Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Πέτρος Θεοδωρίδης: ΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ή ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΡΙΣΗΣ


Πέτρος Θεοδωρίδης: ΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ή ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΡΙΣΗΣ (ένα ψηφιακό ψηφιδωτό )
29 Δεκεμβρίου 2010 

...εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι είχανε μαζευτεί ξαφνικά ο ένας κοντά στον άλλο όχι από αγάπη η συμπόνια η έστω από φόβο αλλά τρέμοντας μες την ανησυχία για κάτι απροσδιόριστο άγνωστο και απειλητικό ,δεν ήταν φόβος ήταν μάλλον αγωνία κάτι σαν κυματισμός , εναλλασσόμενα συναισθήματα δέους , οργής, θλίψης που όμως ποτέ δεν μετουσιωνόταν σε πένθος αλλά παρέμεναν σαν κύματα σε μια θάλασσα που φαινόταν ότι θα αγρίευε συσσωρεύονταν σύννεφα αγριεμένα και ο ουρανός άλλαζε χρώματα μωβ , μπλάβο, βαθύ βυσσινί άλλοτε κατακόκκινος πάντα όμως με ένα υπόστρωμα μαύρου , απειλητικού, μιας σκοτεινιάς ανεξήγητης τ 'αστέρια κρύβονται και αρχίζει να λυσσομανά ο αέρας και εκείνοι -οι άνθρωποι- ένιωθαν την καρδιά τους να σφίγγεται και έναν κόμπο στον λαιμό, εντωμεταξύ συνέχιζαν να ασχολούνται με τις εργασίες τους η να ερωτεύονται να καβγαδίζουν, να κάνουν παιδιά , να πηγαίνουν σχολειό , να παρκάρουν ,να κάνουν μπάνιο , να συνομιλούν ακατάπαυστα ξέροντας όμως υπόκωφα πως τίποτε πια δεν είναι όπως πριν και αύριο ,μεθαύριο η και την επομένη ώρα η ζωή ολονων θα άλλαζε ριζικά προς το χειρότερο και ότι δεν υπήρχε κάποιος υπεύθυνος ο ένας και μοναδικός φταίχτης ο αποδιοπομπαίος τράγος οπού θα μπορούσαν να ξεσπαθώσουν να τον βάλουν φυλακή να του βγάλουν τα έντερα να τον αποκεφαλίσουν ώστε να βγάλουν το άχτι τους και ότι μάλλον υπήρχαν χιλιάδες η μάλλον εκατομμύρια αίτια αυτής της παράξενης και ανεξήγητης κρίσης που συσσωρεύτηκαν για χρόνια σαν τα σκουπίδια που σχημάτιζαν βουνά γύρω από τις πόλεις τους ενόσω αυτοί συνέχιζαν να ψωνίζουν στα σουπερμάρκετ να διασκεδάζουν στα πολυσινεμα σ'αυτήν την κρίση που σέρνονταν για χρόνια κι έμοιαζε με εκείνο το πανάρχαιο Φίδι που έτρωγε σύμφωνα με τον μύθο την ουρά του ακατάπαυστα μονό που τώρα δεν ήταν η ουρά αλλά τα ίδια τα παιδιά του που έτρωγε αυτό το Φίδι που ήταν ο Χρόνος αυτοπροσώπως ,ο Κρόνος.(το κακό είναι πως οι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν τον Χρόνο σαν την σκιά που ούτως η άλλως τους συντροφεύει είτε φαίνεται μεγάλη είτε εξαφανίζεται ανάλογα με την φορά των ηλιαχτίδων που είναι όμως πανταχού παρούσα σαν τους χτύπους της καρδιάς ,σαν την αναπνοή , την εισπνοή την εκπνοή ,ο χρόνος ,αναπόφευκτη σκιά όπως κι ο θάνατος, νόμιζαν ότι μπορούν να τον απωθήσουν να τον ξεχάσουν να τον αναβάλλουν παίζοντας με την απόλαυση , καταναλώνοντας και φωνάζοντας ''Ακόμα'' ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ,ΕΝΑ ΠΑΓΩΤΟ ,ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΜΠΑΡΜΠΙ ,ΤΥΧΕΡΆ ΠΑΙΧΝΙΔΙA ,ακόμα ένα ΚΙΝΗΤΟ , ΕΝΑ ΛΑΠΤΟΠ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ακόμα ενώ εκείνος τους κατέτρωγε τα σωθικά , στριφογυρνώντας μέσα σα σκουλήκι ,σαν πεταλούδα εκκολαπτόμενη μες το κουκούλι της εντός μας, σαν προνύμφη)................


.....κι όμως διψούσαν για να συνεχίσουν την ζωή που μέχρι τώρα έκαναν-να πηγαίνουν με τα αυτοκίνητα τους πάνω κάτω σε ένα ατελείωτο μποτιλιάρισμα να στέκονται ώρες στην ουρά έξω από τα κέντρα διασκέδασης ,να αλαλάζουν σιωπηλοί μπρος τη μεγάλη οθόνη να κάνουν έρωτα μηχανικά ,να αυνανίζονται μέσα σε μια ατελείωτη φαντασίωση ενώ ήξεραν ότι πάντα η απόλαυση ήταν αλλού και άλλη και κλεμμένη και ενώ, ενδόμυχα ,επιθυμούσαν κάπου όλο αυτό το γαϊτανάκι να τελειώσει να ξαναβρούν την αθωότητα να σταματήσει το κακό και όμως ,συνέχιζαν σαν τα τυφλά γαϊδούρια να σέρνουν τον τροχό του μαγγανοπήγαδου : ελπίδα ,αθωότητα ,διάψευση , εμμονή, συσσώρευση εμπειριών σε ένα κυνήγι μιας ευτυχίας το ίδιο μάταιο όπως η ζωή τους ,ενώ βαθιά φυτεμένη μέσα τους ακουγόταν η σιωπηλή επιταγή του Υπερεγώ: Απήλαυσε το ! Μα..τι;
Ώσπου ξαφνικά το έδαφος άρχισε να γλιστρά από τα ποδιά τους και άνοιγαν κάποιες από τις τρύπες της κόλασης:ανοίγματα πού φαίνονται στο μάτι σαν ρωγμές στα βράχια , άλλες ορθάνοικτες και άλλες περιορισμένες και στενές ενώ όλες ήταν ακανόνιστες και μαύρες,εβγαιναν από μέσα τους αναθυμιάσεις σαν πυκνή ομίχλη
κι εκείνη η μυρωδιά από θειάφι απροσδιόριστη ,αναδύονταν και να σιγά σιγά πού από μια τέτοια οπή αναδύεται ο ίδιος ο σατανάς ,όχι εκείνος με τα κέρατα και τη διχαλωτή ουρά αλλά ο άλλος, πανέμορφος και μελαγχολικός ,μεγαλόπρεπα απεχθής εκπεσών και ανήμπορος με δακρυσμένα μάτια ,κατάμαυρος σαν τη νυχτια,αλήτης του επέκεινα διεφθαρμένος ως τα βάθη της ψυχής του, μόνος…


... και όλοι απομακρύνονταν κατατρομαγμένοι ,κραυγάζοντας , τρεμοντας,κλαιγοντας και άρχισε να αχνίζει ένα συναίσθημα που έμοιαζε με αγανάκτηση όμως δεν ήταν: ητανε τρόμος που μεταμφιέζονταν σε αγανακτηση,ητανε αγωνία μασκαρεμένη σε οργή, ήταν δείλια που εμφανιζόταν σαν μίσος.....
και αυτό που εμφανιζόταν σαν συμπυκνωμένο μίσος ,οργή ,αγανάκτηση ήταν στην πραγματικότητα ένα συναίσθημα αερινο,ρευστο , υγρό , σαν Ομίχλη ....
...και όλοι παράμεναν  καθηλωμένοι στις θέσεις τους και κοαζανε σαν βάτραχοι που κολυμπούν σε βαλτοκαι κοιτούσαν καχύποπτα ο ένας τον άλλον ,οργανωμένοι σε μικρές σφιχταγκαλιασμένες ομάδες που τις ένωνε ο κοινός τρόμος και ζητούσαν Δικαιοσύνη δήθεν αλλά εννοούσαν εκδίκηση : και ούτε καν εκδίκηση για το πραγματικό κακό που όλοι έβλεπαν ότι θαρθει αλλά για το αλλο,το φαντασιακό, ανάμνηση μιας ψεύδους πληγής , ενός τραύματος που δεν μπορούσαν καλά να θυμηθούν ποιος το προκάλεσε και τι στο κάτω ήταν ,ποιο μέρος του σώματος ή της ψυχικής τους δομής είχε πληγωθεί η μήπως αυτό που νιώθαμε σαν τραύμα ήταν η ιδία η τρωτότητα της ύπαρξης τους -το ότι έστω για λίγο νεάσανε πως ήταν απλώς θνητοί ,το ότι δεν ήσαν απέθαντοι και πως μπορούσαν να σβήσουν το ίδιο συμπτωματικά όπως γεννήθηκαν ,σαν τα μυγάκια που κολλούν στη γλώσσα των βάτραχων- και ότι ήσαν ανήμποροι μπροστά σε αυτό το Κακό, που αδιάφορος για το μικρό προσωπικό δράμα του καθενός τους , για την μιζέρια την θλίψη ,την αγωνία τους ,ολοταχώς ερχόταν σαν Τυφώνας...που πολύ φυσικό δεν τους έβλεπε..όπως δεν μας βλέπει ποτέ το Πράγμα που είτε το ποθούμε είτε το φοβόμαστε η και τα δυο μαζί γιατί είναι κάτι παραπάνω το Πλεόνασμα μας , αυτό που ξεχειλίζει από μέσα μας ,αυτό που όλοι εκ-σωτερικεύουμε ,η ιδία μας η ορμή ,η συσσωρευμένη μας λίμπιντο το απόσταγμα των δικών μας παθών , ενοχών ,απωθημένων ,των δικών μας παραλείψεων και πράξεων

Το Πραγμα,σαν το Τερας του Φρανκεσταιν , αυτονομημένο , ημιανθρώπινη μηχανή, το Τέρας των αγορών ,τα σπρεντς , τα τοξικά ομολόγα ,τα δάνεια που έγιναν βραχνάς ,το χρήμα σαν το πορτραίτο του Ντοριαν Γκρευ όπου αυτοί νόμισαν ότι μπορούν να φορτώσουν εκεί την μιζέρια τους , την Μοχθηρία τους και τον Μόχθο των άλλων ,συμπυκνωμένη,παγωμένη , να απωθήσουν εκεί τα σκοτεινά συναισθήματα ,να κρύψουν τις αμαρτίες τους (όπως ο Μίδας που προσπάθησε να κρύψει το μυστικό του σε μια τρύπα)για να συνεχίζουν αυτοί να παραμένουν αρυτίδωτοι ,αιώνια νέοι λες και η χώρα τους ήταν χώρα των Ατλάντων και να που η μαγεία διαλύθηκε και είδαν ότι η χώρα ήταν έρημος και όλα αυτά τα φανταστήκανε ,δεν ήταν ο χρόνος που παγιδεύτηκε αλλά αυτοί σε έναν αντικατοπτρισμό μεγαλείου και δεν υπήρχε νερό -πραγματικό νερό-σ'αυτον τον τόπο.
και ένιωσαν ότι έγιναν ξένοι σε ένα κόσμο όπου νόμιζαν ότι είναι σπίτι τους. ένιωσαν ξανά παιδιά, αβέβαια για τους εαυτούς τους σε ένα αποξενωμένο κόσμο,ομως δεν ένιωθαν πια αθώοι καθώς μοιάζανε όλο και περισσότερο με τον χαμαιλέοντα, ζώο ‘'πού αλλάζει χρώμα ανάλογα με τον τρόπο πού βρίσκεται και μπορεί να γίνει από μαύρο ως απαλό πράσινο, ενώ το μόνο χρώμα πού δεν μπορεί να πάρει είναι το λευκό, το χρώμα της αθωότητας’’ ...
..... και
έτσι προτιμούσαν να μένουν μισοτελειωμένοι-νομίζοντας ότι είναι ατελειωτοι,ατελευτητοι περίπου αθανατοι,οχυρωμένοι-ταμπουρωμένοι μάλλον- σε ένα ελάχιστο εαυτό που σχεδόν δεν ανέπνεε κλεισμένος σε μια ενδόμυχη στοά -σαν εκείνο το πλάσμα στην Στοά του Κάφκα που προκειμένου να αντέξει τον φόβο παρέμενε σιωπηλό ελπίζοντας ότι η ακίνητη του εκούσια ησυχία δεν θα προκαλούσε τον εχθρό-και δεν ήθελαν να ξέρουν ούτε το πρόσφατο παρελθόν ούτε κυρίως το μέλλον -προτιμώντας να βυθιστούν σε ένα απώτατο εξωραϊσμένο παρελθόν , φαντασιακά αναπλασμένο ώστε να Νομίζουν πως το ελέγχουν .. Και αίφνης βούτηξαν στις υπόγειες στοές τους σαν τους τυφλοπόντικες ..Και περίμεναν .. Και τις ελάχιστες φορές που έβγαιναν έξω δείχναμε ο ένας στον άλλον τα Μυτερά  τους δόντια :'' Εσύ φταις '''
...και κλείναμε τις πόρτες και τα παράθυρα σφαλιστά ,αμπαρώνονταν και μενών σπίτια τους με χαμηλωμένα φωτά δήθεν για οικονομια,ελπίζοντας να ξορκίσουν έτσι το κακό,προσπαθώντας να μιλάνε χαμηλόφωνα ή και άηχα διαβάζοντας ο ένας τα χείλη του άλλου (αυτοτο κατάφερναν κυρίως οι γυναίκες κοιτάζοντας τα μάτια και τα χείλη των συζύγων τους με ψεύτικη λατρεία δηλαδή μεταμφιεσμένο φόβο...)
ή κάποιες φορές βγάζοντας άναρθρες πνιχτές κραυγές όπως καμιά φορά νομίζουμε πως βγάζουμε στους εφιάλτες μας και μετά ξυπνάμε λουσμένοι στον ιδρώτα,ή ακόμα,περπατωντας ακροποδητί προσπαθώντας να κάνουν όσο το δυνατόν λιγότερο θόρυβο λες και θα μπορούσε να τους προσέξει ο Τυφώνας -τόσο ανάλαφρα και προσεκτικά λες και σεβόντουσαν το ίδιο τους τον σκελετά λες και τρίμηνε μη σπάσουν τα οστά τους . Και ένιωθαν τόσο εύθραυστοι από μέσα όσο κι από έξω
Και μάθανε πως το όνομα του Πράγματος ήταν Χρέος ....Και σφίχτηκε η κάρδια τους



Δεν υπάρχουν σχόλια:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...