Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗ MAOYTXAOYZEN : ΑΛΛΙΩΤΙΚΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ...




 Ήταν Απρίλης
.
Κι ήταν χίλια εννιακόσα σαράντα πέντε
.
Είχαμε αρχίσει να το ξέρουμε πως ο πόλεμοςπάει να τελειώσει
...
Τα σημάδια ήταν πολλά
.
Τα μεγάφωνα που ήταν μέσα στις παράγκες για ν' ακούμε τ'ανακοινωθέντα της Βέρμαχτ και τους λόγους του Χίτλερ είχαν από καιρό βουβαθεί
.
 Κάθε μέρα ο ουρανός έτριζε από εκατοσταριές αμερικάνικα βομβαρδιστικά που έρχονταν απ'τη μεριά της Γαλλίας
.
Ένα απόγεμα μετρήσαμε πάνω από χίλια
.
Οι ΕςΕς έβγαιναν απ'τις παράγκεςτους και τα κυνηγούσαν με βλαστήμιες
.
Ύστερα ανάβανε τσιγάρα ,αρχίζανε τα καλαμπούρια ,ώσπουνα τους πιάσει υστερία από τα γέλια
.
 Ο ούντερσαφ φύρερ Λέεμπ,γραμματέας στην Πολιτική Διεύθυνση ,έκλεβε φαΐ απτην κουζίνα των αξιωματικών και μας το μοίραζε για να μας αποδείξει πόσο πονόψυχος είναι
.
 Οι ΕςΕς έδεσαν έναν Πολωνό αγκαλιά με τέσσερις πεθαμένους και τον άφησαν έτσι τέσσερις μέρες στην απομόνωση
.
Όταν την πέμπτη μέρα βγήκε ,
γύριζε από παράγκα σε παράγκα κι έλεγε πως οι πεθαμένοι του είπαν ότι «ο Στάλιν θα 'ρθει το Μάη»
ελευθερία ήρθε το Μάη
Στις 5 του Μάη  ,λίγο πριν απ'το μεσημέρι ,ένα θεόρατο αμερικάνικο τανκ ,καπνισμένο και σημαδεμένο απ'τον πόλεμο
,
γκρέμισε την πύλη του Μαουτχάουζεν και μπήκε στον περίβολο
.
Οι πολεμιστές μάς κοίταζαν σαστισμένοι ,περήφανοι ,περίλυποι ...
Καλά που κάνανε και μείνανε έκει ψηλά ,στη ράχη του τανκ
.
Γλιτώσανε από τόσες μάχες .
Απ τη χαρά μας δε θα γλιτώνανε
.
 Ουρλιάζαμε
,
ξεσκίζαμε τα ρούχα μας
,
ταρακουνιόμαστε σα δαιμονισμένοι
.
Στριμωχνόμαστε
,
 ποδοπατιόμαστε για να φτάσουμε κοντά στο τανκ
.
Πολλοί πέφτανε πάνω και φιλούσανε τακαπνισμένα σιδερικά κι άλλοι χτυπούσανε πάνω τα κεφάλια τους και κλαίγανε
.
 Ξαφνικά άρχισαν ανάμεσά μας να φυτρώνουν σημαίες
.
Αμερικάνικες
,
ρώσικες
,
εγγλέζικες
,
 ισπανικές της Δημοκρατίας
,
τσέχικες
,
πολωνέζικες
,
ελληνικές
,
γιουγκοσλάβικες
,
ιταλικές
...
Όλεςκαμωμένες από ματισμένα κουρέλια και χοντροβελονιά
.
Οι πιο πολλές μυρίζανε λαδομπογιά
.
Οι σημαίες μάς ανάψανε ακόμα πιο πολύ
.
Πηδούσαμε
,
αλαλάζαμε
.
Ταυτόχρονα στα χαμηλά γίνονταν άλλες δουλειές
.
Ένιωσα δυο χέρια να γατζώνονται στο πόδι μου
.
Έσκυψα να δω
.
Δυο Ισπανοί
,
τον έναν τον ήξερα
,
είχαν ρίξει μπρούμυτα έναν επιστάτη και τον πετσοκόβανε με σουγιάδες
.
Είδα κιέπαθα να λευτερώσω το πόδι μου απ'τα χέρια του
.
Άμα το κατάφερα να τραβηχτώ ,πάτησα πάνω στην κοιλιά ενός άλλου επιστάτη που τον είχαν πνίξει μ'ένα λουρί
.
Άλλοι είχαν αποκάμει απ'το συνωστισμό
,
πέσανε ,ποδοπατηθήκανε και ξεψυχούσανε στα πόδια μας
εφιαλτες
Απ'τις 5 του Μάη , απ'τη μέρα που η ζωή στο Μαουτχάουζεν έπαψε να'ναι εφιάλτης
,
ο εφιάλτης κρύφτηκε στον ύπνο μας και γίνηκε όνειρο .
Ήταν αλλιώτικα όνειρα
,
αλλιώτικοι εφιάλτες
.
Ο Πέτρος απ'τη Θήβα σπάραξε απ'το φόβο που τον έσφιγγε ,μούγκριζε χωρίς να μπορείνα ξυπνήσει και να γλιτώσει
.

