Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

η ζήλια (του Πέτρου Θεοδωρίδη- μικρο δειγματολογιο συναισθηματων- απο την Απάτηλη Υποσχεση της Αγάπης)




ο Άγιος Αυγουστίνος έβλεπε την ζήλια ως φθόνο ,ως μοχθηρία ,βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη ψυχή «Η αθωότητα των παιδιών βρίσκεται στ΄ ανίσχυρα μέλη τους και όχι στην ψυχή τους. Κάποτε κάθισα για ώρα μονάχος και παρατηρούσα ένα παιδί. Ξεχείλιζε από μοχθηρία. Δεν μιλούσε ακόμη, όμως χλόμιαζε από χολή και κοίταζε με ζήλια τον ομογάλακτο αδελφό του. Ποιος δεν τα ξέρει αυτά; Οι μάνες και οι παραμάνες λένε πως ξορκίζουν αυτό το μακό, μακάρι να ¨ξερα με πιο φάρμακο. Τι είδους αθωότητα όμως είναι αυτή, να τρέχει πλούσιο και άφθονο το γάλα από τη μητρική πηγή, κι εμείς να μην αντέχουμε να το μοιραστούμε μεν αδελφό που το έχει τόσο ανάγκη γιατί αυτό είναι η μοναδική τροφή που το κρατά ζωντανό ;»*,
Για τον Λακάν ο-φθόνος(invidia] είναι ιδιότητα του βλέμματος προέρχεται από το ρήμα Videre (βλέπω) «H invidia η πιο υποδειγματική είναι αυτή που διαπίστωσα εδώ και πολύ καιρό στον Αυγουστίνο για να περιγράψω ολόκληρο το ριζικό της , δηλαδή τον φθόνο του μικρού παιδιού που κοιτάζει τον αδελφό του κρεμασμένο στο στήθος τη μητέρας του , που τον κοιτάζει μ ένα βλέμμα πικρό., που του αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά κι έχει πάνω του την ενέργεια ενός δηλητηρίου
Εκείνο που το μικρό παιδί , η οποιοσδήποτε φθονεί΄, δε είναι διόλου αναγκαστικά εκείνο που θα μπορούσε να ορέγεται. Το παιδί που κοιτάζει τον μικρό του αδελφό, ποιος μας λέει ότι έχει ακόμη ανάγκη να είναι στο μαστό; Καθένας ξέρει ότι ο φθόνος προκαλείται συνήθως από την κατοχή αγαθών που , γι αυτόν που φθονεί δεν θα χρησίμευαν σε τίποτε, και που ούτε καν υποψιάζεται την αληθινή τους φύση. Αυτός είναι ο αληθινός φθόνος. Κάνει το υποκείμενο να χλομιάζει μπροστά σε τι;- μπροστά στην εικόνα μιας πληρότητας που ξανακλείνεται**
Δηλαδή η ζήλια, ο φθόνος έρχεται όταν αισθάνεται κανείς αποκλεισμένος από μια πληρότητα που ξανακλείνεται. Ζήλια που συνοδεύεται από μια ενδόμυχη φράση:«δεν μ¨ αγαπάει πια , ή δεν μ ¨αγαπάει αρκετά. Η δεν μ ¨αγαπάει τόσο…».


Ας θυμηθούμε τις προπατορικές αιτίες και συνέπειες της ζήλιας Στην Βίβλο Η ζήλια αφορά στην ιστορία του Αβελ και του Καιν «Στην πορεία του χρόνου ο Καιν έκανε στον Κύριο μια προσφορά των καρπών της γης και ο Αβελ προσέφερε το πρωτογέννητο από το κοπάδι του . Και ο Κύριος εκτίμησε τον Αβελ και την προσφορά του αλλά δεν εκτίμησε τον Καιν και τη δική του προσφορά . Ο Καιν θύμωσε πολύ και το ύφος του σκοτείνιασε: Ο Κύριος είπε στον Καιν «Διατί είσαι οργισμένος και διατί είσαι κατηφής; Αν έπραξες ορθώς δεν θα έπρεπε να είσαι ευτυχής; Αν όχι, η αμαρτία παραμονεύει στην πόρτα . Ο πόθος της ζητά να σε καταλάβει αλλά εσύ πρέπει να τον δαμάσεις » Ο Καιν είπε στον αδελφό του Αβελ ;«Πάμε έξω στον αγρό» Κι όταν βρέθηκαν στον αγρό ο Καιν επιτέθηκε στον αδελφό του και τον σκότωσε Μετά την δολοφονία , ο Καιν κλήθηκε σε απολογία « Ο Κύριος είπε στον Καιν : Που είναι ο αδελφός σου, ο Αβελ ; Εκείνος απάντησε « Δεν ξέρω, είμαι ο φύλακας του αδελφού μου ,»Αλλά ο Κύριος του είπε ότι το αίμα του αδελφού του πότιζε τη γη και πως από τη στιγμή εκείνη και μετά όταν καλλιεργούσε τη γη αυτή δεν θα του απέδιδε τους καρπούς της. Και δόθηκε στον Καιν, όπως και σε όλους προσβλήθηκαν τόσο πολύ από τη ζήλια μετά από αυτόν η εξής κατάρα « θα είσαι πλάνης και περιπλανώμενος πάνω στην γη»


Η παγκοσμιοποίηση, μοιάζει τυφλή. Θυμίζω πώς το μεγάλο ερώτημα των ταυτοτήτων δεν είναι μόνο το ποιος είμαι αλλά και για ποιόν είμαι ,ποιος θα ήθελα να με δει. Η Παγκοσμιοποίηση μας εγκαλεί αλλά προς τα πού; Τι θέλει από μας αυτή η καινούρια μητέρα- ή μητριά -με το απροσδιόριστο ακόμα βλέμμα;
* Αγίου Αυγουστίνου Εξομολογήσεις** Zακ Λακάν , Το Σεμινάριο βιβλίο ΧΙ

Τι γυρεύει μια ψυχίατρος σε παρουσίαση ποιημάτων ; ΟΨΙΜΗ ΣΠΟΡΑ/αναδημοσιευση απο το Μπλογκ της πολυαγαπημένης μου ΔΕΚΑΝΟΣΤΙΜΗΣ



             
                           

        -Ομιλία της Κάτιας Χαραλαμπάκη* στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής   ΟΨΙΜΗ  ΣΠΟΡΑ 15/6/2016
 ------------------------------
Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που μού ζητιέται και δέχομαι να παρουσιάσω μια ποιητική συλλογή. Αυτό έγινε λόγω της σχέσης μου με την Τασία (μακρόχρονη, αλλά περισσότερο θεσμική παρά προσωπική). Στα 40 χρόνια της γνωριμίας μας δεν ξέραμε πολλά, βαθύτερα-προσωπικά, η μια για την άλλη, εγώ γνώριζα ότι τραγουδάει ωραία αλλά δεν είχα ιδέα για τη σχέση της με την ποίηση. Όμως, όταν πήρα το βιβλίο στα χέρια μου, δύο ήταν οι συναισθηματικές καταστάσεις που μου δημιουργήθηκαν: Η πρώτη, μια μεγάλη, ευχάριστη έκπληξη για τα ποιήματα-πονήματα που διάβασα και μια καινούργια ματιά για την Τασία. Η δεύτερη, αμηχανία, έως φόβος, γι’ αυτό που καλούμουν να κάνω. Τι θα ήταν αυτό; Τι γυρεύει μια ψυχίατρος σε παρουσίαση ποιημάτων; Σαν πρωτάρης μαθητής αναρωτιόμουν.
Επομένως, αυτή η ώρα θα μπορούσε να είναι όψιμη σπορά και για μένα.  Όχι για να γίνω κριτικός τέχνης, αλλά για να δοκιμάσω τη ματιά του ψ σε ένα τελείως διαφορετικό πεδίο.
Διαφορετικό; Πόσο, αλήθεια, διαφορετικό;
«Όπου κι αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα πως ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί» (Sigmund Freud).
Θα σταθώ σε τρία σημεία της συλλογής, τρία σημαντικά θέματα για μένα: τον χρόνο, το Υπερεγώ, την επικοινωνία.
Α. Το θέμα του Χρόνου.
Ο χρόνος δεν υπάρχει
Μόνο αν τον εφεύρεις
Έχει χιούμορ ο χρόνος
Σαν παιδί σε περιπαίζει
Ο χρόνος
Ο χρόνος δεν υπάρχει και στα ποιήματα της Τασίας. Με έκπληξη διαβάζει κανείς πως το απόλυτα σημερινό σε νόημα ποίημα Πρωτομαγιές: Η κόκκινη ελπίδα, ΑΝΕΣΤΙΑ ΚΑΙ ΠΕΝΗΣ είναι ποίημα της Πρωτομαγιάς του 1981 (τότε που ελπίζαμε στο 17% και κάποιοι κρυφοκοίταζαν από τις κλειδαρότρυπες τον πράσινο ήλιο που άρχιζε να λάμπει στον ορίζοντα).
Η θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων (της Melanie Klein)  υποστηρίζει ότι για να αποκτήσει το βρέφος την έννοια του χρόνου, πρέπει να περάσει από μια διαδικασία που περιλαμβάνει τη μητέρα ως αντικείμενο που ικανοποιεί, αλλά και ματαιώνει. Έτσι, με την απαρτίωση των «καλών» και «κακών» εμπειριών, αναπτύσσεται η αναγνώριση του παρελθόντος ως εμπειρία.  
Αλλά αναλογίες στο θέμα του χρόνου θα βρει κανείς ανάμεσα στην ποίηση και την ψυχοθεραπεία. Ο τελετουργικός χρόνος της ψυχοθεραπείας  συνδέει τον πραγματικό χρόνο με το άχρονο του Ασυνείδητου.
Ο Freud είχε πει ότι ο χρόνος είναι συστατικό στοιχείο στην οργάνωση και τη λειτουργία του Εγώ. Ο όρος «άχρονο» αποδίδεται στο όνειρο και στο ασυνείδητο. Ακριβώς σε αυτό το «άχρονο» ο ψυχοθεραπευτής βοηθάει τον θεραπευόμενο να καταδυθεί, έτσι ώστε να αναδυθεί μια καινούργια οργάνωση του χρόνου, μια νέα, πιο λειτουργική προσαρμογή στην πραγματικότητα.  
Έτσι, λοιπόν, μπορούμε να αναγνωρίσουμε διάφορα είδη χρόνου: Προσωπικός χρόνος, ψυχοθεραπευτικός χρόνος, ποιητικός χρόνος, αντίληψη του χρόνου, φαντασιακός χρόνος, χρόνος ονείρου, κοινωνικός χρόνος, ιστορικός χρόνος.
Οι δύο τελευταίοι θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν σε ένα μακρο-επίπεδο: Είτε αυτό είναι πραγματικό, είτε είναι μυθικό επίπεδο η κοινωνία και η πολιτική προϋπήρξαν ως σύστημα, με τη βαριά διοικητική τους δύναμη να επιβάλλεται στις παρούσες διανθρώπινες σχέσεις.
Β: Το Υπερεγώ
Μικρές χαρές, μεγάλες ενοχές και μόνιμη Ενοχή,
Εαυτός διαμελισμένος, με χρέη παντού
Αχ και να έφτιαχνα την κούκλα σωστά και να μ’ αγκάλιαζε η μητέρα
Σκληρό, λουθηριανό, παλαιοκομμουνιστικό Υπερεγώ. Καμία σχέση με το ανύπαρκτο Υπερεγώ του ΣΥΡΙΖΑ. Σχέδιο Β’, Γ’, Δ’ το Υπερεγώ της Τασίας.
Το Υπερεγώ μπορεί να θεωρηθεί ως μια συνείδηση που τιμωρεί το άτομο με συναισθήματα ενοχής όταν αυτό λειτουργεί με μη κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους αλλά και το επιβραβεύει στην αντίθετη περίπτωση. 
Το Υπερεγώ, σε αντίθεση με το Εκείνο, επιτάσσει να λειτουργεί το άτομο μέσα σε κοινωνικά καθορισμένους ηθικούς κανόνες, ενώ το Εκείνο θέλει μόνο να ικανοποιήσει της ενορμήσεις του.
 Ουσιαστικά, η πρώτη διαμόρφωση του Υπερεγώ γίνεται με τη λύση του οιδιπόδειου συμπλέγματος (τότε που το αγόρι συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να κοιμηθεί με τη μαμά του και το κορίτσι με τον μπαμπά του).
Και τελικά, η αρμονική συνεργασία του Εκείνο, του Εγώ και του Υπερεγώ χαρακτηρίζει τη λειτουργία του καλά προσαρμοσμένου, ώριμου και έντιμου ανθρώπου. 
Τι παρατηρούμε σήμερα; Μια απόλυτη παλινδρόμηση της κυβερνητικής παράταξης, και συμπαρασύροντας εκεί σχεδόν όλη την κοινωνία, σε μια κατάσταση όπου κυριαρχεί η άρση της έννοιας του Υπερεγώ, και η απόλυτη επικράτηση του πρωτόγονου θηρίου του Εκείνο.
Γ: Η Επικοινωνία
Οι γέροι στο μπαλκόνι
Απογευματινός καφές
Ησυχία. Βολική καρέκλα.
Μέσα στριφογυρνάει
Μια μύγα
Στο δωμάτιο φτεροκοπάει μια χρυσόμυγα
Σπαρταράει στο τζάμι
-Του πήγες καφέ;
-Δεν τον ήπιε.
Κι εδώ τα σώματα και οι υπάρξεις (άνθρωποι, ηλικίες και έντομα) συναντιούνται και συνευρίσκονται χωρίς να επικοινωνούν, χωρίς τον εσωτερικό και εξωτερικό διάλογο. Κάπως έτσι θα μπορούσε να περιγράψει κανείς το Μαξίμου, τη  Βουλή των Ελλήνων. Μόνο που εκεί δεν θα λέγαμε ότι υπάρχει χάσμα γενεών. Εκεί το ποίημα θα το τιτλοφορούσαμε συγχώνευση γενεών, αδιαφοροποίητη μάζα ανύπαρκτων Εγώ και Υπερεγώ.
Κι εδώ μπορεί να ξεχωρίσει κανείς ένα post restant, κάνοντας, έτσι, ένα «κυκλικό» κλείσιμο, γυρίζοντας στην έννοια του χρόνου: Πρόκειται για ένα παρατηρούμενο πλαίσιο ταχύτατου κατακερματισμού όλων των σχέσεων (συντροφικών, οικογενειακών, φιλικών, συναδελφικών). Εδώ υπάρχει η υποκειμενική βίωση ενός «τρελού» χρόνου. Μέσα σε αυτόν, υπάρχει ένα νέο στοιχείο: Με την κατάρρευση πολλών ιδεολογικών επενδύσεων, στα πλαίσια της κατάρρευσης της κοινωνικής συναισθηματικής πρόσδεσης (attachment), δημιουργούνται ανάγκες αναζήτησης νέων προσδέσεων-σχέσεων που φαντασιώνονται ως «αντίδοτο» στα τραύματα της κατάρρευσης προηγούμενων σχέσεων, δηλαδή είναι μια καταφυγή στην ουτοπία. Το «Ταξίδι στα Κύθηρα» είναι ένας πίνακας του Γάλλου ζωγράφου Αρτουά Βατώ. Τα Κύθηρα, μυθολογικά, ήταν το νησί του έρωτα, της Ουράνιας Αφροδίτης, της εξιδανίκευσης (ο ου τόπος). Αλλά η κατάρρευση της επικοινωνίας, και μαζί ο τρελός χρόνος, γρήγορα συμπαρασύρουν και την ουτοπία σε κατάρρευση, οδηγώντας σε αναζήτηση μιας νέας ουτοπίας. Αλλά εδώ είτε πάμε στο ποίημα «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Σαρλ Μπωντλαίρ, όπου αντί για την Ουράνια Αφροδίτη, ο ταξιδιώτης αντικρίζει έναν κρεμασμένο άντρα σε ένα δέντρο που τα όρνια του έχουν φάει τα μάτια και τα σωθικά, είτε μετατρέπουμε την ουτοπία σε ιδεολογία κομματικών και συνδικαλιστικών φορέων (εξουσία), με ακραίο παράδειγμα τη φασιστική ιδεολογία, στα πλαίσια της «ταύτισης με τον  επιτιθέμενο».
Εναλλακτικά της ουτοπίας και δυστοπίας έχει προταθεί η πλέον ρεαλιστική έννοια ευτοπία.
Αναζητώντας, λοιπόν, «νησίδες» ευτοπίας, προσπαθούμε να αναδείξουμε την έννοια της «ανθεκτικότητας» (resilience), για την υλική, ψυχολογική και πνευματική μας επιβίωση.
Μια τέτοια νησίδα, θα έλεγα, είναι η αποψινή βραδιά.
-----------------------------------
 
*H Kάτια Χαραλαμπάκη είναι ψυχίατρος-ψυχοθεραπεύτρια

15/6/2016
*φωτο
Ο Πολιτισμός ως "Κυνήγι της Ηδονής": Φρόϊντ: "Εκείνο, Εγώ και Υπερεγώ" (η λυσσαλέα εσωτερική κι αιώνια μάχη του "κτήνους" με τον Ανώτερο Πνευματικό Άνθρωπο")

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Για το Παρόν, ως την μετανεωτερική αίσθηση του χρόνου .του Πέτρου Θεοδωρίδη/ δημοσιεύτηκε στον ΕΞΑΝΤΑ περιοδική ελληνο-γερμανική έκδοση Ελλήνων του Βερολίνου τεύχος 24/ Ιούνιος 2016.



Για  το Παρόν, ως την μετανεωτερική αίσθηση του χρόνου
του Πέτρου  Θεοδωρίδη
Στη σύγχρονη εποχή, της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας,  πληροφορίας και τεχνολογίας έχει επέλθει για τον μεμονωμένο άνθρωπο, ως αποτέλεσμα κοσμογονικών  ιστορικών διεργασιών, μια καταπιεστική συμπίεση της αίσθησης του χρόνου. Ραγδαίες μεταβολές τόσο στο ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον όσο και στην ίδια της φύση της εργασίας έχουν μετατοπίσει το κέντρο βάρους σε ένα περισσότερο ανακυκλωμένο παρόν, ξεκομμένο από το παρελθόν και με διαρκή αβεβαιότητα για το μέλλον.
Για την κατανόηση και ερμηνεία του φαινομένου είναι απαραίτητη μια διαχρονική θεώρηση της διαδικασίας αυτής της μετάλλαξης, εξετάζοντάς την μέσα σε διάφορες διακριτές ιστορικές περιόδους.
Θα αναφερθώ  εν συντομία σε τρεις τύπους πολιτισμών και κοινωνιών, τον καθένα με την δική του αίσθηση και κατανόηση  της έννοιας του χρόνου. Φυσικά πρόκειται εδώ για ιδεατούς  τύπους που χρησιμεύουν περισσότερο ως χάρτες της πραγματικότητας παρά ως φωτογραφικές απεικονίσεις. Στις πραγματικές κοινωνίες οι  αισθήσεις  του χρόνου, όπως και οι άλλοι κοινωνικοί δεσμοί  αλληλοπλέκονται. O ιδεατός τύπος απλώς μας βοηθά να κατανοήσουμε  την κάθε φορά, κυρίαρχη  αίσθηση .
Ο χρόνος στις παραδοσιακές κοινωνίες
Ο πρώτος τύπος κοινωνίας που αφορούσε τις λεγόμενες  αγροτικές η παραδοσιακές κοινωνίες  ήταν κυρίαρχος  από την εποχή της γεωργικής επανάστασης μέχρι την εποχή της τυπογραφίας, της εμφάνισης και σταδιακής εδραίωσης του καπιταλισμού και του απολυταρχικού κράτους του  16ου  αιώνα  και εντεύθεν, και υφίσταται  ακόμα  σε πολλά μέρη του πλανήτη. Στην παραδοσιακή κοινωνία, η παράδοση ενείχε έναν  κανονιστικό–ηθικό χαρακτήρα  που της προσέδιδε μια δεσμευτική δύναμη. Η παράδοση αντιπροσώπευε όχι μόνο το είναι της αγροτικής κοινωνίας  αλλά και το τι πρέπει να γίνεται. Ο ηθικά δεσμευτικός  αυτός χαρακτήρας  της παράδοσης προσέφερε και στα άτομα ένα είδος «οντολογικής ασφάλειας».  Οι ταυτότητες, οι ρόλοι, τα άτομα ήξεραν τι και πώς να πράξουν: τους το υποδείκνυε η παράδοση.
Στις αγροτικές κοινωνίες η παράδοση γίνονταν και ένα μέσο παραγωγής ταυτότητας. Οι ορίζοντες του κόσμου της, οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες έπειθαν τον παραδοσιακό άνθρωπο-αγρότη,  ότι το μέλλον θα είναι όμοιο με το παρόν. Η αίσθηση  του χρόνου  στην προνεωτερική  παραδοσιακή κοινωνία  επηρεάζονταν και από τον τύπο επικοινωνίας, καθώς η επικοινωνία γινόταν κυρίως προφορικά (η  χρήση της γραφής  περιοριζόταν σε κύκλους λογίων και γραφειοκρατών). Όταν επικοινωνώ προφορικά, βλέπω τον συνομιλητή μου στον ίδιο χώρο,  βρίσκομαι μαζί του στον ίδιο χρόνο. Έτσι στην παραδοσιακή προφορική κοινωνία ο χώρος και ο χρόνος επικοινωνιακά ταυτίζονταν και ο χρόνος γίνονταν ένας κλειστός εσωστρεφής χρόνος, αντιστρεπτός και ανακυκλώσιμος, ώστε να προσιδιάζει στον αγροτικό τρόπο παραγωγής, περιορισμένος  στην ζωή της κοινότητας .
Ο αγροτικός χρόνος είναι φυσικός χρόνος. Οι μεγάλες διαιρέσεις είναι η μέρα, η νύχτα και οι εποχές[1].  Δίπλα στον αγροτικό χρόνο επιβάλλονται και άλλοι χρόνοι: ο αρχοντικός και ο κληρικός. Ο μεσαιωνικός κλήρος κυρίως, είναι ο κύριος των δεικτών του χρόνου. Οι καμπάνες σημαίνουν τον μεσαιωνικό χρόνο για «να μπορούν να πληροφορούν για την ώρα αλλά και να θυμίζουν στους ανθρώπους ότι είναι θνητοί και να φέρνουν στο μυαλό τους την ανάσταση νεκρών και την Έσχατη κρίση»[2].
Νεωτερική κοινωνία και αφηρημένος χρόνος: Το ρολόι
Το δεύτερο παράδειγμα κοινωνίας, είναι οι νεωτερικές κοινωνίες. Η νεωτερικότητα «αναφέρεται σε τρόπους κοινωνικής ζωής, ή οργάνωσης, που αναδύθηκαν στην Ευρώπη γύρω στον 17ο  αιώνα και στην συνέχεια εξαπλώθηκαν, λίγο πολύ, σε ολόκληρο τον κόσμο»,[3] πού χαρακτηρίζονται από τον τεμαχισμό της παλαιάς, ομοιογενούς κοσμοαντίληψης, σε μια σειρά διακριτών τομέων της σκέψης και της ανθρώπινης δραστηριότητας ,της οικονομίας, της οικογένειας.  Η νεωτερική κοινωνία χαρακτηριζόταν εξαρχής από μια «εξισωτική τοπολογία». Ο κοινωνικός και πολιτικός κόσμος, παύει να χωρίζεται σε τομείς όπου ισχύουν διαφορετικοί νόμοι, συνήθειες, έθιμα ή τελετουργίες. Η νεώτερη βιομηχανική κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους να είναι «συμβατοί» και «ομοιογενείς» ώστε να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της έντονης κοινωνικής κινητικότητας.[4] Η νεωτερικότητα έτσι αποτελεί και μια «επιπεδοχώρα», όπου «όλα τα πράγματα, έμψυχα και άψυχα, ανεξάρτητα από το σχήμα τους παρουσιάζουν στο βλέμμα μας την ίδια σχεδόν εμφάνιση, δηλαδή μιας ευθείας γραμμής»[5]
Αν στην παραδοσιακή (μεσαιωνική) αντίληψη επικρατούσε η αξεδιάλυτη συνύφανση παρελθόντος και μέλλοντος εντός του παρόντος, στην νεώτερη κατανόηση του χρόνου, παρελθόν, παρόν και μέλλον σαφώς διαχωρίζονται, ως τμήματα μιας διαδοχικής προοδευτικής ανέλιξης.  Αρχικά το μέλλον (ως ουτοπία) και αργότερα το παρελθόν (ως παράδοση) γίνονται πεδία αναφοράς, νοηματοδότησης του παρόντος. Ο χρόνος παύει να θεωρείται πεπερασμένος και κλειστός, γίνεται άπειρος, ομοιόμορφος, μετρήσιμος χρόνος, με την ώρα και το λεπτό.
Η νεωτερικότητα λοιπόν,  χαρακτηρίζεται από μια μηχανική και όλο και πιο ομοιόμορφη αίσθηση του χρόνου, ως η εποχή του ρολογιού. Γύρω στα τέλη του 16ου αιώνα, οι περισσότερες αγγλικές ενορίες είχαν από ένα ρολόι που σήμαινε δυνατά τις ώρες.  Κατά την δεκαετία του 1790 στη Δυτική Ευρώπη, τα ρολόγια χεριού και τοίχου ήταν πολύ διαδομένα και άρχισαν να τα θεωρούν περισσότερο αντικείμενα πρώτης ανάγκης παρά είδη πολυτελείας. Ένα ρολόι τοίχου ή χεριού δεν ήταν μόνο κάτι χρήσιμο αλλά και κάτι που έδινε κύρος στον κάτοχό του.[6]. Με το ρολόι ο χρόνος μετριέται πλέον μέσω των διαστημάτων που διανύει ο δείκτης. Έτσι ολοκληρώνεται «η αντικατάσταση του "οργανικού" χρόνου της άμεσης εμπειρίας από τον αφηρημένο μαθηματικό χρόνο, που μετριόταν με τις μονάδες μιας βαθμονομημένης κλίμακας»[7].
Το άδειασμα όμως του χρόνου (και του χώρου) από το νόημα που είχαν στην παραδοσιακή κοινωνία βιώθηκε (και βιώνεται  ακόμη) ως διαδικασία βίαιη και καταστροφική του κοινωνικού δεσμού, [8] προκαλεί συναισθήματα ανασφάλειας και άγχους. Η νεωτερική αίσθηση του χρόνου μετέβαλε και την αντίληψη μας για το υποκείμενο: τον αποδεσμευμένο, ατομικό εαυτό, η ταυτότητα του οποίου ανασυγκροτείται στη μνήμη. Η ζωή του καθενός - που  στην  παραδοσιακή προνεωτερική κοινωνία  προστατευόταν  από  την «οντολογική» ασφάλεια που προσέφερε η  επανάληψη της παράδοσης - στην νεωτερικότητα έπρεπε να βιωθεί ως αυτοεξιστόρηση. Η ιστορία του καθενός πια στην νεωτερικότητα έπρεπε να αντληθεί από τα ιδιαίτερα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής της ίδιας της ζωής, ως μια αλληλουχία δρώμενων στον κοσμικό «άδειο», «ομοιογενή» χρόνο. Η ζωή σε κάθε στιγμή  θεωρήθηκε ως η αιτιατή συνέπεια αυτού που έχει διαδραματισθεί προηγουμένως. Όπως το διατυπώνει ο  Ch.Taylor, «το νόημα της ζωής θεωρείται (στη νεωτερικότητα) ως κάτι που εκτυλίσσεται μέσω γεγονότων» [9]
Ο χρόνος στην νεωτερικότητα εξορθολογίζεται, τεμαχίζεται  σε ομοιόμορφα  τμήματα, μετριέται πια με το ρολόι και το ημερολόγιο. Επιπλέον, καθώς άδειαζε από το περιεχόμενο που του  προσέδιδε η παράδοση,  άρχισε να γίνεται εξατομικευμένος. χρόνος που έδινε τη δυνατότητα  στους ανθρώπους να σκέπτονται τη ζωή τους ως αφήγηση - όχι τόσο του τι θα τους συμβεί  υποχρεωτικά, όσο του πώς θα τους συμβεί. Τους επέτρεπε, λόγου χάρη, να προσδιορίζουν ποια θα είναι τα στάδια μιας  καριέρας, να συσχετίζουν την μακρόχρονη  υπηρεσία  σε μια   εταιρεία  με συγκεκριμένα  βήματα  αυξημένου πλούτου.
Ο εξορθολογισμένος χρόνος προκάλεσε βαθιά τομή στην υποκειμενική ζωή. Ο άνθρωπος προετοιμαζόταν  για την ισόβια συμπεριφορά του ως μέρος  σε μια  ιεραρχική  κλίμακα: το άτομο προαγόταν, υποβιβάζονταν ή παρέμενε στάσιμο αλλά υπήρχε  πάντα  ένα σκαλοπάτι για να πατήσει. Όπως  και στον στρατό, έτσι και σε μια  γραφειοκρατία (κρατική  ή των μεγάλων εταιρειών), η αποτελεσματική εξουσία διαμορφωνόταν με μορφή πυραμίδας, όπου κάθε αξίωμα, κάθε τμήμα , ενείχε συγκεκριμένη λειτουργία. Ο βιωμένος  χρόνος   σε έναν οργανισμό  με παγιωμένες λειτουργίες  «είναι σαν να ανεβαίνεις η να κατεβαίνεις αργά  την σκάλα  ενός σπιτιού που δεν έχεις σχεδιάσει ο ίδιος» ζεις  στο σχέδιο που έχει κάνει κάποιος άλλος για τη ζωή σου. Έτσι, η μεγαλύτερη κληρονομιά  που μας άφησε το μοντέλο του γραφειοκρατικά-στρατιωτικά οργανωμένου καπιταλισμού του  19ου και  20ου  αιώνα, ήταν ο οργανωμένος χρόνος που πλαισίωνε την ζωή, προσφέροντας στους ανθρώπους μια αφήγηση  του βίου όπου το άτομο  έχει  συγκεκριμένη σημασία  για  τους   άλλους. [10]

«Ρευστή νεωτερικότητα»  και χρόνος : Παροντισμός
Η αίσθηση αυτή του σταθερού οργανωμένου χρόνου μεταλλάχθηκε  ριζικά στην εποχή μας, στην σύγχρονη, (μετα- )νεωτερικοτητα ή  «ρευστή νεωτερικότητα» όπως  την αποκαλεί ο Z. Bauman.  Η σύγχρονη μετανεωτερικότητα έχει ως αφετηρία  μια σειρά από κοσμοϊστορικές αλλαγές, οι οποίες συνέβησαν στη δεκαετία του 1990: Στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης , στον πόλεμο του Κόλπου που ξέσπασε τον Ιανουάριο του 1991 και που, σύμφωνα με κάποιους διανοητές, «δεν συνέβη ποτέ», παρά μόνο μεταδίδονταν σε καθημερινές συνέχειες σε όλον τον κόσμο με την ευγενική χορηγία του CNN, την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τους πόλεμους που ακολούθησαν. Η δεκαετία του '90 σημαδεύτηκε από την κατάρρευση των ορίων ανάμεσα στο «εμείς» και το «άλλο». Το «άλλο», και ο φόβος πού το συνοδεύει, βρέθηκε στον δυτικό κόσμο κοντά μας, ανάμεσα μας, ως μετανάστης ή πρόσφυγας, ως φόβος της ανεργίας και της κοινωνικής υποβάθμισης, ως καταστροφή του περιβάλλοντος. Αυτό πού πριν φάνταζε σαν σταθερό συλλογικό εμείς σήμερα όλο και περισσότερο θυμίζει κινούμενη άμμο. Η δεκαετία του '90 εμφανίσθηκε και ως θρίαμβος του ατομικισμού. Κατέληξε στον θρίαμβο του κομφορμισμού και της ετερονομίας,  συνοδεύτηκε και από μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα φόβου και ένα συντριπτικό αίσθημα αβεβαιότητας. Ορισμένοι από τους παράγοντες που ευθύνονται γι αυτό το αίσθημα αβεβαιότητας - έγραφε ο Z Bauman στις αρχές της δεκαετίας του 1990 – ήταν (και είναι):
Πρώτον Η νέα αταξία στον κόσμο. Ύστερα από μισό αιώνα ξεκάθαρων διαχωριστικών γραμμών και στρατηγικών ήρθε ένας κόσμος χωρίς ορατή δομή και χωρίς καμία,  έστω και απειλητική, λογική.
Δεύτερον Η παγκόσμια απορύθμιση, ο παραλογισμός και η ηθική τύφλωση του αγοραίου ανταγωνισμού, η απεριόριστη ελευθερία που παραχωρήθηκε στο Κεφάλαιο, το κομμάτιασμα των δημιουργημένων  και μέχρι πρόσφατα συντηρούμενων από την κοινωνία προστατευτικών δικτύων, καθώς και η απάρνηση όλων των λογικών επιχειρημάτων, πέραν των οικονομικών, έδωσαν μια νέα ώθηση  στην αμείλικτη διαδικασία πόλωσης, που κάποτε αναχαιτίσθηκε μέσα από το νομικό πλαίσιο του κράτους πρόνοιας, καθώς και από τη διαπραγματευτική ισχύ των εργατικών σωματείων. Σήμερα καμία δουλειά δεν είναι εγγυημένη, καμία θέση δεν είναι απόλυτα αξιόπιστη, η πείρα και η τεχνογνωσία μόλις αποκτηθούν μετατρέπονται σε μειονέκτημα και οι δελεαστικές σταδιοδρομίες συχνά αποδεικνύονται μονοπάτια που οδηγούν στην αυτοκτονία.
Τρίτον :Τα αλλά δίκτυα προστασίας, που είχαν δημιουργηθεί και συντηρηθεί από την κοινωνία, αυτές οι δεύτερες γραμμές χαρακωμάτων που προσέφερε η γειτονιά, η οικογένεια, και όπου μπορούσε κανείς να αποτραβηχτεί για να επουλώσει τις πληγές του από τις αψιμαχίες της αγοράς, αν δεν έχουν καταρρεύσει, έχουν τουλάχιστον εξασθενίσει σε μεγάλο βαθμό. Γι αυτή την εξέλιξη ευθύνονται εν μέρει οι πραγματιστικές αλλαγές στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων, που τώρα κυριαρχούνται πέρα για πέρα από το πνεύμα του καταναλωτισμού ,ορίζοντας τον άλλο ως εν δυνάμει πηγή ευχάριστων εμπειριών [11]
Σήμερα δεν  υπάρχουν πια πλαίσια αναφοράς για μακροπρόθεσμα σχέδια ζωής. τα άτομα πρέπει να γίνουν ευέλικτα και ευπροσάρμοστα, ώστε να είναι συνεχώς έτοιμα και πρόθυμα  να εγκαταλείψουν τις δεσμεύσεις και πίστεις χωρίς συναίσθημα και  σκέψη. Ο καταναλωτισμός βρίσκεται στην  πηγή της ρευστοποίησης του μέχρι πρότινος «αντικειμενικού» κόσμου . Στην ‘’ρευστή ‘’ νεωτερικότητα δεν υφίσταται καν εξωτερικό όριο,  άρα ούτε και αντικειμενικός κόσμος: υφίστανται μόνο επιθυμίες και αντικείμενα  προς κατανάλωση.
«Αυτό που με εκπλήσσει είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο δίχως στερεή πραγματικότητα» έγραφε ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Κρίστοφερ Λας. «Θεωρώ τον κόσμο, μέσα στον οποίο ζούμε, εξαιρετικά ασταθή, πρόκειται για έναν κόσμο που αποτελείται από φευγαλέες εικόνες και που τείνει όλο και περισσότερο - εν μέρει, νομίζω, χάρη στην τεχνολογία των μαζικών μέσων επικοινωνίας - να αποκτήσει έναν παραισθησιογόνο χαρακτήρα: ένα είδος κόσμου από φανταστικές εικόνες, σε αντίθεση με έναν κόσμο πραγματικών αντικειμένων τα οποία να διαρκούν περισσότερο από εμάς [....] Τα όρια ανάμεσα στο Εγώ και τον περιβάλλοντα κόσμο τείνουν να συγχέονται όλο και περισσότερο.(…)’’[12] Ενώ  σε άλλο βιβλίο του ο Λας  έγραφε  «Ο καταναλωτής ζει περιτριγυρισμένος  όχι τόσο από πράγματα  όσο από φαντασιώσεις. Ζει σε έναν κόσμο  που δεν έχει  αντικειμενική  ή ανεξάρτητη  ύπαρξη  και φαίνεται να υπάρχει  μόνο  για να ικανοποιεί  ή να ματαιώνει τις  επιθυμίες του».[13]  
Ο χρόνος στην εποχή του ιντερνέτ
Στην «ρευστή»  σύγχρονη νεωτερικότητα  η διάδοση του ιντερνέτ ευνοεί την εξάπλωση της κουλτούρας του Ναρκισσισμού με έναν τρόπο που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ο Κρίστοφερ Λας στα 1979, όταν έγραφε το ομώνυμο βιβλίο. Με το ιντερνέτ μπορείς να έχεις άμεση  πρόσβαση σε εκατομμύρια αρχεία μουσικές, βιβλία από οπουδήποτε, έτσι ώστε η  ουτοπία να πραγματώνεται με έναν κυριολεκτικό τρόπο: είσαι παντού σε πραγματικό χώρο, στο Τώρα.
Σήμερα πια – σύμφωνα με τον Richard Sennett - η οργανωμένη πλαισίωση του κοινωνικού χρόνου καταρρέει. Έχουμε το τέλος της ισόβιας απασχόλησης, αφού μια επαγγελματική καριέρα εξαντλείται ολοένα και λιγότερο στον ιδιωτικό  τομέα  εντός μιας επιχείρησης ενώ στον δημόσιο τομέα, τα κρατικά δίκτυα   πρόνοιας και ασφάλειας έχουν γίνει περισσότερο βραχύβια  και ασταθή.  Έτσι πχ, οι  νεαροί προγραμματιστές  της Silicon Valley, που στις  αρχές  της δεκαετίας του '90 είχαν  μεθύσει με τις δυνατότητες  της τεχνολογίας και την προοπτική πλουτισμού, όταν έσκασε η φούσκα των dot  com, το  2000,  ανακάλυψαν  ξαφνικά  τον χρόνο, τον άμορφο χρόνο, που προηγουμένως τους  χαροποιούσε, την έλλειψη κανόνων για το πώς να προχωρήσουν, πώς να πάνε μπροστά.  Η νέα σελίδα τους  ήταν λευκή. Σ’ αυτήν την περιοχή μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, απομονωμένοι , ανακάλυψαν την αποτυχία.
Ο Sennett υποδεικνύει ορισμένες  αλλαγές  που δείχνουν το πώς άλλαξε η πυραμιδική στρατιωτικοποιημένη δομή του καπιταλισμού. Μια από αυτές αφορά στη μετάβαση από την εξουσία των διευθυντών στην εξουσία των μετόχων, στις μεγάλες εταιρίες. Οι επενδυτές σχημάτισαν αυτό που συχνά αποκαλείται  «ανυπόμονο κεφάλαιο»: επιθυμούσαν  μάλλον βραχυπρόθεσμα παρά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και  γρήγορα άρχισαν να  πιέζουν για άμεσα  κέρδη. Δείχτης των  αποτελεσμάτων των  εταιρειών  έγινε πια η τιμή της μετοχής και όχι τα μερίσματα. Η αγοραπωλησία μετοχών σε μια ανοιχτή, ρευστή αγορά είχε ταχύτερες και μεγαλύτερες αποδόσεις σε σύγκριση με την διατήρηση μετοχών μακροχρόνια Έτσι  πχ  «ενώ το  1965 τα  αμερικανικά συνταξιοδοτικά  ταμεία διατηρούσαν  τις μετοχές   κατά μέσον όρο επί 46 μήνες, το 2000 μεγάλο μέρος του χαρτοφυλακίου   αυτών των θεσμικών επενδυτών εκχωρούνταν κατά μέσον όρο  ανά 3,8 μήνες». Ασκήθηκε  λοιπόν, τεράστια πίεση στις εταιρείες  να φαίνονται «ωραίες» στα μάτι του περαστικού ηδονοβλεψία». Ωραία ήταν η εταιρεία που παρουσίαζε ενδείξεις εσωτερικών αλλαγών και ευελιξίας , που έδινε την εντύπωση ότι ήταν δυναμική,  ακόμα και όταν  η κάποτε  σταθερή εταιρεία   λειτουργούσε τέλεια : «η σταθερότητα  της εταιρείας κατάντησε αρνητικό  και όχι θετικό  χαρακτηριστικό για τις επενδύσεις ερμηνευόταν ως ένδειξη αδυναμίας, που υποδήλωνε στην αγορά ότι η εταιρεία  αδυνατούσε να  καινοτομήσει η να βρει νέες ευκαιρίες ή να διαχειριστεί με άλλον τρόπο τις αλλαγές». Έτσι «η προθυμία να αποσταθεροποιήσεις  την ίδια σου την επιχείρηση θεωρήθηκε ως …. θετική ένδειξη»,[14]  «δείγμα δυναμισμού».
Από  μια άλλη οπτική, ο Maurizio Lazzarato αποδίδει την  τωρινή  αίσθηση του ανακυκλώσιμου «παροντικού» χρόνου στην επέκταση της χρηματοπιστωτικής οικονομίας. Ενώ στο Μεσαίωνα – σύμφωνα με τον Lazzarato  - ο χρόνος ανήκε στον Θεό, σήμερα, ως δυνατότητα, δημιουργία, επιλογή και απόφαση, είναι το κύριο αντικείμενο της καπιταλιστικής ιδιοποίησης. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα φροντίζει ώστε οι μόνες δυνατές επιλογές και αποφάσεις να είναι αυτές του χρήματος που γεννά χρήμα, της παραγωγής για την παραγωγή.«Όλη η χρηματοπιστωτική καινοτομία» - γράφει ο Lazzarato - «δεν έχει παρά ένα σκοπό: να διαθέτει προκαταβολικά το μέλλον αντικειμενοποιώντας το. Η αντικειμενοποίηση αυτή είναι εντελώς άλλου τύπου από εκείνη του χρόνου εργασίας: αντικειμενοποίηση του χρόνου, προκαταβολική διάθεσή του, σημαίνει υπαγωγή κάθε δυνατότητας επιλογής και απόφασης, την οποία κρύβει το μέλλον, στην αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας. […] Η αλλόκοτη αίσθηση ότι ζούμε σε μια κοινωνία χωρίς χρόνο, χωρίς δυνατότητα, χωρίς ορατή ρήξη βρίσκει την κυριότερη εξήγηση της στο χρέος»[15].
Σήμερα «κάθε επίτευγμα δεν είναι παρά ένα ωχρό αντίτυπο του πρωτοτύπου. Το "σήμερα" δεν είναι παρά ένα ατελέστατο προμήνυμα του αύριο, η υποδεέστερη, παραμορφωμένη αντανάκλαση του. Αυτό που συμβαίνει ακυρώνεται προκαταβολικά από αυτό που θα συμβεί»[16].Πέρα από την επιτάχυνση χαρακτηριστικό  της κρίσης  της σημερινής   εποχής   είναι και «η χρονική  εξάρθρωση.  [….] Ο χρόνος αποσυντίθεται  σε μιαν  απλή αλληλουχία στιγμιαίων, εξατομικευμένων παρόντων […] γίνεται αθροιστικός  και κενώνεται από κάθε αφηγηματικότητα».[17] 
Χρόνος και κοινωνική αμνησία
Την εποχή μας την χαρακτηρίζει η παροντική αίσθηση του χρόνου και η κοινωνική αμνησία. Σήμερα η  επανάληψη συνυπάρχει μαζί με την αίσθηση ενός χρόνου που δε θυμάται το παρελθόν ούτε προσβλέπει στο μέλλον, ενός χρόνου που ανακυκλώνεται σε ένα αιώνιο παρόν. Την «παροντοποίηση»  αυτή του χρόνου μπορούμε να δούμε και ως  συνέχιση και γενίκευση μιας τάσης που διέκρινε - ήδη από τη δεκαετία του 1970 - ο Κρίστοφερ Λας στην αμερικανική κοινωνία. «Το κυρίαρχο πάθος είναι να ζεις τη στιγμή, να ζεις για τον εαυτό σου όχι για τους προγόνους ή τους απογόνους σου».[18]
Στην εποχή μας «έχουμε πια να κάνουμε με ένα παρελθόν λησμονημένο η υπερβολικά μνημονευόμενο, μ’ ένα μέλλον που είτε έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τον ορίζοντα ή είναι πρώτα και κύρια απειλητικό, μ’ ένα παρόν που είτε αναλώνεται αδιάκοπα στην αμεσότητα της στιγμής ή είναι σχεδόν στατικό κι ατέρμονο,  σχεδόν αιώνιο»[19]. Η αίσθηση του ότι βουλιάζουμε σε ένα παρόν που διαρκώς ανακυκλώνεται, φτάνει πια, στις μέρες μας στην ολοκλήρωσή του. Από την μια, ως ο χρόνος της κυκλοφορίας του Κεφαλαίου: καθαρός, στεγανοποιημένος, μονοδιάστατος. Σαν παιδικό παιχνίδι το παρόν  γίνεται ο χρόνος μιας ανακυκλούμενης αμνησίας ως «επιπεδοχώρα», ως «χρόνος–καρτούν».
Από τη άλλη ως ο χρόνος της εργασίας, που παραμένει αποκομμένος στο παρόν, χωρίς προοπτικές καλυτέρευσης , να τον χαρακτηρίζει ένα διαρκές άγχος για το μέλλον. Ζώνες ανεργίας ζώνες εργασίας, η επισφάλεια γενικεύεται μαζί με την αίσθηση ενός χρόνου-ποντικοπαγίδα, χρόνου όλο και πιο λεπτού, σαν τσιγαρόχαρτο.
Λεπτή εποχή, που λεπταίνει περισσότερο .σαν τους πάγους της λίμνης έτοιμους να σπάσουν την άνοιξη. Γιατί μόνο στην εποχή μας παραμένει ως μόνη διάσταση του χρόνου - για όλους μας - η πιο λεπτή, η πιο εύθραυστη, η πιο ανύπαρκτη : Το παρόν.

Επιμύθιο
Στην παραδοσιακή κοινωνία το παρόν ενείχε την αίγλη της παράδοσης, της επανάληψης της σταθερότητας. Το παρόν ήταν απλή επανάληψη του παρελθόντος. Στην νεωτερική κοινωνία το παρόν θεωρούνταν απλώς αναγκαία μεταβατική περίοδος για την οικοδόμηση του ελπιδοφόρου μέλλοντος. Μόνο στην  μετανεωτερική εποχή μας το παρόν, που πάλι είναι το μόνο που υπάρχει, στερείται και της αύρας του παρελθόντος και της ελπίδας του μέλλοντος.  Και αυτό κάνει το παρόν σχεδόν αβάσταχτο. Σήμερα ζούμε ένα παρόν χωρίς την ελπίδα ενός μέλλοντος και χωρίς το προστατευτικό κουκούλι της παράδοσης. Ένα παρόν φευγαλέο αλλά και ανακυκλώσιμο, παρόν αιωνιότητα, μια αιωνιότητα της στιγμής, ένα παρόν εφιάλτη. Στους αιώνες που θα έρθουν  κάποιος μελλοντικός ιστορικός θα γράψει   για τον  πολιτισμό μας : Να άλλος ένας πολιτισμός που νόμιζε πως θα ήταν ο τελευταίος!
Πέτρος Θεοδωρίδης, Θεσσαλονίκη
Βιβλιογραφικές  αναφορές
·        Jacques le Goff, Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής δύσης, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1993
·        Ε.π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς,  εκδ. Νησίδες,  1994
·        Θόδωρος Κουτσουμπός , Έννοιες  του χρόνου, από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία στη σύγχρονη φυσική , εκδόσεις Γαβριηλίδη  Αθήνα 2010 .
·        Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας, έθνος ,νεωτερικότητα  και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη 2004, εισαγωγή.
·        Charles Taylor , Πηγές του εαυτού ,Η γέννηση της νεωτερικής ταυτότητας,(1989)μτφ Ξενοφών Κομνηνός, εκδ. ‘Ινδικτος, Αθήνα 2007,
·        Richard Sennett ,Η κουλτούρα  του νέου καπιταλισμού, (2006)Μτφ Τρισεύγενη  Παπαϊωάννου, Σαββάλας  Αθήνα   2008,
·        Ζygmunt Bauman Η Μετανωτερικότητα και τα δεινά της μτφ Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης ,εκδ Ψυχογιός, Αθήνα 1992, 
·        Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ Μισεά, Η κουλτούρα του εγωισμού, μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014.
·        Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός,(πρώτη έκδοση  1984) Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006  
·        Maurizio  Lazzarato    κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου δοκίμιο  για την νεοφιλελεύθερη κατάσταση(2011) μετάφραση Γιώργος Καράμπελας Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2014




[1] Jacques le Goff,Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής δύσης, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1993, 248-249.
[2] Ε.π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς,  εκδ. Νησίδες,  1994 σ. 16,17.
[3]  A. Giddens, The Consequences of Modernity, Polity Press, (1991) 1992,p 1
[4] Ernest Gellner, Nations and Nationalism (1983) Basil Blackwell, Oxford,1988,: p 63,  κ.ε
[5] Εντουιν Αμποτ ,η Επιπεδοχώρα Μυθιστορία πολλών διαστάσεων ,εκδ  μτφ Τάσος Δαρβέρης εκδ Επιλογή Θεσσαλονίκη χχ σ39
[6] Ε.π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός... μτφ. Βασίλης Τομανάς,  εκδ. Νησίδες,  1994, σ. 25.
[7] αναφέρεται στο Θόδωρος Κουτσουμπός , Έννοιες  του χρόνου, από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία στη σύγχρονη φυσική , εκδόσεις Γαβριηλίδη,  Αθήνα 2010, σ 139.
[8] βλ σχετικά. Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας, έθνος νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη 2004, εισαγωγή.
[9] Charles Taylor,Πηγές του εαυτού ,Η γέννηση της νεωτερικής ταυτότητας,(1989)μτφ Ξενοφών Κομνηνός, εκδ. ‘Ινδικτος, Αθήνα 2007,σελ  σ 470
[10] Richard Sennett, Η κουλτούρα  του νέου καπιταλισμού, (2006)Μετάφραση Τρισεύγενη  Παπαϊωάννου, Σαββάλας  Αθήνα   2008,σελ.  31-44
[11] Ζygmunt Bauman Η Μετανωτερικότητα και τα δεινά της μτφ Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης ,εκδ Ψυχογιός, Αθήνα 1992,  σ 53-56
[12] Κρίστοφερ Λας, Κορνήλιος Καστοριάδης, Ζαν Κλωντ Μισεά, Η κουλτούρα του εγωισμού, μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2014.σ  27
[13] Κρίστοφερ Λας, Ο ελάχιστος εαυτός,(πρώτη έκδοση  1984) Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006   σ 24
[14] Richard Sennett ,ο.π,,σελ.  35-48.
[15] Maurizio  Lazzarato    κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου δοκίμιο  για την νεοφιλελεύθερη κατάσταση(2011) μετάφραση Γιώργος Καράμπελας Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2014 ,σ 69.
[16] Z. Bauman, η Μετανεωτερικότητα και τα δεινά της, μτφ Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης , εκδ Ψυχογιός Αθήνα   1992, σ 140-141.
[17] Μπιούγκ – Τσούλ  Χαν , Η κοινωνία της Κόπωσης , μτφ  Ανδρέας  Κράουζε , Opera cogito  2015,  σ  68
[18] Κριστοφερ Λας ,Η κουλτούρα του ναρκισσισμού μτφ Βασίλης Τομανάς, Νησίδες χχ (1978) σ 15
[19] Francois Hartog Καθεστώτα Ιστορικότητας, Παροντισμός και εμπειρίες του χρόνου (2003) μτφ. Δημήτρης Κουσουρής,  εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, σ. 33.
 cover


εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου