάλο βαθμό την βασική πηγή αναφοράς και νομιμοποίησης της μεταπολίτευσης, αντικαθιστώντας τον «λαό» με το «έθνος», που έφτασε στο σημείο όχι μόνο να διασύρει αλλά ακόμα και να ποινικοποιήσει την αντίθετη άποψη. Ο Ηλιού, συνδυάζοντας ιδανικά την επιστημονική αμεροληψία με την πολιτική μεροληψία και στράτευση και ακολουθώντας πιστά το πρόταγμα «όποιος θέλει να είναι αντι-εθνικιστής αντιπαλεύει πρώτα τον εθνικισμό της δικής του χώρας και όχι των γειτονικών», πρωτοστάτησε στην υπογραφή του περίφημου κειμένου των «169» διανοουμένων, που αποτέλεσε το πρώτο ανάχωμα στην εθνικιστική υστερία της εποχής εκείνης.
Οι πιο πολλοί/ές σ’ αυτή την αίθουσα δεν γνωρίζετε ίσως ότι το κείμενο αυτό το έχουμε υπογράψει και οι δύο σημερινοί παρουσιαστές του βιβλίου, ότι στα Γιάννενα διοργανώθηκε μια από τις πρώτες, ίσως και η πρώτη δημόσια αντι-εθνικιστική εκδήλωση τον Απρίλιο του 1992, ότι όσοι το υπογράψαμε πληρώσαμε το τίμημα των προσωπικών επιθέσεων και ότι στα Γιάννενα διευρύναμε τον κύκλο των υποστηρικτών του κειμένου με ένα δεύτερο κύμα δημόσιων υπογραφών.
Νομίζω ότι αυτό το προηγούμενο δείχνει το δρόμο για την κοινωνική ευθύνη των επιστημόνων, των ιστορικών – αλλά όχι μόνο αυτών. Στις μέρες μας, που η αντιρατσιστική νομοθεσία χρησιμοποιείται για να διωχθεί ποινικά ο Καθηγητής Ρίχτερ για τις απόψεις του, ανεξάρτητα αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί μαζί του, αλλά όχι και ο Αμβρόσιος Καλαβρύτων για τις δημόσιες ύβρεις του, που το «εθνικό σπορ του διασυρμού» γνωρίζει νέες μέρες δόξας, που η κατασκευή της σύγχρονης εθνικοφροσύνης περνάει μέσα από τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό «εθνομηδενιστές» (ή μήπως τελικά αυτός ο χαρακτηρισμός δεν είναι και τόσο νέος αλλά έρχεται από το σκοτεινό παρελθόν της παλιάς εθνικοφροσύνης ;), η μόνη απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η τεκμηριωμένη κατάρριψη ανορθολογικών μύθων και στερεοτύπων, η εκλαϊκευση της ιστορικής γνώσης ακόμα και με δημόσια μαθήματα εκτός Πανεπιστημίου, και εν κατακλείδι η διεκδίκηση δημόσιας φωνής και δημόσιου ρόλου από τους Έλληνες ιστορικούς. Το βιβλίο του Χάρη Αθανασιάδη ανταποκρίνεται, και με το παραπάνω, στις ανάγκες αυτές !
Γιάννενα 14-12-2015
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Σπεύδω εξαρχής να εστιάσω στο πιο εντυπωσιακό κατά τη γνώμη μου εύρημα της έρευνας του συγγραφέα, παρόλο που δεν αφορά το βασικό του αντικείμενο, τα σχολικά εγχειρίδια που αποσύρθηκαν σχεδόν άμεσα υπό το βάρος πολιτικών πιέσεων, αλλά ένα αναγνωστικό που διδασκόταν χωρίς πρόβλημα επί 40 χρόνια, από το 1862 μέχρι το 1901, στους μαθητές των ελληνικών δημοτικών σχολείων και του Βασιλείου της Ελλάδας αλλά και της διασποράς. Το βιβλίο αυτό σκόπιμα το παραθέτει και το αναλύει αντιστικτικά ο συγγραφέας, γιατί επαληθεύει το βασικό ερμηνευτικό του σχήμα για τα αποσυρθέντα βιβλία.
Το βιβλίο είναι ο «Γεροστάθης» του Λέοντα Μελά, ενός διακεκριμένου μέλους της ελληνικής διανόησης στα χρόνια του Όθωνα, Καθηγητή Ποινικού Δικαίου και εισηγητή του Συντάγματος του 1844, αφού προηγουμένως είχε πάρει ενεργό μέρος στην εξέγερση του Σεπτέμβρη του 1843. Υπόψη ότι ο Λέων Μελάς έγραψε τον «Γεροστάθη» πολύ αργότερα, αφού είχε αποσυρθεί από το δημόσιο βίο και είχε μετακομίσει στη Μασσαλία. Ο χώρος και ο χρόνος της δράσης του βιβλίου είναι μια μικρή κωμόπολη κοντά στα Γιάννενα, θα μπορούσε λ.χ. να είναι η Ζίτσα, στη διάρκεια των χρόνων 1819 και 1820, στα τελευταία δηλαδή χρόνια της κυριαρχίας του Αλή Πασά. Η δομή του βιβλίου αποτελείται από καθημερινές ιστορίες, που αφηγείται ο ίδιος ο Γεροστάθης σε μαθητές του Δημοτικού Σχολείου με στόχο τη διαπαιδαγώγησή τους και τις αντλεί κυρίως από την αρχαία ελληνική Ιστορία.
Με τα σημερινά δεδομένα είναι ειλικρινά απίστευτο, τί διδάσκονταν οι μαθητές της παλιάς Ελλάδας, που υπενθυμίζω ότι έφτανε μέχρι τον Άραχθο και τον Πηνειό, για την σχέση της αρχαίας Μακεδονίας με τις ελληνικές πόλεις. Αν έγραφε τα ίδια ένα σημερινό σχολικό βιβλίο, θα είχε αναμφίβολα καεί στην πυρά μαζί με τον συγγραφέα του. Και για να μη σας κρατάω σε αγωνία, σας διαβάζω το σχετικό απόσπασμα της πρώτης έκδοσης του «Γεροστάθη» : «Εις την μάχην της Χαιρωνείας ετάφη ζώσα η αυτονομία της Ελλάδος και αυτή ταπεινωθείσα κατέστη Μακεδονική επαρχία». Δηλαδή η σχολική Ιστορία, που ασφαλώς αντανακλούσε την επίσημη κρατική άποψη της εποχής, θεωρούσε τους Μακεδόνες κατακτητές όπως και τους Ρωμαίους και σε κάθε περίπτωση όχι Έλληνες. Βλέπετε δεν είχε αρχίσει ακόμα η διεκδίκηση της Οθωμανικής Μακεδονίας από το Ελληνικό Βασίλειο ούτε είχε επικρατήσει το ιστορικό σχήμα του Παπαρρηγόπουλου, για το οποίο θα μιλήσουμε και στη συνέχεια.
Στο εύρημα του Αθανασιάδη προσθέτω ότι, όπως έχει τεκμηριώσει η ιστορική έρευνα (ενδεικτικάhttp://www.iospress.gr/ios2005/ios20050605.htm), αρχικά η ελληνική προπαγάνδα προς τη σλαβόφωνη πλειοψηφία της Οθωμανικής Μακεδονίας, προκειμένου να αντιμετωπίσει το γλωσσικό πλεονέκτημα της αντίπαλης βουλγαρικής, είχε συμπυκνωθεί στη γραμμή «Εσείς δεν είστε Βούλγαροι, είστε κάτι άλλο, είστε Μακεδόνες»! Δηλαδή, όσο κατασκευασμένη είναι η επίσημη Ιστορία της γειτονικής μας Δημοκρατίας, και μάλιστα με την ελληνική συμβολή στα πρώϊμα στάδια, άλλο τόσο είναι και η ελληνική. Προσέξτε, δεν αναφέρομαι στην ουσία του προβλήματος, για την οποία ο καθένας μπορεί να έχει την άποψή του, αναφέρομαι σ’ αυτό που ονομάζεται «ιδεολογική χρήση της Ιστορίας» ανάλογα με τις εποχές και τις επιδιώξεις του εκάστοτε παρόντος. Το προφανές πολιτικό συμπέρασμα βεβαίως είναι ότι, αν η ελληνική κοινωνία ήταν λίγο περισσότερο υποψιασμένη, λίγο περισσότερο κοινωνός των δεδομένων της ιστορικής έρευνας, ίσως να ήταν και πολιτικά πιο ψύχραιμη, λιγότερο απόλυτη, λιγότερο πρόθυμη να παραδοθεί στην εθνικιστική δημαγωγία.
Αυτή είναι μια βασική χρησιμότητα του βιβλίου του Χάρη Αθανασιάδη. Όπως και ο ίδιος επισημαίνει, ενώ στο επίπεδο της ακαδημαϊκής ιστορικής έρευνας οι Έλληνες ιστορικοί τις τελευταίες δεκαετίες έχουν κάνει άλματα στην ανασύνθεση του παρελθόντος με νέους όρους  και εργαλεία, η δημόσια Ιστορία, δηλ. οι κυρίαρχες αφηγήσεις για το παρελθόν, και, κάτω από το βάρος της δημόσιας, και η σχολική Ιστορία αδυνατούν να αφομοιώσουν τις κατακτήσεις αυτές, γιατί προσκρούουν σε λογικές και νοοτροπίες παγιωμένες επί δεκαετίες και στους πολίτες αλλά κυρίως στους ιδεολογικούς μηχανισμούς, που διαμορφώνουν τις νοοτροπίες. Όπως το είχε θέσει με ακρίβεια και ο προσωπικός σύμβουλος του πρώην Πρωθυπουργού Α. Σαμαρά και πάλαι ποτέ αριστερός Χρύσανθος Λαζαρίδης «στα πανεπιστήμια η έρευνα της Ιστορίας έχει στόχο την ανακάλυψη της αλήθειας, στα σχολεία όμως η διδασκαλία της έχει άλλο στόχο : να δημιουργήσει φρόνημα». Φρόνημα εναντίον αλήθειας λοιπόν. Κι ας έχει πει ο Διονύσιος Σολωμός, ένας κατ’ εξοχήν εκφραστής της εθνικής ιδέας πως «εθνικό είναι ό,τι είναι αληθινό» – ας υπενθυμίσω ότι και ένας κορυφαίος μαρξιστής διανοητής, ο Γκράμσι, τον οποίο θα θυμηθούμε και στη συνέχεια, έχει υποστηρίξει ότι «η αλήθεια είναι πάντα επαναστατική».
Και πώς διαμορφώνεται λοιπόν το εθνικό φρόνημα ; Κατά πρώτο και κύριο λόγο με τη θεωρία του Παπαρρηγόπουλου, το ιστορικό σχήμα της αδιάσπαστης και ηρωϊκής συνέχειας του ελληνικού έθνους επί 3.000 χρόνια και της άρνησης σύνδεσης του εθνικού φαινομένου με την άνοδο της αστικής τάξης. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι ο ίδιος ο Παπαρρηγόπουλος είχε απόλυτη συνείδηση του χαρακτήρα του εγχειρήματός του και το 1886 γράφει ότι «τα έθνη δημιουργούσι την Ιστορίαν ουχί η Ιστορία τα έθνη». Φυσικά, εκτός από τη βασική θεωρία το φρόνημα απαιτεί και τα απαραίτητα συμπληρώματα, την ενότητα Ελληνισμού & Ορθοδοξίας, το σχήμα «Πατρίς – Θρησκεία – οικογένεια» κλπ.
Επιστρέφω για λίγο στον «Γεροστάθη», για να επισημάνω ότι ο ίδιος ο συγγραφέας του ήδη «είχε βάλει νερό στο κρασί του», λ.χ. ενώ αντιμετώπιζε τον Φίλιππο ως μη Έλληνα, ο γυιός του ο Αλέξανδρος αίφνης παρουσιαζόταν ως ο αρχηγός των Ελλήνων. Με τη σταδιακή ωστόσο επικράτηση της θεωρίας του Παπαρρηγόπουλου στη δημόσια ιστορία, ο Λέων Μελάς έκανε και ορισμένες άλλες προσθήκες, ώστε να καλυφθούν τα κενά της «συνέχειας». Βεβαίως εξακολούθησε να απουσιάζει από το βιβλίο ο ρόλος της εκκλησίας, τα κρυφά σχολειά κλπ. – θυμίζω ότι το βιβλίο γράφτηκε πριν από την αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ ελληνικού κράτους και ελλαδικής εκκλησίας. Ο «Γεροστάθης», μεταγλωττισμένος στη δημοτική αλλά και ιδεολογικά «διορθωμένος», συνέχισε να κυκλοφορεί ως τις μέρες μας, έχω μάλιστα μαζί μου την έκδοση του 1951 και πιστεύω ότι θα παρουσίαζε ενδιαφέρον για τον Αθανασιάδη η σύγκρισή της με τις εκδόσεις του 19ου αιώνα.
Συνεχίζω με το κύριο αντικείμενο του βιβλίου, τα 4 διδακτικά βιβλία, που αποσύρθηκαν από τα σχολεία, αφού προκάλεσαν έντονες εκπαιδευτικές και κυρίως πολιτικές διαμάχες. Θα τα παρουσιάσω με χρονολογική σειρά και όχι με την αντίστροφη σειρά του συγγραφέα, καθώς εκκινεί από την επικαιρότητα, από την πρόσφατη διαμάχη για το βιβλίο Ιστορίας, σχηματικά το βιβλίο «Ρεπούση», και πηγαίνει ψάχνοντας προς τα πίσω, μας μπάζει δηλαδή στην «κουζίνα του ιστορικού», στον τρόπο με τον οποίο δέχτηκε το πρώτο ερέθισμα και στη συνέχεια μαγείρεψε, οργάνωσε δηλ. και συστηματοποίησε την έρευνά του.
Τα αποσυρθέντα βιβλία κατά χρονολογική σειρά είναι :
– Τα «Ψηλά Βουνά», το αναγνωστικό της Γ’ Δημοτικού, που γράφτηκε από τον λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου και αφηγούταν τα συλλογικά βιώματα μιάς ομάδας παιδιών της πόλης, που είχαν πάει κατασκήνωση στο βουνό. Επρόκειτο για το αναγνωστικό – σύμβολο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της κυβέρνησης Βενιζέλου στο γλωσσικό και στο παιδαγωγικό και στο ιδεολογικό επίπεδο, κυκλοφόρησε στα σχολεία τον Ιανουάριο του 1919, ύστερα από την επίθεση που δέχτηκε, τροποποιήθηκε σε κάποια κρίσιμα σημεία τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου και αποσύρθηκε οριστικά το Νοέμβριο του 1920. Η έντονη πολεμική εναντίον του το χαρακτήρισε «μπολσεβικικό» και «άθεο», επειδή δεν δίδασκε στους μαθητές ούτε πατρίδα ούτε θρησκεία ούτε οικογένεια. Σήμερα ίσως αυτή η πολεμική να μας φαίνεται ανόητη και ξεπερασμένη, ακούω μάλιστα καθημερινά στην τηλεόραση τη διαφήμιση μιας θεατρικής παράστασης, που έχει διασκευάσει το βιβλίο, και το παρουσιάζει ως «το βιβλίο που αγαπήθηκε από όλους τους Έλληνες», η αλήθεια όμως είναι ότι στην εποχή του μισήθηκε από ένα μεγάλο κομμάτι εξίσου πολύ, όπως εξάλλου και οι υπόλοιπες προσπάθειες εκπαιδευτικής τομής.
– Το δεύτερο βιβλίο είναι το εγχειρίδιο για τους μαθητές της Β΄Γυμνασίου με τίτλο «Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική Ιστορία», που έγραψε ο φιλόλογος Κώστας Καλοκαιρινός στα πλαίσια της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, διανεμήθηκε στα σχολεία τον Σεπτέμβριο του 1965 και αποσύρθηκε δύο μήνες αργότερα. Στην περίπτωση αυτή η διαμάχη εστιάσθηκε στο ότι ο συγγραφέας προσπάθησε να υπονομεύσει «έμμεσα» τη συνέχεια του Ελληνισμού, αντιμετώπισε με θετικό τρόπο τους προαιώνιους εχθρούς του και κυρίως τους βαλκάνιους γείτονες, όπως το μεσαιωνικό σερβικό κράτος του Στέφανου Ντουσάν και το βουλγαρικό βασίλειο και κυρίως υπονόμευσε την ενότητα του έθνους, επειδή εισήγαγε το μαρξιστικό σχήμα της «πάλης των τάξεων» στην ερμηνεία των κοινωνικών σχέσεων στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ένα μεγάλο μέρος της επίθεσης αφιερώθηκε στη χρήση του όρου «ρωμαϊκή», αντί «βυζαντινής», στον τίτλο, θεωρώντας άνευ σημασίας βεβαίως ότι στην εποχή τους οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες χρησιμοποιούσαν για τον εαυτό τους τον τίτλο «Ρωμαίοι».
– Το τρίτο βιβλίο είναι η «Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου», που συνέγραψε, ως εγχειρίδιο για την Γ΄ Λυκείου, ομάδα 12 ιστορικών υπό την εποπτεία του Πανεπιστημιακού Γιώργου Κόκκινου και συμπεριλάμβανε αρκετές καινοτομίες συμβατές με τις σύγχρονες ιστορικές τάσεις (σύνδεση της ελληνικής Ιστορίας με την ευρύτερη ευρωπαϊκή, άνοιγμα στην Κοινωνική Ιστορία και την Ιστορία των Ιδεών). Το βιβλίο είχε εγκριθεί από το 1999, είχε μόλις τυπωθεί τον Απρίλιο του 2002, επρόκειτο να διανεμηθεί στα σχολεία τον Σεπτέμβριο, αυτή όμως η διανομή δεν έγινε ποτέ, καθώς ο τότε Υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης Σημίτη, ο Πέτρος Ευθυμίου, διέταξε την απόσυρση του βιβλίου και μάλιστα τηλεφωνικά από την Κίνα, όπου βρισκόταν για επίσημη επίσκεψη. Η αιτία της σπουδής του Υπουργού ήταν η έκφραση δυσαρέσκειας από τον Κύπριο συνάδελφό του επειδή στο εγχειρίδιο αναγραφόταν ότι «η ΕΟΚΑ του Στρατηγού Γρίβα πρόβαλλε έναν κοινωνικά υπερσυντηρητικό εθνικισμό». Η «δυσαρέσκεια» αυτή διαπέρασε και το δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, που επακολούθησε με ένταση για το βιβλίο, οι επικριτές του επικέντρωσαν τα βέλη τους στο ότι δυσφημείται το «αντιστασιακό πνεύμα» του ελληνικού έθνους ενώ δεν έλειψαν και οι συσχετισμοί με το υπό εκκόλαψη τότε Σχέδιο Ανάν. Βεβαίως, όπως εκτιμάει και ο Χάρης, υπήρχαν και άλλα «ολισθηρά» σημεία, όπως η χρήση του όρου «δωσίλογοι» για πρώτη φορά σε ελληνικό σχολικό βιβλίο, που μάλλον βάρυναν στην τελική απόφαση του Υπουργού.
– Και τέλος το πιο πρόσφατο κρούσμα αφορά το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄Δημοτικού «Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια», το γνωστό και ως «βιβλίο Ρεπούση», αν και στην πραγματικότητα η Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Μαρία Ρεπούση ήταν η συντονίστρια μιας 4μελούς ομάδας ιστορικών, το πόνημα των οποίων είχε προκριθεί από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, τον αρμόδιο κρατικό φορέα για την επιλογή των σχολικών βιβλίων, ύστερα από προκήρυξη που έγινε το 2003, επί κυβερνήσεως Σημίτη. Το βιβλίο διανεμήθηκε το 2006, επί κυβερνήσεως Καραμανλή, και αποσύρθηκε αμέσως μετά από τις εκλογές του 2007 από την ίδια κυβέρνηση, αφού προηγουμένως είχε προκαλέσει την πολιτική καταβαράθρωση και της ίδιας της Υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου αλλά και την εκτόξευση του κόμματος ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη στο πολιτικό προσκήνιο. Ουδείς εκ των πολεμίων ασχολήθηκε με τις παιδαγωγικές καινοτομίες του βιβλίου, δηλ. τη συγκριτική παράθεση ενός σύντομου ιστορικού πλαισίου και πολλών και διαφορετικών πηγών, αλλά αφιέρωσαν όλη την προσπάθειά τους εναντίον του βιβλίου σε 3 βασικά σημεία α) ότι περιορίζει σε όγκο την εξιστόρηση των ηρωϊκών στιγμών του ελληνισμού από τη μια και από την άλλη αποκρύπτει τις διώξεις και τα βάσανα που υπέστη (με κορυφαίο ασφαλώς παράδειγμα τον περιβόητο «συνωστισμό στο λιμάνι της Σμύρνης»), δηλ. αφήνει αναξιοποίητα τα πιο χρήσιμα εργαλεία για την εθνική συσπείρωση, τη «δόξα» και το «πένθος», όπως επισημαίνει ο συγγραφέας β) ότι αποδομεί τη σχέση ελληνισμού και ορθοδοξίας, αγνοώντας λ.χ. το «Κρυφό Σχολειό», το οποίο παρεμπιπτόντως έχει τεκμηριωθεί, από τον Άλκη Αγγέλου και άλλους, ότι δεν υπήρξε ποτέ, και βεβαίως γ) ότι υπονομεύει την εθνική ταυτότητα, την ιδιοπροσωπία και το αντιστασιακό πνεύμα του ελληνικού έθνους και ευθυγραμμίζεται με τη «νέα τάξη» και την «παγκοσμιοποίηση».
Θέλω να σταθώ λίγο περισσότερο σ’ αυτή την τελευταία διαμάχη, μιας και είναι ακόμα νωπή στη μνήμη μας, και να προσθέσω δύο ακόμη επισημάνσεις του συγγραφέα : Η πρώτη είναι ότι η πνευματική ιδιοκτησία της έκφρασης «συνωστισμός» δεν ανήκει στην ομάδα Ρεπούση. Πρόκειται για αυτούσια μεταφορά από το βιβλίο του Ρίτσαρντ Κλογκ «Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας 1770 – 1990», το οποίο ουδέποτε προκάλεσε την παραμικρή αντίδραση, όταν κυκλοφόρησε το 1995 στην Ελλάδα. Και εάν η έκφραση αυτή συνιστούσε υποτίμηση της βίας, που υπέστη ο ελληνικός πληθυσμός της Σμύρνης, που όντως συνιστούσε, θα είχε άραγε πιθανότητα να γίνει δεκτό ένα εγχειρίδιο, που θα αποκαθιστούσε μεν αυτή τη διάσταση δεν θα παρέλειπε όμως να αναφερθεί στις ανάλογες βιαιότητες, που διέπραξε ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία ;
Ακόμα όμως και αν οι επικρίσεις βρήκαν ερείσματα στο περιεχόμενο του βιβλίου, παρατηρεί ο Αθανασιάδης, η ένταση της πολεμικής ήταν ασύμμετρα έντονη και δεν μπορούσε να αφορά το παρελθόν αλλά το παρόν. Πράγματι, οι συσχετισμοί που έκαναν οι αντίπαλοι του βιβλίου με την εξωτερική πολιτική της χώρας, με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και με την προσπάθεια αποδόμησης των εθνικών ταυτοτήτων χάριν της αμερικανικής ηγεμονίας πείθουν ότι το βιβλίο δεν πολεμήθηκε τόσο το περιεχόμενό του αλλά για το συνωμοτικό σχέδιο, που θεωρήθηκε ότι υπηρετεί.
Η τρίτη επισήμανση είναι δική μου : Είχα και εξακολουθώ να έχω πολλές αντιρρήσεις για τις τοποθετήσεις της κ. Ρεπούση, όπως και πολλών άλλων, στη διαμάχη της τελευταίας 5ετίας για τα ελληνικά Πανεπιστήμια. Όμως ο δημόσιος επικριτικός λόγος εναντίον της σχεδόν ποτέ δεν εστίασε στις τοποθετήσεις αυτές αλλά στο «ανθελληνικό» βιβλίο. Θεωρώ επομένως ζήτημα στοιχειώδους εντιμότητας, όταν κάποιος χρησιμοποιεί υποτιμητικά το όνομα «Ρεπούση», παράλληλα να εξηγεί τί ακριβώς της καταλογίζει.
Συνοψίζοντας όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η βασική ερμηνευτική θέση του Αθανασιάδη, την οποία και υποστηρίζει κατά την άποψή μου πειστικά, είναι ότι το σχήμα του Παπαρρηγόπουλου, δηλ. για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους το σχήμα της εθνικιστικής αντίληψης για την ελληνική Ιστορία, από το 1894, οπότε και επικράτησε στην εκπαίδευση, μέχρι και σήμερα αποτελεί τον ιερό κανόνα της σχολικής Ιστορίας. Κάθε απόκλιση από τον κανόνα αυτό, μικρή ή μεγάλη, οδήγησε τους τολμηρούς συγγραφείς σε ναρκοπέδιο, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του ελληνικού εθνικισμού, γέννησε ανελέητους συμβολικούς πολέμους, που όλοι ανεξαιρέτως είχαν το ίδιο αποτέλεσμα, τη συντριπτική ήττα των αναθεωρητικών εγχειρημάτων. Ασφαλώς κάθε διαμάχη έχει τις δικές της ιδιομορφίες ανάλογα με την περίοδο, στην οποία εκτυλίχθηκε, εμφανίζει και διάφορα συμπληρωματικά επίδικα (λ.χ. στις δύο πρώτες περιπτώσεις απόσυρσης, εκτός από το εθνικό, υπήρχε η παράλληλη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα, που έθεσαν οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις), παρουσιάζει μετακινήσεις των στρατοπέδων, όμως η κυρίαρχη αντίθεση, αυτή η οποία και έκρινε τελικά την έκβαση ΟΛΩΝ αυτών των αντιπαραθέσεων, ήταν η παρέκκλιση από τον βαθειά ενσωματωμένο και παγιωμένο κανόνα του Παπαρρηγόπουλου.
Πέρα όμως από το κεντρικό διακύβευμα, τίθεται το ερώτημα αν εντοπίζονται και άλλα κοινά σημεία σ’ αυτές τις διαμάχες. Ίσως να είναι κάπως αυθαίρετο να υποστηρίξουμε μια τυπολογία της απόσυρσης σχολικών εγχειριδίων στη νεότερη Ελλάδα, οι αναλογίες ωστόσο μεταξύ των περιπτώσεων, που έχει μελετήσει ο συγγραφέας, είναι αρκετές και σημαντικές :
Το πρώτο σημείο, που παρουσιάζει ενδιαφέρον, είναι οι πολιτικές συγκυρίες της κυκλοφορίας των αποσυρθέντων βιβλίων. Ενώ κατά κανόνα αποφασίστηκαν, ανατέθηκαν και γράφτηκαν σε περιόδους πολιτικών τομών, όταν τα εκπαιδευτικά διακυβεύματα συναντήθηκαν με γενικότερα προοδευτικά πολιτικά αιτήματα (υπενθυμίζω τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, που επιχείρησαν οι κυβερνήσεις Βενιζέλου και Γ. Παπανδρέου, και τα οπωσδήποτε πιο περιορισμένα ανοίγματα της κυβέρνησης Σημίτη λ.χ. στο ζήτημα των ταυτοτήτων), στην πραγματικότητα διανεμήθηκαν ή εκτυπώθηκαν για διανομή στα σχολεία υπό διαφορετικό κυβερνητικό καθεστώς (από φιλοβασιλική κυβέρνηση τα «Ψηλά Βουνά», από κυβέρνηση αποστατών το βιβλίο του Καλοκαιρινού, από την ίδια κυβέρνηση Σημίτη αλλά με διαφορετικό Υπουργό Παιδείας η Ιστορία του Κόκκινου και από κυβέρνηση ΝΔ το βιβλίο της Ρεπούση). Συνεπώς ένα πρώτο κοινό στοιχείο που αναδεικνύεται, είναι οι επελθούσες στο μεταξύ αλλαγές των πολιτικών συσχετισμών, ως ένα βαθμό και ως αποτέλεσμα αυτής καθεαυτής της διαμάχης για τα βιβλία, και η αντίστοιχη επιδείνωση του πολιτικού κλίματος για τους συγγραφείς και τους υποστηρικτές των βιβλίων.
Το δεύτερο σημείο, που πρέπει να προσέξουμε, είναι η σύνθεση και η δυναμική των αντίπαλων στρατοπέδων σε κάθε διαμάχη. Ενώ, σε όλες τις περιπτώσεις, το στρατόπεδο των υποστηρικτών των βιβλίων περιλάμβανε διανοούμενους υψηλού κύρους (τα «Ψηλά Βουνά» τον Γληνό, τον Δελμούζο, τον Παλαμά, το μετέπειτα στέλεχος του ΚΚΕ Δημητράτο και πολλούς ακόμα, η Ιστορία του Καλοκαιρινού τον Παπανούτσο και τον Κακριδή, το βιβλίο του Κόκκινου την συντριπτική πλειοψηφία των διανοούμενων της Κυπριακής Αριστεράς και η Ιστορία της Ρεπούση τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων ιστορικών επιστημόνων) εν τούτοις το στρατόπεδο των αντιπάλων εκτός από την υποστήριξη των εκάστοτε δεξιών πολιτικών κομμάτων ή συντηρητικών θεσμών, όπως η Εκκλησία και η Ακαδημία Αθηνών, κέρδισε κάτι ακόμα πιο σημαντικό : τη μάχη της Κοινής Γνώμης. Η Κοινή Γνώμη, όπως διαμορφώνεται από πολιτικές και πολιτιστικές ηγεσίες, από τοπικούς θεσμούς, από τα Μέσα Ενημέρωσης και πλέον και το Διαδίκτυο, όλα αυτά χωρίς κατά κανόνα επιστημονικές αξιώσεις αλλά με λαϊκή διεισδυτικότητα και ικανότητα να κινητοποιούν το συναίσθημα υπέρ των ήδη διαμορφωμένων κοινών τόπων.
Και τα κοινά στοιχεία συνεχίζονται : Ενώ η πλευρά των πολεμίων ήταν κατά κανόνα αρραγής και στις 4 περιπτώσεις και συσπείρωσε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, το σύνολο του συντηρητικού κόσμου, στον αντίποδα το προοδευτικό (με ή χωρίς εισαγωγικά) στρατόπεδο παρουσίασε κρίσιμες διαρροές, που προσχώρησαν στο αντίπαλο. Στα «Ψηλά Βουνά» ήταν η Γαλάτεια Καζαντζάκη και η Πηνελόπη Δέλτα, στην Ιστορία του Καλοκαιρινού οι πρώην μαρξιστές Σάββας Κωνσταντόπουλος και Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου – στη συνέχεια σταδιοδρόμησαν και οι δύο ως οργανικοί διανοούμενοι και στελέχη της χούντας-, στο βιβλίο του Κόκκινου ο επίσης προερχόμενος από την Αριστερά Καραμπελιάς και το περιοδικό «Άρδην» ενώ σ’ αυτή την περίπτωση κρίσιμη ήταν και η δημόσια σιωπή του ΚΚΕ και τέλος στην περίπτωση Ρεπούση εναντίον του βιβλίου τάχθηκε και το ΚΚΕ και το «πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ και επίσης ένα μικρό μέρος του τότε ΣΥΡΙΖΑ αλλά από την άλλη η πλειοψηφία των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.
Τέλος αυτοί οι συγκεκριμένοι συσχετισμοί, που ήταν σαφώς δυσμενέστεροι από τους γενικούς πολιτικούς, ανάγκασαν τους υποστηρικτές των βιβλίων σε αμυντική στάση, μερικές φορές ακόμα και σε δημόσια ουδετερότητα, και συχνά σε τακτικές απάντησης όχι στο κύριο αλλά στα δευτερεύοντα, δηλ. «πέταγμα της μπάλας στην εξέδρα». Λ.χ. στην επίθεση της Γαλάτειας Καζαντζάκη οι υποστηρικτές απέδωσαν ιδιοτέλεια επειδή είχαν απορριφθεί τα δικά της βιβλία, και ο Δελμούζος το 1919 και ο Παπανούτσος το 1965 ισχυρίστηκαν ότι ο πραγματικός στόχος της επίθεσης είναι η δημοτική γλώσσα, στις σύγχρονες διαμάχες προβλήθηκαν οι παιδαγωγικές αρετές των βιβλίων κλπ. Εν ολίγοις λίγες ήταν οι φορές, που οι υποστηρικτές των βιβλίων τόλμησαν να αντιπαρατεθούν ευθέως στον κανόνα του Παπαρρηγόπουλου. Αυτή η τελευταία διαπίστωση μας οδηγεί πίσω στον Αντόνιο Γκράμσι και στην έννοια της «ηγεμονίας». Όπως συνοψίζει ο συγγραφέας, το στρατόπεδο των πολεμίων κέρδισε σε όλες τις περιπτώσεις την ιδεολογική ηγεμονία στη δημόσια σφαίρα, πράγμα που οδήγησε και στην επικράτηση στο επίπεδο των διοικητικών αποφάσεων αλλά και στην εμπέδωση του κανόνα στα βιβλία, που αντικατέστησαν τα αποσυρθέντα.
Το ερευνητικό υπόβαθρο του βιβλίου, που κινείται στο πεδίο των επιστημονικών εξειδικεύσεων του συγγραφέα, είναι αυτό που θα περιμέναμε, όσοι γνωρίζουμε καλά τον Χάρη Αθανασιάδη : Εξαντλητική τεκμηρίωση με έντυπα και βιβλία της εποχής, διανοητικός κάματος πίσω από κάθε έννοια και διασταύρωση πίσω από κάθε στοιχείο και ακόμα προσπάθεια εξήγησης και έντιμης παρουσίασης των επιχειρημάτων και των δύο πλευρών της κάθε διαμάχης. Ο ίδιος προσωπικά δεν είναι ουδέτερος ακολουθεί όμως ευλαβικά τον κανόνα του αείμνηστου Φίλιππου Ηλιού ότι «τον ιστορικό τον θέλει η επιστήμη του «άπολι», νηφάλιο και απροκατάληπτο μελετητή των πραγματικοτήτων», που οφείλει επαγγελματισμό, επιστημονική αυστηρότητα και στάση κριτικού παρατηρητή. Θα πιστώσω όμως στο βιβλίο ακόμα μια ευχάριστη έκπληξη : το άμεσο και κατανοητό γράψιμο (θα τολμούσα να το χαρακτηρίσω «δημοσιογραφικό» από την άποψη της γενικής απεύθυνσης), τις δόσεις χιούμορ, όπου χρειάζονται, και γενικά την αφομοίωση της αρχής ότι ο καλός ιστορικός είναι πάντα και καλός παραμυθάς, γνωρίζει δηλαδή και πώς να αφηγηθεί μια ιστορία (εν προκειμένω με ι μικρό).
Οι τελευταίες μου σκέψεις εκτείνονται πέραν του βιβλίου και αφορούν το χάσμα μεταξύ ακαδημαϊκής και δημόσιας – και επομένως και σχολικής – Ιστορίας στη σημερινή Ελλάδα. Την απάντηση δηλαδή στο ερώτημα, πώς δηλαδή οι σύγχρονες κατακτήσεις της ιστορικής επιστήμης θα βγουν από το στενό κλοιό των Πανεπιστημίων και των επιστημονικών συνεδρίων, πώς η Ιστορία ως ανοιχτή «γνώση» και όχι ως κλειστή «ταυτότητα» θα γίνει κτήμα της ελληνικής κοινωνίας, πώς θα αντιστραφεί η σημερινή εικόνα της άγνοιας και της δημαγωγίας. Και δεν εννοώ μόνο τη μεγάλη εμβέλεια των ακροδεξιών τηλε-πλασιέ τύπου Λιακόπουλου και Άδωνι Γεωργιάδη αλλά και στην επιρροή των λεγόμενων «σοβαρών» εθνικιστών (δανείζομαι τον χαρακτηρισμό από τη «σοβαρή» Χρυσή Αυγή), ένα ζήτημα, που δεν αφορά μόνο το παρελθόν αλλά, κατά τα προεκτεθέντα, εξίσου το παρόν και το μέλλον.
Ίσως εδώ να μας είναι ακόμη πιο χρήσιμη η κληρονομιά του Φίλιππου Ηλιού. Σας υπενθυμίζω ότι ο Ηλιού ήταν από τους πρώτους, που διέγνωσε το 1992 πως η ελληνική στάση απέναντι στη Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν ήταν ένα απλό ζήτημα εξωτερικής πολιτικής αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ, που θα επιδρούσε στις αξίες, στον ιδεολογικό προσανατολισμό και στον χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, που άλλαξε τελικά σε μεγάλο βαθμό την βασική πηγή αναφοράς και νομιμοποίησης της μεταπολίτευσης, αντικαθιστώντας τον «λαό» με το «έθνος», που έφτασε στο σημείο όχι μόνο να διασύρει αλλά ακόμα και να ποινικοποιήσει την αντίθετη άποψη. Ο Ηλιού, συνδυάζοντας ιδανικά την επιστημονική αμεροληψία με την πολιτική μεροληψία και στράτευση και ακολουθώντας πιστά το πρόταγμα «όποιος θέλει να είναι αντι-εθνικιστής αντιπαλεύει πρώτα τον εθνικισμό της δικής του χώρας και όχι των γειτονικών», πρωτοστάτησε στην υπογραφή του περίφημου κειμένου των «169» διανοουμένων, που αποτέλεσε το πρώτο ανάχωμα στην εθνικιστική υστερία της εποχής εκείνης.
Οι πιο πολλοί/ές σ’ αυτή την αίθουσα δεν γνωρίζετε ίσως ότι το κείμενο αυτό το έχουμε υπογράψει και οι δύο σημερινοί παρουσιαστές του βιβλίου, ότι στα Γιάννενα διοργανώθηκε μια από τις πρώτες, ίσως και η πρώτη δημόσια αντι-εθνικιστική εκδήλωση τον Απρίλιο του 1992, ότι όσοι το υπογράψαμε πληρώσαμε το τίμημα των προσωπικών επιθέσεων και ότι στα Γιάννενα διευρύναμε τον κύκλο των υποστηρικτών του κειμένου με ένα δεύτερο κύμα δημόσιων υπογραφών.
Νομίζω ότι αυτό το προηγούμενο δείχνει το δρόμο για την κοινωνική ευθύνη των επιστημόνων, των ιστορικών – αλλά όχι μόνο αυτών. Στις μέρες μας, που η αντιρατσιστική νομοθεσία χρησιμοποιείται για να διωχθεί ποινικά ο Καθηγητής Ρίχτερ για τις απόψεις του, ανεξάρτητα αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί μαζί του, αλλά όχι και ο Αμβρόσιος Καλαβρύτων για τις δημόσιες ύβρεις του, που το «εθνικό σπορ του διασυρμού» γνωρίζει νέες μέρες δόξας, που η κατασκευή της σύγχρονης εθνικοφροσύνης περνάει μέσα από τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό «εθνομηδενιστές» (ή μήπως τελικά αυτός ο χαρακτηρισμός δεν είναι και τόσο νέος αλλά έρχεται από το σκοτεινό παρελθόν της παλιάς εθνικοφροσύνης ;), η μόνη απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η τεκμηριωμένη κατάρριψη ανορθολογικών μύθων και στερεοτύπων, η εκλαϊκευση της ιστορικής γνώσης ακόμα και με δημόσια μαθήματα εκτός Πανεπιστημίου, και εν κατακλείδι η διεκδίκηση δημόσιας φωνής και δημόσιου ρόλου από τους Έλληνες ιστορικούς. Το βιβλίο του Χάρη Αθανασιάδη ανταποκρίνεται, και με το παραπάνω, στις ανάγκες αυτές !
Γιάννενα 14-12-2015
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...