«Η φωνή μου πνίγεται»έλεγε, «σα να μου βουλώνουνε το στόμα!Τα μάτια κολλάνε ,δεν ανοίγουνε ».
 Ξέραμε καλά τι εννοούσε
.
Όλοι το ίδιο παθαίναμε
,
γι 'αυτό κι είχαμε μαζευτεί σε κοντινά κρεβάτια
.
 Μόλις κάποιος άρχιζε να μουγκρίζει
,
οι διπλανοί τινάζονταν αμέσως να τον ξυπνήσουν και να τονγλιτώσουν
.
 Τι είδες Πέτρο;

Η μάνα μου καθότανε στο τραπέζι μας ,είχε τη λάμπα του πετρελαίου και μου 'γραφε ένα γράμμα.Εγώ το'χα σκάσει από δω κι ήμουν κάτω απ'το τραπέζι .Της μιλούσα και δε μ'άκουγε. Ο Πέτρος έμεινε μαζί του.
Ήθελε σώνει και καλά να μάθει τα λόγια.
 Κάθε πρωί οι πιο πολλοί ξυπνούσαμε με την ίδια αγωνία
:

«Σε ποιόν θα τα πούμε όλαυτά ;Πού θατα πούμε;Ποιος θα τα’ακούσει
;
Πού θα παραδοθούν όσα είδαμε. Κάθε πρωί οι πιο πολλοί ξυπνούσαμε με την ίδια αγωνία
:

«Σε ποιόν θα τα πούμε όλαυτά;Πού θατα πούμε;Ποιος θα τακούσει;
Πού θα παραδοθούν όσα είδαμε;»






Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗ : Μαουτχαουζεν. Ο ΤΣΕΧΟς η πως οι ΕΣ ΕΣ εξοντωναν το θαρρος




  Ένας άλλος κρατούμενος,Τσέχος αυτός,καταδικασμένος σε θάνατο,είχε τολμήσει να δείξει θάρρος.
 Τον πήραν και τον πήγαν στο δάσος
.
Πέντε στρατιώτες κι ένας υπαξιωματικός.Οι ΕςΕς είχανποικιλία στον τρόπο που σκότωναν
.
Κι έτσι τα βράδια στις λέσχες τους,την ώρα που παίζανε μπιλιάρδο και σκάκι,είχανε κάτι να λένε και να ευχαριστιούνται
.
Ο ΕςΕς υπαξιωματικός τα'χε κανονίσει έτσι ώστε η εκτέλεση να γίνει το μεσημέρι
.
Οι ΕςΕς στρατιώτες είχανε πάρει το συσσίτιό τους μαζί
.
Είπαν στο μελλοθάνατο να περιμένει κι αυτοί καθίσανε στο χορτάρι να φάνε
.
Τονρώτησαν αν θέλει να φάει κι αυτός
.
Τους είπε πως το μόνο που θέλει είναι να τον σκοτώσουν αμέσως
.
 Ο υπαξιωματικός του απάντησε πως δεν πρέπει να βιάζεται
,
γιατί αυτουνού«του αρέσει όταν είναιεκδρομή να τρώει αργά .Εκτός αν προτιμά καμιά ξώφαλτση σφαίρα για πρώτη δόση».

 
Ο Τσέχος δε μίλησε
.
 Σαν αποφάγανε και καπνίσανε,ο υπαξιωματικός διάταξε τους στρατιώτες να ετοιμαστούν
.
Μπήκανστη γραμμή,σήκωσαν τα όπλα. Ο Τσέχος κοίταζε ήρεμος τα όπλα
.
Ο υπαξιωματικός δεν είπε«πυρ».
Τους έκαμε νόημα να κατεβάσουν τα όπλα
.
Έβγαλε τα τσιγάρα του και πρόσφερε στο μελλοθάνατο
.
Αυτός αρνήθηκε
.
   Ύστερα ο υπαξιωματικός του είπε"Φύγε,είσαι ελεύθερος .
Αυτά όλα γίνανε για να καταλάβεις πως αυτό που έκανες και σε φέρανε στο Μαουτχάουζεν δεν πρέπει να το ξανακάμεις
.
Φύγε ...»

Ακούστε,είπε ο Τσέχος,δε φοβάμαι να βλέπω τα όπλα σας Δε χρειάζεται να με πυροβολήσετεστην πλάτη
...

Ώστε δε φοβάσαι !μούγκρισε ο ΕςΕς .Τότε απλώς θα σου δέσουμε τα μάτια
.

Δε θέλω τίποτα ,δε φοβάμαι ! Γιατί με βασανίζετε ;Πυροβολήστε να τελειώνουμε
...

Ούτε τα μάτια ;ξαναμούγκρισε ο ΕςΕς
Τότε κλείστα αυτά τα γουρουνίσια μάτια
,
κλείσ'τα να μην τα βλέπω
...
 Κι όσο τα ' λεγε αυτά ,χτυπούσε το μελλοθάνατο στο πρόσωπο με μια βέργα
.
 Ο Τσέχος δεν έκλεισε τα μάτια
.
Ο υπαξιωματικός πρόσταξε να τον δέσουνε γερά σ'ένα δέντρο
.
Όταντον δέσανε πλησίασε ,έβγαλε το σουγιά του ,τον άνοιξε ,τύφλωσε τον Τσέχο κι ύστερα τον ρώτησε
:

«Μας βλέπεις τώρα;».

Όχι αλλά σας θυμάμαι,απάντησε ο μελλοθάνατος
.

Ε ,τότε , πριν σε σκοτώσω θα σε κάνω να μας ξεχάσεις ,συνέχισε ο ΕςΕς . Πριν τον αποτελειώσουν τον βασάνιζαν επί ώρες.Άρχισε να παραληρεί και να λέει ασυναρτησίες . Τον έλυσαν απ'το δέντρο και διασκέδαζαν βλέποντάς τον να σέρνεται ,να σηκώνεται,να σκουντουφλά ,να πέφτει ,να ξανασηκώνεται ,να τρακέρνει πάνω στα δέντρα
.
Όταν νομίσανε πως είχε αρκετά εξευτελιστεί η αντοχή και το θάρρος του ,τον αποτελειώσανε μ'όλα τα τυπικά μιας καθωσπρέπει εκτελέσεως.
Ο Πολωνός ποιητής Μάριαν Μπόγκους έλεγε
:
«Οι ΕςΕς είναι διαλεγμένοι κακούργοι,αλλά κακούργοι διαλεγμένοι δειλοί.Μόνο δειλοί κακούργοι μπορούν ναναι τόσο διεστραμμένοι ».
πηγη: https://www.scribd.com/doc/73400067/%CE%9C%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%87%E1%BD%B1%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%B5%CE%BD-%CE%99%E1%BD%B1%CE%BA%CF%89%CE%B2%CE%BF%CF%82-%CE%9A%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%E1%BD%B3%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%82

,



εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου