Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Ασημάκης Ασημακόπουλος, Στην έλξη του αίματος- 52 ποιήματα από το πράσινο τετράδιο, εκδ. Γαβριηλίδης 2015, σελ.71 / βιβλιογραφικό σχόλιο απο την Αρχοντούλα Δαβάτη

Ασημάκης Ασημακόπουλος, Στην έλξη του αίματος- 52 ποιήματα από το πράσινο τετράδιο, εκδ. Γαβριηλίδης 2015, σελ.71

 Μακρινοί φίλοι χρόνια με τον Ασημάκη, πριν αρχίσει τόσο πολύ να μοιάζει στο όνομά του- τώρα που άσπρισε. Χαμένο στον εαυτό του τον θυμάμαι μέσα σε δύσκολα φιλοσοφικά βιβλία ή σε ατέλειωτες παρτίδες σκάκι, να γελάει δυνατά και να αυτοσαρκάζεται, σε διαρκή φυγή από τον εαυτό του ή από τις συμβάσεις ή και τα δυο. Έχουμε ξαναβρεθεί με τον στοχαστικό άνθρωπο που έχει χτίσει γύρω του ευθύνες κι αγαπημένους ανθρώπους με αυτονομία κι ακεραιότητα, αλλά δεν παύει να αναζητάει και να βρίσκει δρόμους δημιουργικούς, μιλώντας γλώσσες καινούργιες κάθε φορά, σήμερα τη γλώσσα της ποίησης: Στην έλξη του αίματος, ένα πυκνό corpus 52 ποιημάτων, με προεξάρχοντα τον ερωτισμό στα περισσότερα, αλλά την ευτυχία και την ολοκλήρωση εμποδισμένη από τις δυσκολίες που βάζει ο εαυτός ή η ανθρώπινη φύση, έτσι που να μένει τις πιο πολλές φορές ο αφηγητής με την καρδιά πληγωμένη σε παγερή μοναξιά, «άχρωμη συνείδηση» ανάμεσα σε βαλσαμωμένες ώρες, σφιγμένος από ανάγκη και συνήθεια και ανήμπορος για καινούργια πετάγματα να αναρωτιέται « πώς είναι να ζεις υπό όρους όταν κάποτε ελεύθερα γλιστρούσες στο υγρό σύμπαν του έρωτα».Υπήρχε ένα δοξασμένο ερωτικό παρελθόν - « Μια φορά κι έναν καιρό τους τσίγγους χτύπαγε η δυνατή βροχή», με το το μυστικό της Μιράντας στην «αιωνιότητα» της παιδικής ηλικίας, ενώ τώρα με τη λύπη και τη φθορά στα χείλια, στου χώρου την άχρονη στιγμή, σκηνοθετεί ο αφηγητής τις ερωτικές σκηνές του πριν και του μετά, αναπλάθοντας άλλοτε την αποτυχημένη συνουσία και το κουρελιασμένο συναίσθημα, την άγνοια και την ανικανότητα για ικανοποίηση και άλλοτε πελαγοδρομώντας χαμένος στις εμμονές και τους φόβους ζητάει να θυμηθεί την πληρότητα της ηδονής και της αγάπης, πάντα όμως κράμα η απόλαυση με την απόγνωση. Κάποτε είναι τόσο απλή και εύκολη « η μόνη της ζωής επιβεβαίωση», η « αίσθησή» εκείνης ( Ερωτικό), το να είσαι ολόκληρος, διαπιστώνοντας πως έτσι κι αλλιώς« δεν τελειώνει η παρτίδα» ποτέ, στο εμβληματικό ομώνυμο ποίημα ( Παρτίδα) της συλλογής - ένας άντρας τέτοια βάσανα έχει και μπορεί επιτέλους να θαυμάσει την ταραντούλα τη δική του « στα κενά της συνήθειας και της αγάπης», να αναζητήσει και να παραδεχτεί την αλήθεια και τις αλήθειες του «αυτόνομες ακέραιες κι ερημικές, γυμνές, τρομαγμένες και κατατρεγμένες». Γελώντας κατάμουτρα στους φόβους του το ποιητικό υποκείμενο που εκφέρει λόγο- κι είναι ο ίδιος ο ποιητής, σε πλήρη ταύτιση ατόμου και περσόνας, είναι ο ποιητής πρωταγωνιστής των ποιημάτων του - ανακαλεί τον χαμένο χρόνο, συντηρώντας ένα διαρκή διάλογο με τον εαυτό, ένα ημερολόγιο πλεύσης με ενδοστρέφεια και εγκεφαλικότητα. Γιατί ο έρωτας, το κόκκινο αίμα που κάνει την καρδιά να χτυπά, υπαγορεύοντας στίχους στην έλξη αυτής της παραζάλης είναι τώρα ανάμνηση, αποστασιοποίηση και στοχασμός . Στο μυστήριο και το αίνιγμα της ύπαρξης, τυρανισμένος από την αμφιβολία, ξεκομμένος από τους άλλους, ευάλωτος ο ποιητής , « το στόμα του κατωφερική καμπύλη καρικατούρας» και τρυφερός - σκυφτός να περπατά έχοντας στην έγνοια του και τις πασχαλίτσες , ο ποιητής ένα παιχνίδι, ροή και φτερούγισμα, ανήκει νομίζω τυπικά και ουσιαστικά στη όπως είχε οριστεί ως γενιά της αμφισβήτησης και της διαρκούς αμφιβολίας, προσθέτω εγώ. Βγαίνει για λίγο « από τη σύγχυση και την ασάφεια» «μες στους υγρούς δρόμους αυτής της βυζαντινής πόλης»για να παραδώσει στα χέρια μας αυτό το ημερολόγιο, κάνοντας ματ στο χρόνο και τη μνήμη, τελειώνοντας χωρίς ανταγωνισμό δύσκολες και εμποδισμένες παρτίδες της ύπαρξης, ομολογώντας με εντιμότητα τις αλήθειες του. Όσο διαβάζω τα ποιήματα μου αρέσουν περισσότερο. Αναγνωρίζω τις σταθερές : την καθημερινότητα που επιτίθεται και χτυπάει « κατά ριπάς», τον εφιάλτη του τώρα- « με τρομάζει η ζωή μου», τη σκέψη που είναι εχθρός-«λάσπη της σκέψης » , το ερωτικό σώμα - αγκαλιά που σταματάει το χρόνο και τη λαχτάρα για πετάγματα όλο και περισσότερο ματαιωμένη. Απροσδόκητοι οι τίτλοι των ποιημάτων και νεότευκτες λέξεις κάποτε, όπως: καθημερινοποιώ ,σκοποί καταποτήρες, άστικτη χαρά , μια σελήνη υφή, απόκοτο μεσημέρι , αντίστικτο κ.ά. Η ζωή ένα αίνιγμα, ένα πρόβλημα μαθηματικών και ο ποιητής ψάχνει τη λύση , το χάσιμο του εαυτού μέσα στο ερωτικό σώμα. Υπάρχουν στη συλλογή ποιήματα έτοιμα, που λάμπουν ολοκληρωμένα ανάμεσα στην θολή υπαρξιακή αναζήτηση και την αποκαρδιωμένη ενδοσκόπηση, μικρά ποιήματα- αποφθέγματα και ανάερα χάικου έως μεγαλύτερα ποιήματα με περισσότερους στίχους πιο σπάνια : Μιράντα, Αιωνιότητα, Πατρίδα μου, Στη ροή του ποταμού, Μήλο στο αίμα, Ο θάνατος του ανταγωνισμού, Να μην μας προλάβει ο χρόνος, Το μολύβι, Παρτίδα, Χρώμα από βαθύ άπειρο, Δυσαρμονική εναρμόνιση, Ταραντούλα, Στα κενά της συνήθειας και της αγάπης, όπου μορφή και περιεχόμενο συνταιριασμένα, υποβάλλουν εύστοχα το νόημά τους. « Μια από τις πιο μεγάλες ηδονές ενός συγγραφέα είναι ότι εκτίθεται ανεπανόρθωτα. Εάν δεν είναι κρυψίνους- ανάγνωθι μέτριος - ξέρει ότι θα κάνει τέχνη από τις αδυναμίες και από τα πάθη του, πάει να πει θα τις μετατρέψει σε αρετές», γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στην Αναφορά στον Εμπειρίκο. Να γιατί η περίπτωση του Ασημάκη Ασημακόπουλου είναι τόσο ενδιαφέρουσα. 


Αρχοντούλα Διαβάτη

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

ΔΥΟ ΘΑΛΑΣΣΕΣ – ένα σχόλιο για τη Μαρία Αγαθοπούλου ..της Αρχοντούλας Διαβάτη

ΔΥΟ ΘΑΛΑΣΣΕΣ – ένα σχόλιο για τη Μαρία Αγαθοπούλου 

Γνωρίζω τη Μαρία Αγαθοπούλου, νομίζω, από πάντα. Από τότε που την συναντούσα στις εκδηλώσεις της Κεντρικής Βιβλιοθήκης και του Βαφοπούλειου, καθισμένη ανελλιπώς ανάμεσα στις ποιήτριες, στις πρώτες σειρές, σαν ζωγραφιά ή σαν σκαλιστό. Άργησα να ενταχτώ σ’ αυτή τη συντροφιά επί ίσοις όροις να δέχομαι και να χαρίζω τα βιβλία μου, καλεσμένη κι εγώ στους καφέδες- η Μαρία και οι αδερφές της και η άλλη Μαρία*- ο σταθερός πυρήνας. Το έργο της το γνωρίζω λίγο. Σποραδικά τα πεζογραφήματα και σχεδόν καθόλου τα ποιήματα, πάντως η ίδια, όταν χρειάστηκε, στοργική και γενναιόδωρη σε μένα και τα γραφτά μου . Θυμάμαι μια μέρα στο Ζουρνάλ ή στο Ριάλτο, με την Κούλα,** στο αποκορύφωμα του θαυμασμού και της συμπάθειας για την ποιήτρια, δηλώσαμε πανηγυρικά η μια στην άλλη, ότι εμείς έτσι θα θέλαμε, σαν αυτήν να μεγαλώσουμε, έτσι να γεράσουμε, σαν κι αυτήν - σαν να διαλέγαμε στο φιγουρίνι σχέδιο για το φουστάνι που θα ράβαμε. Σαν κι αυτήν, που είναι σαν κορίτσι, απλή και ουσιαστική και τολμηρή, και. Άρχισα σιγά σιγά να διαβάζω την πεζογραφία της και την ποίησή της πολύ λιγότερο, και να αποκρυπτογραφώ την προσωπικότητά της, αυτό που είναι: ένα ανεξάρτητο πλάσμα, μια συγγραφέας που εξελίσσεται δύσκολα αλλά αυθεντικά, με ειλικρίνεια, πρωτοτυπία και δύναμη - ύφος πικρά ξεχωριστό κι ανένδοτο, κι ας κάνει λογοτεχνία με τα καθημερινά και τα τετριμμένα, μιλώντας για τη μοναξιά και τη γοητεία της συντροφιάς, τον έρωτα από την έλλειψή του και τη δίψα για ζωή, κατά τον Καρούζο, που έγραψε: « Δυο θάλασσες με κυνηγούνε, η ζωή κι ο θάνατος». Μια φορά που της απευθύνθηκα– για να της πω πόσο θαύμαζα την ελευθεροστομία της και πόσο τολμηρή την έβρισκα, « εγώ είμαι ρεμπέτισσα, δεν το ξέρεις;», μου αντιγύρισε, ενώ μια άλλη φορά την άκουσα σε μια συζήτηση μπροστά στο κοινό να πλειοδοτεί με έμφαση υπέρ του ανεπίδοτου έρωτα – « εννοείται, ο έρωτας ο πρώτος - ή ο μεγάλος έλεγε ; - είναι πάντα χωρίς ανταπόδοση»! .

   Αρχοντούλα Διαβάτη

*Μαρία Κουγιουμτζή ** Κούλα Αδαλόγλου

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Μόνο στη εποχή μας ζητάμε να βρούμε το νόημα του παρόντος στο ίδιο το παρόν' το νόημα στη σάρκα της στιγμής

Μόνο στην εποχή μας.
για αιώνες το παρόν νοηματοδοτούσε η παράδοση , το παρελθόν, μέσω της επανάληψης και του ιερού , του εκείθεν ...
στην νεωτερικοτητα το παρόν νοηματοδοτουσε το Μέλλον , η νομοτέλεια , το τέλος της ιστορίας
Μόνο στη εποχή μας ζητάμε να βρούμε το νόημα του παρόντος στο ίδιο το παρόν'
το νόημα στη σάρκα της στιγμής :
έτσι το νόημα εξανεμίζεται,και η στιγμή γλιστρά σαν μια σταγόνα που πέφτει στο νερό ενός α-νοητου κόσμου

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

το καλό και η καλοσύνη..



δυο λέξεις: το καλό και η καλοσύνη.. 
Προτιμώ την δεύτερη ..

H Πρώτη λέξη έχει κατ το απολυτό , το σίγουρο το αλαζονικό.(Γνωρίζω ποιο είναι το Καλό και το Κακό)
 Η δεύτερη επιτρέπει το λάθος και την συμπόνια .

 Αντί να κάνουμε το ΚΑΛΌ(κάτι που μπορεί να μας οδηγήσει κατευθείαν στο ΚΑΚΌ )
ας προσπαθήσουμε για την Καλοσύνη.
.Δεν μας λείπουν σταυροφόροι του καλού

.Μας λείπουν οι καλοί άνθρωποι, μας λείπει η καλοσύνη.

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Να προσπαθείς να γράψεις την στιγμή.



Να προσπαθείς να γράψεις την στιγμή.
Να την αποτυπώσεις..
Σαν ένα στίγμα ,σαν το σημείο στίξης , σαν μια άνω τέλεια .
Όχι την γέμιση της, τις σκέψεις η τις πράξεις όλα όσα επινοούμε πάντα εκ των υστέρων για να αντέξουμε την αδάμαστη σκληρότητα του χρόνου ..
Αλλά την στιγμή την ιδια ,την κενή ,αυτό το τώρα δα , που πέρασε ,το φύσημα του άνεμου.
Να αιχμαλωτίσεις το χάδι του χρόνου.
Να τον γευτείς να τον μυρίσεις .
Είμαστε μέσα σ ‘άλλα όντα , όντα μέσα στα οντα.
Ψηλαφουμε την αλήθεια από μέσα , μα είναι τεράστια : δεν φτάνουν οι λέξεις .
Το να ζεις αληθινά δεν είναι το ίδιο με τονα ζεις με ειλικρίνεια ..
Η αλήθεια δεν είναι το αντίθετο του ψεύδους .
η αλήθεια καταπίνει το ψευδoς .
Να γραφείς όπως αναπνέεις ..
 

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Ντέιβιντ Αρμιτατζ: «Επανάσταση και εμφύλιος πόλεμος είναι σιαμαίοι δίδυμοι»/ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ


Ντέιβιντ Αρμιτατζ: «Επανάσταση και εμφύλιος πόλεμος είναι σιαμαίοι δίδυμοι»

Ντέιβιντ Αρμιτατζ: «Επανάσταση και εμφύλιος πόλεμος είναι σιαμαίοι δίδυμοι»
Ο θάνατος του ταγματάρχη Πίρσον στη μάχη της Υερσέης το 1871, πίνακας του Τζον Σίνγκλετον Κόπλεϊ

6

εκτύπωση 
 
Ο Ντέιβιντ Αρμιτατζ

Η διανοητική ιστορία (intellectual history), η ιστοριογραφία του χώρου των ιδεών και των εκφραστών τους, αποτελεί τo πλατύ πεδίο στο οποίο κινείται ο Ντέιβιντ Αρμιτατζ, ο 51χρονος βρετανός καθηγητής της έδρας Λόιντ Κ. Μπλάνκφαϊν του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Στο «The History Manifesto» (εκδ. Cambridge University Press), το οποίο συνέγραψε το 2014 από κοινού με την ιστορικό Τζο Γκάλντι και συζητήθηκε ευρέως στη διεθνή ιστορική κοινότητα, εισηγείται την επιστροφή στη μελέτη της «μακράς διάρκειας» του Φερνάν Μπροντέλ ως αντίδοτο στη στρεβλή κυριαρχία του βραχυπρόθεσμου στοιχείου στη σύγχρονη κοινωνία, ενώ στο αναμενόμενο για το 2017 «Civil War: Α History in Ideas» (εκδ. Knopf) αποτυπώνει τη γενεαλογία της έννοιας του εμφυλίου πολέμου και διερευνά τη στενή σχέση του αφηγήματός του με εκείνο της επανάστασης. Λίγο πριν από τον ερχομό του στην Αθήνα για μια διάλεξη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο μοιράζεται μαζί μας τους προβληματισμούς του για τη «μακρά διάρκεια», την Ιστορία, τον λόγο περί κρίσης.

Γιατί μια επιστροφή στη «μακρά διάρκεια σήμερα» και με ποιες προϋποθέσεις;
«Οταν ο Φερνάν Μπροντέλ, ο μεγάλος γάλλος ιστορικός της Μεσογείου, υιοθέτησε την έννοια της "μακράς διάρκειας" το έκανε γιατί τη θεωρούσε εναλλακτική πρόταση ως προς την κυριαρχία του βραχυπρόθεσμου στον λόγο των δημοσιογράφων και των κοινωνικών επιστημόνων της εποχής του, αλλά και επειδή υπενθύμιζε σε όλους πως οι κρίσεις έχουν πολλά επίπεδα, πολλές διαστάσεις που λειτουργούν σε διαφορετικές χρονικές κλίμακες: ετών, δεκαετιών ή χιλιετιών.

Σήμερα, στη συγκυρία του 24ωρου ειδησεογραφικού κύκλου, της άμεσης επικοινωνίας και της ενδημικής κυριαρχίας του βραχυπρόθεσμου στοιχείου παντού, από τη διακυβέρνηση ως τον εταιρικό προγραμματισμό, η προσέγγιση αυτή είναι το ίδιο ή και περισσότερο επίκαιρη ακόμη. Σε αυτή την επικράτηση του βραχυπρόθεσμου είναι συνένοχοι και οι ιστορικοί: αποσύρθηκαν από τη μεγάλη εικόνα και τα μεγάλα αφηγήματα αφήνοντας τους μη επαγγελματίες συγγραφείς και άλλους επιστήμονες, όπως οι οικονομολόγοι, να προσφέρουν στο κοινό τις αφηγήσεις εκείνες που ζητεί επίμονα προκειμένου να κατανοήσει τις κρίσεις και τις μεταβολές του κόσμου. Πιστεύουμε ότι οι ιστορικοί μπορούν να ανακτήσουν ένα μέρος της δημόσιας αποστολής τους επιστρέφοντας στη "μακρά διάρκεια" και ότι ακριβώς η διαθεσιμότητα των μακρόχρονων στοιχείων και των μεγάλης κλίμακας βάσεων δεδομένων ψηφιοποιημένων πηγών παρέχει το υλικό για κάτι τέτοιο».

Πρόκειται για μια προσέγγιση που απαντάται και σε άλλους χώρους - θυμίζει το χρονικό εύρος που επιζήτησε συνειδητά ο Τομά Πικετί για «Το Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα».
«Το πολύ επιτυχημένο βιβλίο του Πικετί υπήρξε μεγάλη έμπνευση για τη στροφή μας προς μια μακρότερη διάρκεια. Επανεξετάζει τα διάσημα ευρήματα του Σάιμον Κούζνετς για τη σχέση μεταξύ αυξανόμενης ευμάρειας και μειούμενης ανισότητας αποδεικνύοντας ότι επρόκειτο για μια ψευδαίσθηση για την οποία ευθυνόταν το γεγονός ότι ο Κούζνετς έγραφε στη διάρκεια της "ένδοξης τριακονταετίας", τα χρόνια της μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης. Σε πιο μακρόχρονη προοπτική αυτή η βραχεία περίοδος μοιάζει με παρέκκλιση και ο σύνδεσμος ανάμεσα στην ευμάρεια και στην εξίσωση συγκυριακός μάλλον παρά αναγκαίος - ένα εξαιρετικό παράδειγμα τόσο του πώς η επέκταση της χρονικής κλίμακας μπορεί να μεταβάλει θεμελιωδώς ένα επιχείρημα όσο και του πώς μεγαλύτερα σύνολα στοιχείων ενδέχεται να ανατρέψουν αποφασιστικά τα ως τώρα αποδεκτά συμπεράσματα».

Εξ ου και η ανάγκη της προοπτικής, του εξορκισμού του «φάσματος του βραχυπρόθεσμου»;
«Ξεκινάμε το "The History Manifest" επισημαίνοντας ότι το φάσμα του βραχυπρόθεσμου βρίσκεται παντού στην κουλτούρα μας, σε κυβερνήσεις, επιχειρήσεις, μη κυβερνητικές οργανώσεις που λειτουργούν σε κύκλους εξαρτώμενους από τον χρόνο των εκλογών, τον ρυθμό των προϋπολογισμών, τα αιτήματα της λογοδοσίας προς τους ψηφοφόρους και τους μετόχους. Αυτό οδηγεί σε μιαν αίσθηση μόνιμης κρίσης, μιαν αίσθηση της κάθε δράσης, ιδιαίτερα της πολιτικής δράσης, ως τακτικής μάλλον παρά στρατηγικής, προσωρινής και όχι θεμελιώδους σημασίας ως μέσου για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η υιοθέτηση μιας μακρότερης προοπτικής στον χρόνο μπορεί να αναχαιτίσει επιχειρήματα με άξονα την υπεράσπιση κομματικών γραμμών ή το κέρδος, ανοίγοντας παράλληλα έναν ευρύτερο ορίζοντα όρασης περισσότερων πιθανών μελλόντων μέσα από την ποικιλία των πιθανών ανασυγκροτήσεων του παρελθόντος».

Ποιες στάσεις θα έκανε κανείς σε μια σύντομη γενεαλογία της έννοιας και του αφηγήματος περί «εμφυλίου πολέμου»;
«Οσον αφορά τη διαμόρφωση του πολιτικού μας λεξιλογίου πολλοί δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη - και ο "εμφύλιος πόλεμος" είναι ένας από αυτούς. Bellum civile είναι ο "πόλεμος μεταξύ πολιτών". Επιβίωσε ως τα μέσα του 19ου αιώνα μέσα από μια σειρά ρωμαϊκών αφηγημάτων για τα χρόνια της ύστερης ρωμαϊκής δημοκρατίας τα οποία ασχολήθηκαν με την τακτική του επανάληψη, την καταστρεπτικότητα και τις αθεράπευτες πληγές που άφηνε πίσω του. Μόλις στον 19ο αιώνα ο εμφύλιος πόλεμος κατέστη νομική κατηγορία, στα χρόνια του Αμερικανικού Εμφυλίου (1861-1865), δίνοντας το έναυσμα για τον διάλογο περί "εκπολιτισμού" του, αρχικά διά της εφαρμογής του πολεμικού δικαίου και στη συνέχεια, μετά το 1945 και τη Συνθήκη της Γενεύης, με τη συμπερίληψή του σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Στη δεκαετία του 1960 και μετέπειτα υπήρξαν κι άλλες συζητήσεις και ορισμοί του, κυρίως από πολιτικούς επιστήμονες και οικονομολόγους, οι οποίοι χρησιμοποιούνται ως τις μέρες μας. Από αυτήν τη σύγκρουση ιστορίας, εικονογραφίας, νομικών και πολιτικών ορισμών προέρχονται η σύγχυση και οι διενέξεις περί του τι εστί εμφύλιος σήμερα, με παραδείγματα όπως αυτά του Ιράκ και της Συρίας».

«Ολες οι επαναστάσεις είναι εμφύλιοι πόλεμοι», για να θυμηθούμε τον τίτλο ενός παλαιότερου άρθρου σας;
«Δεν είναι όλες ανεξαιρέτως οι επαναστάσεις εμφύλιοι πόλεμοι. Ο εμφύλιος πόλεμος όμως βρέθηκε στην καρδιά των περισσότερων από τις μεγάλες σύγχρονες επαναστάσεις - θυμηθείτε την Αμερικανική, τη Γαλλική, τη Ρωσική, την Κινεζική Επανάσταση. Ως έννοια, ως λεξιλόγιο, η ουτοπική, προοδευτική, θετική μεταβολή της "επανάστασης" έχει σβήσει σε μεγάλο βαθμό τις μνήμες του δυστοπικού, οπισθοδρομικού, πλήρως καταστρεπτικού "εμφυλίου πολέμου". Πιστεύω ότι αν και ως τώρα υπάρχει απόσταση στη μελέτη των δύο αυτών κατηγοριών συγκρούσεων, στην πραγματικότητα θα πρέπει να μελετώνται σε στενή συνάρτηση μεταξύ τους. Και αυτό γιατί έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε τις μορφές βίας που συχνά συνοδεύουν τις ριζοσπαστικές πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές. Επίσης, θα αντιληφθούμε καλύτερα πώς οι σύγχρονοι με τα γεγονότα άνθρωποι βιώνουν τον αποπροσανατολισμό, το κόστος και τη φαντασιακή έκβαση της επαναστατικής δράσης. Η γλώσσα του εμφυλίου πολέμου χρησιμοποιήθηκε σε όλες τις μεγάλες επαναστάσεις, και μάλιστα όχι αποκλειστικά από την πλευρά της αντεπανάστασης. Για μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα, ακόμη και του 20ού, το λεγόμενο "σενάριο" της επανάστασης ακολουθούσε ένα παλαιότερο "σενάριο" που οι απαρχές του έφταναν ως τη Ρώμη: αυτό της βίαιης μεταβολής που ονομάζεται "εμφύλιος πόλεμος". Το βρίσκει κανείς στον λόγο του Τόμας Πέιν και του Ροβεσπιέρου, στο "Κομμουνιστικό Μανιφέστο" και στη σκέψη του Λένιν. Ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι το αντίθετο της επανάστασης - επανάσταση και εμφύλιος είναι σιαμαίοι δίδυμοι».

Βρίσκει κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ αυτού του αφηγήματος περί εμφυλίου και του υπό διαμόρφωση αφηγήματος περί κρίσης;
«Ο όρος "κρίση" είναι φυσικά μια λέξη με ελληνική προέλευση. Σημαίνει το σημείο καμπής, ειδικά σε ιατρικά συμφραζόμενα όπου η ζωή ή ο θάνατος ενός ασθενούς εξαρτάται από αυτήν την κρίσιμη στιγμή. Το ενδιαφέρον με τη γλώσσα της κρίσης είναι ότι επανέρχεται διαρκώς, καθίσταται επαναλαμβανόμενη, σε μια "μακρά διάρκεια", θα έλεγε κανείς. Η "κρίση" δεν είναι πια στιγμιαία αλλά παρατεταμένη και αγωνιώδης, περισσότερο σαν την ίδια την ασθένεια παρά σαν την καμπή προς τη ζωή ή τον θάνατο. Κάποια από αυτά τα χαρακτηριστικά αναγνωρίζονται στον εμφύλιο πόλεμο, από ένα επεισόδιο ασυγχώρητης, ανυπόφορης σύγκρουσης σε έναν κρίκο μιας αλυσίδας, μια ημιμόνιμη κατάσταση "παγκόσμιου εμφύλιου", όπως λένε κάποιοι σχολιαστές - η διαρκής κρίση μιας διχασμένης ανθρωπότητας, ενός διχασμένου Ισλάμ, μιας τρομοκρατίας δίχως σύνορα, μιας κυριαρχίας υπό πολιορκία. Αυτό που οι ιστορικοί, ιδίως οι διανοητικοί ιστορικοί, μπορούν να αντιπαρατάξουν είναι το πώς λειτουργεί αυτού του είδους η γλώσσα, πώς μεταλλάσσεται και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι εναλλακτικές απέναντί της. Κανένας δεν θέλει να ζει σε καθεστώς διαρκούς κρίσης ή συνεχούς εμφυλίου: η γνώση του παρελθόντος μπορεί να μας βοηθήσει να φανταστούμε ξανά ένα μέλλον πέρα από αυτές τις απολιθωμένες κατηγορίες».

Ο Ντέιβιντ Αρμιτατζ θα βρίσκεται στην Αθήνα τη Δευτέρα 9 Μαΐου, προσκεκλημένος του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και του Κέντρου Ερευνας Νεότερης Ιστορίας, για μια ομιλία με θέμα «Three Concepts of Civil War» (Αμφιθέατρο Σάκη Καράγιωργα ΙΙ, Συγγρού 136, Αθήνα, ώρα 7 μ.μ.).

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΡΓΟΥΔΗ .. απο τον θειο Ισίδωρο

ο θειος Ισίδωρος 
 ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΡΓΟΥΔΗ 
Δυο λογια ποψε θα'θελα να πω για τον Βαγγελη
 που εφυγε για το μακρυνο κι ατελειωτο ταξίδι,
 απ' τους δαιμόνους της ζωης που τον ποτίζαν ξίδι 
κι ολο μαζι τους πάλευε, τον αρπαξαν οι αγγέλοι! 

Τωρα μαζι τους θα πετά στου ουρανου τις πιστες 
αναμεσα τους σαν φρικιο, γερακι και αγγελουδι 
και για ολους οσους τα 'π(ι)αμε μαζι με τον Καργουδη 
ο λογος του παλιο κρασι για ρεκτες και για μυστες! 

και ητανε λογος δυσκολος με αγγυλες, παρενθεσεις 
-μπαμπουσκες που μπαινοβγαιναν σε μιαν άλλη μπαμπουσκα-
 κι ετσι καθως στα πραγματα, τα παντα, έπαιρνε θεσεις, 
οι αγγυλες του αιχμηρα καρφια στου λογου τους τη φουσκα. 

Τωρα όλα οσα εγραψε καραβια που αρμενιζουν 
στου διαδικτύου το πελαγος με φωτα αναμενα 
να μας θυμιζουνε στιγμες από τα περασμένα, 
ή, σαν πουλια που τα φτερα αγερωχα τανίζουν!



ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑΣ, ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΤΗΣ ΣΗΜΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ Γεωργία Φέλιου /αναδημοσίευση απο το http://www.ideotopos.gr

 Η φαινομενολογία εν συντομία
Η φαινομενολογία του Χούσερλ (Edmund Husserl) έχει την ιδιαιτερότητα να αντιτίθεται στην κυρίαρχη δυναμική της εποχής (του 20ου αιώνα), η οποία προσπαθούσε να ερμηνεύσει το φαινόμενο της αυτοσυνειδησίας και της λογικότητας με αποκλειστικά βιοφυσικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς όρους. Υπάρχει ένα ερώτημα: τί σημαίνει να έχει κανείς συνείδηση ενός πράγματος; Αν δεν δεχτούμε την αυτοδυναμία του λογικού αλλά το δούμε ως εξάρτημα του φυσικού ή του κοινωνικού συστήματος τότε η συνείδηση παύει να είναι συνείδηση διότι οι λειτουργίες της είναι απλές ανακλαστικές αντιδράσεις στον όποιο καταναγκασμό υπόκειται. Το να περιορίζεις την ανθρώπινη συνείδηση έτσι είναι ένα είδος αναγωγισμού τον οποίο ο Χούσερλ έβλεπε ως σημάδι της προβληματικής εποχής που ζούσε. Θεωρούσε ότι η ανθρώπινη πραγματικότητα περιοριζόταν σε μια πρακτική ποσοτικών μετρήσεων οι οποίες εξαλείφουν την ιδιαιτερότητά της κάνοντάς την να μοιάζει σαν μια έκφανση τυφλής αναγκαιότητας. Αποτέλεσμα; Το πρωτογενές βίωμα δηλαδή η ικανότητα του ανθρώπου (που είναι το υποκείμενο της νόησης) να νοεί τον εαυτό του μοιάζει ανύπαρκτο. Η υποκειμενικότητα δεν ενέχει καμιά πραγματικότητα ή αξία. Ο Χούσερλ καταφερόταν ιδιαίτερα εναντίον της φυσιοκεντρικής αναγωγής την οποία συνέδεε με τον πολιτικό και διανοητικό ολοκληρωτισμό της Ευρώπης της εποχής του. Πίσω από το δυσνόητο λόγο του υπάρχει ένα πολιτικό αίτημα ελευθερίας κυρίως από τον υλικό καταναγκασμό. Για τον Χούσερλ η αναγωγή της συνείδησης στη φυσική ύλη (του νου στον εγκέφαλο) ήταν ανεπίτρεπτη. Ο υλισμός δεν είναι ούτε φυσιολογική ούτε αναπότρεπτη διανοητική στάση. Είναι μια θεωρία ανάμεσα στις άλλες, μια ερμηνευτική προσέγγιση ανάμεσα στις άλλες. Αυτό ακριβώς μας δείχνει ότι υπάρχει μια συνείδηση που πλάθει αυτές τις θεωρίες. Είναι μια υπερβατολογική συνείδηση με την έννοια ότι είναι πάνω και πέρα από τα δημιουργήματά της και είναι η προϋπόθεση ύπαρξής τους. Ο θετικισμός ή η φυσιοκεντική θεώρηση της συνείδησης είναι παράγωγα της πρωτογενούς λογικότητας του ανθρώπου και όχι οι αιτίες της ύπαρξής της. Για να υπάρχει επιστήμη πρέπει κατ' αρχάς να υπάρχει λογικότητα. Αυτή η καθαρή συνείδηση είναι η πηγή των δραστηριοτήτων του υπερβατολογικού Εγώ (Βαλλιάνος, 2002, σ. 324). Να πούμε εδώ εν συντομία, ότι ο Χούσερλ αντιτάχθηκε στη θεωρία του ψυχολογισμού που έλεγε ότι η λογική πρέπει να θεωρηθεί μέρος της ψυχολογίας αφού έχει να κάνει με την αντίληψη, την πίστη και την κρίση. Θεωρεί ο Χούσερλ ότι η λογική όπως και τα μαθηματικά δεν είναι εμπειρική επιστήμη. Εξετάζει ιδεατές δομές και τα αποτελέσματά της χαρακτηρίζονται από βεβαιότητα και ακρίβεια ενώ η ψυχολογία είναι εμπειρική επιστήμη, εξετάζει φυσικά γεγονότα και τα αποτελέσματά της χαρακτηρίζονται από ασάφεια και πιθανολογία. Όταν μιλάμε για ένα νόμο της λογικής δεν μιλάμε για κάτι υποκειμενικό αλλά αντικειμενικό, κάτι ιδεατό (Ζάχαβη, 2010, σ. 21-23).
Ως εκ τούτου, βασική επιδίωξη της φαινομενολογίας είναι η ανατροπή της "φυσικής σκοπιάς". Πράμα που υπονοεί την πίστη του Χούσερλ στην ύπαρξη μιας εμπειρικά ανεξάρτητης πραγματικότητας. Συνεχίζει, υποστηρίζοντας ότι η συνείδηση δεν είναι εξαρτημένη από τον εξωτερικό κόσμο, έχει μια αυτοτέλεια, μια δύναμη να βγει έξω από τον εαυτό της και να αναμιχθεί με την πραγματικότητα έτσι ώστε να την ενσωματώσει και όχι να υποταχθεί σε αυτή. Η συνείδηση λοιπόν αναφέρεται σε κάτι. Η νόηση είναι πάντα νόηση ενός πράγματος. Η προτροπή είναι να "επιστρέψουμε στα πράγματα" του νου έτσι ώστε να περιγράψουμε τη σχέση νου-κόσμου όχι από τη σκοπιά της ύλης των πραγμάτων αλλά από τη σκοπιά του υποκειμένου που τους δίνει μορφή. Η κίνηση του νου προς τον έξω κόσμο ονομάζεται προθετικότητα ή αποβλεπτικότητα και είναι η ουσία του συνειδησιακού βιώματος που στόχο έχει να ενσωματώσει τα πράγματα. Όμως χρειάζεται κατ' αρχάς να ελέγξουμε τον τρόπο με τον οποίο μας δίνεται αυτή η πραγματικότητα (Ζάχαβη, 2010, σ. 96).Για να μπορέσουμε να έχουμε πρόσβαση στην καθαρή συνείδηση χρειάζεται να βάλουμε εντός αγκυλών τη φυσική πραγματικότητα. Χρειάζεται να εφαρμόσουμε την εποχή. Η εποχή είναι "μια δραματική ρήξη του λογικού Εγώ με τον εμπειρικό κόσμο" (Βαλλιάνος, 2002, σ. 326) έτσι ώστε να καθαριστεί η νόηση από κάθε εμπειρικό / ψυχολογικό περιεχόμενο. Σκοπός της εποχής δεν είναι να αμφισβητήσουμε ή να εγκαταλείψουμε την πραγματικότητα αλλά να αποβάλλουμε μια δογματική στάση προς την πραγματικότητα προκειμένου να δούμε τα αντικείμενα όπως μας εμφανίζονται στην καθαρή τους μορφή. Είναι αλλαγή στάσης προς την πραγματικότητα και όχι ακύρωσή της (Ζάχαβη, 2010, σ. 97-99). Όταν βάζει σε αγκύλες τον εξωτερικό κόσμο, η συνείδηση αναδιπλώνεται στον εαυτό της. Τα φυσικά πράγματα ως τέτοια, λοιπόν δεν αμφισβητούνται ποτέ αλλά δεν ενδιαφέρουν τη φαινομενολογική διαδικασία. Οι ψυχολογικές, ανθρωπολογικές, φυσικές ή όποιες άλλες ερμηνείες των εννοιών και των φαινομένων δεν μας απασχολούν. Τα φαινόμενα απομονώνονται από τη συνείδηση έτσι ώστε να βρεθεί το καθαρό νόημά τους. Πώς παρουσιάζονται τα φαινόμενα στο νου; Με έναν καθαρά λογικό τρόπο. Ας μην ξεχνάμε: Ο Χούσερλ ήταν μαθηματικός και φιλόσοφος της λογικής. Κατ' εκείνον τα φαινόμενα παρουσιάζονται στη συνείδηση, μέσω της φαινομενολογικής μεθόδου, με έναν λογικό τρόπο, είναι οι λογικές της πραγματικότητες και αυτές ψάχνουμε να βρούμε στην καθαρή τους μορφή.
Τίθεται το ερώτημα αν είναι δυνατή οποιαδήποτε νοηματική αναπαράσταση ενός αντικειμένου αν δεν έχουμε μια άμεση ή έμμεση φυσική, εμπειρική επαφή με αυτό. Αυτό το ερώτημα δεν απασχολεί τον Χούσερλ διότι ο νους ως λογικό (όχι ως ψυχολογικό ή φυσικό) σύστημα καθορίζει ο ίδιος τα περιεχόμενά του. Γι' αυτό η φαινομενολογία είναι ειδιτική επιστήμη, δηλαδή, καταπιάνεται με τις λογικές μορφές (είδη) που συγκροτούνται μέσα στο νου και δεν ενδιαφέρεται για την εμπειρική τους υπόσταση. Να πούμε ότι η έννοια της προθετικότητας / αποβλεπτικότητας δεν ήταν του Χούσερλ. Τη δανείστηκε από τον Μπρεντάνο. Μόνο που στον Μπρεντάνο είναι μια ψυχολογική διαδικασία περισσότερο, δηλαδή δίνει έμφαση στα συναισθήματα. Μιλάμε περισσότερο για μια φιλοσοφική ψυχολογία, για μια μεθοδολογία παρόμοια με αυτή των επιστημών. Να τονίσουμε, διότι θα το δούμε και παρακάτω: για τον Χούσερλ η προθετικότητα / αποβλεπτικότητα δεν είναι ένα ψυχολογικό αλλά ένα λογικό φαινόμενο.
Το a priori της ύπαρξης και η προθετικότητα /αποβλεπτικότητα - Λογική θεώρηση του κόσμου
Και τα δύο συστήματα δέχονται το a priori της ύπαρξης. Δηλαδή, ότι κατ' αρχάς υπάρχουμε. Ούτε οι σκεπτικοί, ούτε ο Χούσερλ δεν αμφισβητούν ποτέ την ύπαρξη του φυσικού κόσμου. Η έννοια της προθετικότητας /αποβλεπτικότητας και η όλη φιλοσοφία του Χούσερλ έτσι όπως την είδαμε εν σκανδαλώδη συντομία μάς λέει ότι ο Χούσερλ είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στο λογικό κομμάτι του ανθρώπου, στη λογικότητα της ανθρώπινης συνείδησης. Αυτά τα δύο είναι κοινά στα δύο συστήματα.
Το ζήτημα της εποχής, από την άλλη, είναι μια άλλη ιστορία.
Εποχή
Ο Husserl ήταν κριτικός απέναντι σε κάθε μορφή σκεπτικισμού αν και δανείζεται τον όρο εποχή και τον τοποθετεί στον πυρήνα της φιλοσοφίας του (Πεντζοπούλου-Βαλαλά, 2002, pp. 145-146). Τονίζει όμως ότι δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στη σκεπτική και τη φαινομενολογική εποχή. Είναι λοιπόν απλά ένα λεκτικό δάνειο; Κατ' αρχάς, ο Χουσερλ αποδίδει στους σκεπτικούς την έννοια της αμφιβολίας. Αυτό όπως είδαμε είναι μια λανθασμένη θεώρηση. Ας το παραβλέψουμε αυτό προς το παρόν. Ο σκεπτικός, λέει ο Χούσερλ, εφαρμόζει εποχή γιατί αμφιβάλλει για τη γνώση του ενώ ο φαινομενολόγος διότι θέλει να του αποκαλυφθεί η γνώση αυτή. Η Χουσερλιανή εποχή έρχεται να απελευθερώσει τη νόηση από την πεπατημένη οδό λειτουργίας της. Ο φαινομενολόγος δεν αμφιβάλλει ότι υπάρχει ο κόσμος. Όμως ελεύθερα αποφασίζει, για λόγους μεθοδολογίας, να βάλει τον εξωτερικό κόσμο σε αγκύλες για να μπορέσει να τον δει με μια φρέσκια και καθαρή ματιά. Ο φυσικός κόσμος, και μαζί του το φυσικό εγώ υφίστανται μια οντολογική ακύρωση για να γνωρίσουμε τις προϋποθέσεις της γνώσης. Ο αντικειμενικός / φυσικός κόσμος αντλεί όλο του το νόημα από μένα τον ίδιο. Βάζοντας τις αγκύλες βλέπω τον κόσμο όπως αυτός δίνεται στη συνείδηση μου, ως κάτι που φανερώνεται σε μένα. Δεν ακυρώνω την πραγματικότητα. Την υπερβαίνω. Η εποχή είναι παθητική ως προς τον έξω κόσμο. Είναι ενεργητική όσον αφορά τον άνθρωπο, το υποκείμενο διότι τον βοηθά να αποκαλύψει το νόημα του κόσμου. Μέσω της εποχής το φυσικό δεδομένο μετατρέπεται σε καθαρό δεδομένο.
Η εποχή των σκεπτικών είναι εμπειρική, ανήκει στη "φυσική στάση". Έρχεται στο τέλος του στοχασμού όταν ο στοχαστής παραδέχεται τους περιορισμούς του (ως προς την αληθινήν φύσιν επέχουμε). Ο στοχαστής παραδέχεται ότι δεν μπορούμε να βρούμε μια αντικειμενική αλήθεια -ακόμα. Ο σκεπτικός δεν επέχει όσον αφορά τα φαινόμενα αλλά για ό,τι λέγεται για τα φαινόμενα.
Και στις δύο φιλοσοφίες η εποχή παίζει κεντρικό ρόλο. Είναι στο πυρήνα τους, θα λέγαμε. Όμως η εποχή λειτουργεί διαφορετικά για την κάθε μία. Ο Χούσερλ εφαρμόζει την εποχή ούτως ώστε να κάνει μια νέα φιλοσοφία και να βρει ένα νέο τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα. Ο σκεπτικός από την άλλη με την εποχή φτάνει στα όρια της φιλοσοφίας, παραδέχεται τους περιορισμούς της. Η μία εποχή έχει να κάνει με τη λογική, η άλλη με το φυσικό κόσμο. Η μία βάζει σε παρένθεση τον κόσμο η άλλη την κρίση μας για αυτόν. Η πραγμάτωση της εποχής είναι το πρώτο βήμα του φαινομενολόγου. Στον σκεπτικό είναι το τελευταίο. Είναι όντως δύο διαφορετικές εποχές.
Εφαρμογές στην ψυχοθεραπευτική πρακτική
Ο Χήτον (John M. Heaton) είναι ψυχίατρος και σε ένα άρθρο του για τη σχέση Πυρρώνειου Σκεπτικισμού και ψυχοθεραπείας κάνει κάποιες πολύ σημαντικές παρατηρήσεις, ορμώμενος από τη σκεπτική φιλοσοφία. Λέει επί παραδείγματι ότι στην καθημερινότητα η συνείδηση καταλαβαίνει την αναπαράσταση της πραγματικότητας ως αληθινή γνώση (Heaton, 2003, p. 44). Λέει επίσης ότι η σκεπτική φιλοσοφία μπορεί να βοηθήσεις την θεραπευτική πρακτική. Ισχυρίζεται ότι η σωκρατική μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί έτσι ώστε ο ασθενής να αναπτύξει τις πεποιθήσεις του και σταδιακά να δει ότι είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Έτσι καταλαβαίνει ότι δεν έχει τις γνώσεις που νόμιζε ότι έχει για τον εαυτό του οπότε ψάχνεται περισσότερο και σταδιακά μαθαίνει καλύτερα τον εαυτό του. Αυτό απαιτεί από τον θεραπευτή να μην έχει ένα συγκεκριμένο θεωρητικό σύστημα διότι κινδυνεύει να προσπαθεί επί μακρόν να ταιριάξει τον ασθενή στο σύστημα. Χρειάζεται, λοιπόν, να είναι ανοιχτός ο θεραπευτής σε αυτή τη διαδικασία. Τέλος, λέει ο Χήτον, ο ασθενής μαθαίνει σιγά-σιγά να βασίζεται στο δικό του τρόπο σκέψης αντί να βασίζεται στις θεωρίες κάποιου άλλου ή σε τεχνικές. Αυτό με τη σειρά του προάγει την ελευθερία του θεραπευόμενου (Heaton, 2003, σ. 45).
Κατά τη δική μου άποψη χρειάζεται να δούμε το εξής: Κατ' αρχάς ο Χούσερλ δεν μας είπε πως, με ποιό τρόπο εφαρμόζουμε την εποχή. Πώς βάζουμε σε αγκύλες τα φυσικά πράγματα; Πώς εφαρμόζουμε τη φαινομενολογία στην παρατήρηση του κόσμου; Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι ο Χούσερλ ενδιαφερόταν για την υποκειμενικότητα στο βαθμό που λειτουργούσε ως μέσο για την αντικειμενικότητα, δηλαδή, τη βεβαιότητα των καθαρών λογικών μορφών. Κατά δεύτερον, τόσο ο Χούσερλ όσο και οι σκεπτικοί ήταν φιλόσοφοι. Η έμφασή τους ήταν στη νόηση. Στην ιστορία της φιλοσοφίας το συναίσθημα έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Ναι, σε πολλούς το συναίσθημα μελετάται αλλά με μια εργαστηριακού τύπου προσέγγιση. Αποστειρωμένα και αποστασιοποιημένα. Υπάρχουν πολύ λίγες εξαιρέσεις και ο υπαρξισμός είναι μία από αυτές. Η φαινομενολογία έτσι όπως εφαρμόζεται στην ψυχοθεραπεία, δεν είναι η Χουσερλιανή φαινομενολογία. Η εποχή δεν είναι η Χουσερλιανή εποχή. Είναι μια εποχή οιστρηλατημένη, βασισμένη στην Χουσερλιανή αλλά σε καμία περίπτωση ταυτόσημη. Ως τέτοια είναι, κατά τη γνώμη μου, εμπνευσμένη και εντελώς απαραίτητη στην ψυχοθεραπευτική μεθοδολογία. Όμως, επαναλαμβάνουμε, από αυστηρά φιλοσοφική άποψη, δεν είναι τα ίδιο πράγμα. Μοιάζει περισσότερο σαν ένα αμάλγαμα Χουσερλιανής και σκεπτικής εποχής προσαρμοσμένο στις ανάγκες της συγκεκριμένης μεθοδολογίας: βάζουμε σε αγκύλες όχι τον φυσικό κόσμο αλλά την κρίση μας, τις υποθέσεις μας και τις προκαταλήψεις μας για αυτόν για να δούμε τι μας φέρνει, για να εστιάσουμε στα πρωταρχικά δεδομένα της εμπειρίας μας (Spinelli, 2009, σ. 40). Όπου στον φυσικό κόσμο συμπεριλαμβάνεται και ο θεραπευόμενος μαζί με τον κόσμο του.
Η σκεπτική μεθοδολογία θα μπορούσε να μας βοηθήσει να αντιπαρατεθούμε στον εσωτερικό μας δογματισμό, δηλαδή, τις ιζηματοποιήσεις μας. Σύμφωνα με τον Σπινέλλι (Spinelli, 2009, σ. 111) κατανοούμε το "εγώ" μας ως μία δομή. Είναι η αυτό-δομή μας. Οικοδομούμε τον εαυτό μας, τον ιστορούμε βασισμένοι στις εμπειρίες μας έτσι όπως τις επεξεργαζόμαστε και τις ερμηνεύουμε. Αν για οποιουσδήποτε λόγους η δομή αυτή είναι άκαμπτη, ιζηματοποιημένη (δογματική ίσως;), τότε οποιαδήποτε εμπειρία συγκρούεται μαζί της, μας δημιουργεί πρόβλημα (2009, σ. 122). Η σκεπτική μεθοδολογία θα μπορούσε να μας βοηθήσει να χαλαρώσουμε αυτή τη μέγγενη ενσωματώνοντας έτσι μια ευρύτερη γκάμα εμπειριών έτσι ώστε να εμπλουτιστούμε από αυτές. Αναφέρομαι τόσο στη διερεύνηση του τι θεωρούμε δεδομένο, αληθινό, ορθή πεποίθηση όσο και στη διερεύνηση των κριτηρίων που χρησιμοποιούμε για να χτίζουμε τα δεδομένα μας, τις ερμηνείες μας, τις πεποιθήσεις μας και εν τέλει την αυτό-δομή μας.
Και πάλι όμως μιλάμε για ένα ως επί το πλείστον νοητικό επίπεδο. Όμως ως ψυχοθεραπευτές αγγίζουμε ή θα έπρεπε να αγγίζουμε και το συναισθηματικό επίπεδο. Eν αρχή είναι η ύπαρξη? η πεμπτουσία της ύπαρξης είναι τα συναισθήματα. Τα συναισθήματα "είναι". Υπερβαίνουν το δίπολο αλήθειας-ψεύδους, πραγματικότητας-πλάνης. Είναι η μόνη μας πραγματικότητα. Πιστεύω ότι ο Χιουμ είχε δίκιο όταν έλεγε ότι τα πάθη και όχι ο λόγος κυβερνούν την ανθρώπινη συμπεριφορά και ότι "ο λόγος είναι και οφείλει να είναι ο σκλάβος των παθών". Ακόμα και η ηθική μας, είχε πει, βασίζεται περισσότερο στα συναισθήματα παρά στις ηθικές αρχές (Fieser, 2005). Πάθη με την έννοια των βαθιών συναισθημάτων και όχι με την έννοια του εθισμού, π.χ., που είναι η αποφυγή τους. Η λογική, ο λόγος είναι και πρέπει να είναι ο υπηρέτης των αισθημάτων. Όχι με την έννοια να είμαστε έρμαια των συναισθημάτων μας. Δεν αγόμαστε και φερόμαστε από αυτά, ούτε θεωρώ ότι πρέπει να το κάνουμε. Δεν υποστηρίζω τον ανορθολογισμό, ούτε θέλω να θέσω τα συναισθήματα ως προπύργιο του ανορθολογισμού. Δεν υποστηρίζω ούτε τον εμπειρισμό (αν και αναγνωρίζω την χρησιμότητά του ως ένα σημείο). Υποστηρίζω ότι είμαστε πολύ παραπάνω από τη νόησή μας, τη λογικότητά μας και τις εμπειρικές μας προσλαμβάνουσες? ότι τα συναισθήματα παίζουν τον πρωταρχικό ρόλο στη ζωή μας, ότι έχουμε τη δυνατότητα, και το εσωτερικό καθήκον έστω και στον ελάχιστο βαθμό να τα δούμε, να εξοικειωθούμε μαζί τους, να τα εκφράσουμε και με αυτόν να τα υπηρετήσουμε διότι αυτά και μόνον αυτά μπορούν να μας καθοδηγήσουν στο δρόμο της ολοκλήρωσής μας, αν μας ενδιαφέρει η ολοκλήρωσή μας (Bruckland, 1999, pp. 113, 116-118 ; Greenberg & Paivio, 1997, pp. 1-7). Ο τρόπος με τον οποίο θα το κάνουμε αυτό, εμπεριέχει τη λογική, είναι ο ορθολογικός (ή εντελώς παράλογος). Ως εκ τούτου θα μπορούσαμε να παραφράσουμε τον Καρτέσιο λέγοντας: "αισθάνομαι άρα υπάρχω".
Έτσι λοιπόν χρειάζεται πρώτα να αφουγκραστούμε το συναίσθημα του θεραπευόμενου (με την ταπεινότητα που μας δίνει η παραδοχή ότι ποτέ δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ακριβώς πώς είναι για κείνον να νοιώθει ό,τι νοιώθει, όπως θα έλεγαν και οι σκεπτικοί ) και μετά να δούμε πώς το νοηματοδοτεί και μετά αν το νοηματοδοτεί παράλογα ή όχι. Ο ’αρον Μπεκ (Aaron Beck) και οι λοιποί γνωστικοί, θεωρώ, ότι βλέπουν το θέμα αυτό αντίστροφα. Κατά την δική μου άποψη όμως, πρώτα νοιώθουμε και μετά 'δικαιολογούμε' ή νοηματοδοτούμε το συναίσθημα με τον λόγο. Ο οποίος λόγος είναι εξαιρετικά χρήσιμος και εντελώς απαραίτητος και στη μία έννοιά του και στην άλλη διότι είναι το βασικό μας εργαλείο.
Επίλογος
Είδαμε το ιστορικό πλαίσιο του αρχαίου σκεπτικισμού. Είδαμε τα βασικά φιλοσοφικά του στοιχεία και κάναμε μια σύντομη, αν όχι επιφανειακή, σύγκριση των σκεπτικών με βασικά στοιχεία της φαινομενολογίας. Σταθήκαμε λίγο στην έννοια της εποχής. Είδαμε τέλος πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε τους αρχαίους σκεπτικούς με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να προσφέρουμε ένα άνοιγμα αντίληψης στη διαδικασία της ψυχοθεραπείας και στην ψυχοθεραπευτική σχέση. Παρατηρήσαμε ότι η φιλοσοφία, όπως και κάθε άλλη επιστήμη (η λέξη χρησιμοποιείται με την ευρεία της έννοια, ως σπουδή), όταν έρχεται σε επαφή με μια άλλη επιστήμη, την εμπλουτίζει και της δίνει μεγάλη ώθηση. Παράλληλα, όμως αποκαλύπτει και τους περιορισμούς της. Περιορισμοί αναπόφευκτοι, αφού στο κάτω-κάτω οι στόχοι, οι προσδοκίες και η μεθοδολογία των επιστημών διαφέρουν. Αυτούς τους περιορισμούς οφείλουμε να τους εντοπίσουμε και να τους ξεπεράσουμε προχωρώντας παρακάτω στο δικό μας δρόμο, στη δική μας αναζήτηση.
! Η Γεωργία Φέλιου είναι σύμβουλος ψυχικής υγείας.

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Λαϊκισμός στη σύγχρονη δημοκρατία. Η ώρα του γητευτή με τον μαγικό αυλό του Χέλμουτ Ντούμπιελ/αναδημοσίευση απο το http://aftercrisisblog.blogspot.gr

Λαϊκισμός στη σύγχρονη δημοκρατία. Η ώρα του γητευτή με τον μαγικό αυλό

  
Σύμφωνα με τον θρύλο, η μεσαιωνική πόλη του Χάμελν υπέφερε από στρατιές αρουραίων. Ως από μηχανής θεός, την γλύτωσε ένας πλανόδιος γητευτής: συγκέντρωσε τα ενοχλητικά ζώα παίζοντας τη μαγική φλογέρα του και τα οδήγησε μακριά από την πόλη. Όμως στο τέλος έκλεψε και όλα τα παιδιά του Χάμελν. Το άρθρο γράφτηκε το 2002 αλλά είναι απολύτως επίκαιρο. Ο
Χέλμουτ Ντούμπιελ, σημαντικός κοινιωνιολόγος της Κριτικής Θεωρίας, επισημαίνει ότι οι λαϊκιστές πολιτικοί της εποχής μας κάνουν «αντεστραμμένη ψυχανάλυση» και υπόσχονται στον λαό λύτρωση από τις μεγάλες πληγές που βασανίζουν τα αδύναμα και τα μεσαία στρώματα στις σύγχρονες κοινωνίες. Στο τέλος όμως του κλέβουν το πιο πολύτιμο: την ελπίδα για ένα καλύτερο, πραγματοποιήσιμο και βιώσιμο μέλλον.
  
Η επιδημία του λαϊκισμού που έχει προσβάλλει την Δυτική Ευρώπη δεν είναι κάτι νέο, ούτε είναι πολιτική «εφεύρεση» της γηραιάς ηπείρου. Ο όρος «λαϊκισμός» κατάγεται από μια έννοια της κοινωνικής ιστορίας. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει αγροτικά κινήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Ρωσία και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, τα οποία εμφανίστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα ως αντίδραση στον καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό του γεωργικού τομέα. Παρόμοια κινήματα σχηματίστηκαν μερικές δεκαετίες αργότερα στις μεγάλες πόλεις της Λατινικής Αμερικής, ως επακόλουθο της εισροής εσωτερικών μεταναστών από αγροτικές περιοχές. Αυτοί οι φτωχοί ή και εξαθλιωμένοι πληθυσμοί αποτέλεσαν το δυναμικό που στήριξε του λεγόμενους λαϊκιστές δικτάτορες, όπως ο Βάργκας στη Βραζιλία και ο Περόν στην Αργεντινή, στον αγώνα τους εναντίον της κατεστημένης ολιγαρχίας. Από τότε, η λέξη «λαϊκιστικό» δεν σημαίνει μόνον έναν τύπο κοινωνικού κινήματος, αλλά και μια τεχνική της κυριαρχίας, την οποία χρησιμοποιεί μια ελίτ για να ανέλθει στην εξουσία με τη βοήθεια του «λαού».
Η κοινωνιολογική χρήση της έννοιας κληρονόμησε τα ιστορικά της χαρακτηριστικά από τους αμερικανούς λαϊκιστές. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, η ύπαρξη πολλών μικρών αγροτών στη Βόρεια Αμερική εξαρτήθηκε όλο και πιό άμεσα από το νεοκατασκευασμένο σύστημα σιδηροδρόμων και από το ταχέως αναπτυσσόμενο τραπεζικό σύστημα. Οι αγρότες αυτοί, ως κοινωνική ομάδα, έγιναν ο «στόχος» αυτού του νέου πολιτικού προτύπου, των λαϊκιστών. Το περιεχόμενο των διεκδικήσεών τους ήταν σε τελευταία ανάλυση σοσιαλδημοκρατικό, όμως δεν ήταν αυτό ο λόγος για την «πολύχρωμη» και ασταθή σημασία που πήρε ο όρος αυτός. Η αιτία γι' αυτό ήταν μάλλον το ύφος με το οποίο οι πολιτικοί αυτοί προσπαθούσαν να κινητοποιήσουν την πολιτική «πελατεία» τους. Ο πολιτικός τους λόγος διήγειρε των αγρότες και καλλιεργούσε την δυσπιστία τους ενάντια στους πολιτικούς καριέρας, στους δικηγόρους, στους τραπεζίτες και μεγαλοεπιχειρηματίες. Όλοι αυτοί τους φαίνονταν ως προσωπικές ενσαρκώσεις εκείνων των αφηρημένων οικονομικών δυνάμεων, οι οποίες κινούσαν τον οδοστρωτήρα που τους ισοπέδωνε.
Σήμερα ο όρος «λαϊκίστικο» στην πολιτική επικοινωνία έχει απαξιωτικό νόημα, τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Κανείς Γερμανός πολιτικός, ούτε ο πιο δημαγωγός, δεν θα έλεγε για τον εαυτό του: «Είμαι λαϊκιστής». Η ετυμολογία του [διεθνούς] όρου populism προέρχεται από τη λατινική λέξη populus, η οποία είναι μετάφραση της αρχαιοελληνικής λέξης δήμος [= λαός], δηλαδή της λέξης-ρίζας από την οποία προέρχεται ο όρος δημοκρατία. Αυτή η ελληνική εκδοχή της λέξης «λαός» σηματοδοτεί κάτι καλό. Όμως στη λατινική εκδοχή της αντιπροσωπεύει σήμερα μια παθολογική κατάσταση της πολιτικής επικοινωνίας και μπορεί να χρησιμοποιείται με πολύσημο τρόπο, όπως θα φανεί στη συνέχεια.
Άν και η απαξιωτική λέξη λαϊκισμός χρησιμοποιήθηκε αρχικά προπαντός από την Δεξιά εναντίον της Αριστεράς (καταγγέλοντας τους «αριστερούς λαϊκιστές»), τώρα ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως από την Αριστερά στην κριτική της εναντίον της Δεξιάς(
καταγγέλοντας τους «δεξιούς λαϊκιστές»).
Λαϊκιστές είναι πάντα οι άλλοι
Η συντηρητική πολιτισμική κριτική χρησιμοποίησε το σύνθημα «λαϊκισμός της Αριστεράς» κατά πρώτο λόγο για να δυσφημίσει τα οικολογικά και φεμινιστικά κινήματα, καθώς και τα ριζοσπαστικά δημοκρατικά κινήματα, μέρος των οποίων ανασυντάσσεται σήμερα υπό την μορφή του κινήματος εναντίον της παγκοσμιοποίησης 
[το άρθρο γράφτηκε στην αρχή της δεκαετάς του 2000]. Οι αγώνες τους για τη διάσωση του περιβάλλοντος, για την ισότητα των φύλων και σήμερα για μια πιο δίκαιη παγκόσμια οικονομική τάξη πραγμάτων, παρουσιάστηκαν από τους επικριτές τους ως ανορθολογικές, δονκιχωτικές μάχες εναντίον ανεμόμυλων, ως προσπάθεια για να σταματήσει ένας εκσυγχρονισμός που είναι αδύνατο να σταματήσει, ακριβώς όπως ήταν άλλοτε οι αγώνες των Αμερικανών αγροτών εναντίον των σιδηροδρόμων. Πίσω από αυτές τις επικρίσεις βρίσκεται μια τεχνοκρατική κοσμοθεωρία, σύμφωνα με την οποία υπάρχει μόνον ένας δρόμος για την εξέλιξη των σύγχρονων κοινωνιών: ο δρόμος που υποδεικνύουν οι βουβές πιέσεις της παγκόσμιας οικονομίας, η επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη και οι κρατικές γραφειοκρατίες. Η συντηρητική πρωθυπουργός της Βρετανίας Θάτσερ, η οποία από πολλές πλευρές ήταν η πραγματική μητέρα του λαϊκισμού της δεξιάς, διατύπωσε αυτή την κοσμοθεωρία με μια απλή αλλά εντυπωσιακή φράση: There Is No Alternative - δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση. Ακόμη και σήμερα αναφέρονται ειρωνικά τα αρχικά της φράσης: «Η αρχή του TINA». 
Τι είναι λοιπόν αριστερο-λαϊκισμός, τί είναι δεξιο-λαϊκισμός; Έχουν τίποτε το κοινό αυτοί οι δύο όροι, εκτός από την ρίζα της δεύτερης λέξης; Σε κάθε περίπτωση, οι κοινωνικές ομάδες που υποτίθεται ότι είναι δεκτικές στη λαϊκιστική πολιτική, είναι εντελώς διαφορετικές. Σύμφωνα με τους Σοσιαλδημοκράτες, κλασικά στρώματα δυνάμει επιρρεπή στον «δεξιο-λαϊκισμό» είναι τα μεσαία στρώματα που απειλούνται με κοινωνική παρακμή, οι ανειδίκευτοι εργάτες και οι μικροί αυτοαπασχολούμενοι. Σύμφωνα με τους συντηρητικούς φίλους της νεωτερικότητας, ομάδες δυνάμει επιρρεπείς στον «αριστερο-λαϊκισμό» είναι αυτοί που συμμετέχουν στις Πασχαλινές πορείες ειρήνης, οι δημόσιοι λειτουργοί που ασχολούνται με την ισότητα των γυναικών, οι σύμβουλοι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που εκλέγονται με το κόμμα των Πρασίνων, οι δάσκαλοι, καθηγητές και κοινωνικοί λειτουργοί που είναι οργανωμένοι στο κίνημα Attac εναντίον της παγκοσμιοποίησης και τα λοιπά. Ωστόσο και οι δύο τρόποι χρήσης του όρου, τόσο από αριστερά, όσο και από δεξιά, έχουν και κάτι κοινό ως κρυφό τους υπόβαθρο. Συμμερίζονται και οι δύο μια ορθολογιστική προκατάληψη για ό,τι αφορά τη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων μέσα στον πληθυσμό. Υποθέτουν ότι αυτά που παρακινούν τους ανθρώπους να αποφασίζουν έτσι ή αλλοιώς όταν βρίσκονται σε καταστάσεις στις οποίες λαμβάνονται πολιτικές αποφάσεις, στηρίζονται πάντα στη λογική και όχι στις «κλίσεις» και προτιμήσεις τους, στα συναισθήματά τους, στα όνειρά τους. 
Όμως τα δύο στρατόπεδα βλέπουν με διαφορετικό τρόπο τι είναι «ορθολογικό», δηλαδή λογικό από πολιτική άποψη. Η Αριστερά και οι Σοσιαλδημοκράτες είχαν πάντα ως αρχική αφετηρία την προσδοκία ότι οι εργαζόμενοι είναι σε θέση να ενεργούν σύμφωνα με τα κοινωνικά τους συμφέροντα. Αυτό ήταν μια αληθινά επίμονη εικασία και προκατάληψη, εξ αιτίας της οποίας ακόμη και σήμερα η Αριστερά δυσκολεύεται να καταλάβει γιατί οι εργαζόμενοι τόσο συχνά ενεργούσαν και ενεργούν με άλλο τρόπο και όχι με αυτόν που επιτάσσουν τα αντινειμενικά τους συμφέροντα. Με τη σειρά τους, οι  τεχνοκρατιστές συντηρητικοί θεωρούν ως «ορθολογικό», δηλαδή ως φυσιολογικό και μέσα στα πλαίσια της λογικής, το να αποδέχονται οι πολίτες χωρίς να γκρινιάζουν τους καταναγκασμούς της προόδου που ορίζουν ως «αναπόφευκτους» οι ειδήμονες. Στην κοσμοαντίληψή τους, η ελευθερία επιλογής των πολιτών εξαντλείται στη βουβή αποδοχή των αναγκαιοτήτων της παγκόσμιας οικονομίας και της τεχνολογίας. Αυτό είναι πράγματι «λογικό» μόνον στην περίπτωση που έχει επιβληθεί ως κυρίαρχο παράδειγμα η αρχή του TINA. 
Βέβαια, ακόμη και η απλή εμπειρία της ζωής μας διδάσκει ότι στη διαδικασία σχηματισμού πολιτικής βούλησης συμμετέχουν επίσης οι προσδοκίες για μια ευτυχέστερη ζωή, η απαίτηση για δικαιοσύνη και η προσδοκία της κοινωνικής  αναγνώρισης. Δεν μπορεί κανείς να παραβλέπει ή αποκρύπτει αυτά τα σημαντικά για την πολιτική συναισθήματα. Παίζουν αποφασιστικό ρόλο, έστω και αν δύσκολα γίνονται απτά και κατανοητά, γιατί συνήθως εκφράζονται με αφορμή ένα αρνητικό γεγονός· δηλαδή όταν διαδίδεται η αίσθηση ότι παρεμποδίζεται η προοπτική μιας ευτυχέστερης ζωής, ότι προσβάλλεται η κοινωνική αξιοπρέπεια και τραυματίζεται το αίσθημα της δικαιοσύνης. Σε καιρούς εποπτεύσιμων και διαχειρίσιμων κοινωνικών αλλαγών, δηλαδή σε περιόδους πολιτικής σταθερότητας και με την κοινωνία να έχει καλή πολιτισμική συνοχή, αυτές οι δυνητικές καταστάσεις συγκινησιακής διέγερσης παραμένουν ως επί το πλείστον αόρατες, ενσωματωμένες σε παραδεδομένα κοινωνικά πρότυπα. Ασφαλώς συμβαίνουν πάντοτε μεμονωμένα περιστατικά που βιώνονται ως περιφρόνηση ή προσβολή. Όμως αυτές οι μεμονωμένες εμπειρίες γίνονται πολιτικά σημαντικές μόνον όταν η συσσώρευσή τους ξεπεράσει ένα όριο, πέρα από το οποίο εκλαμβάνονται ότι επηρεάζουν δραστικά την κοινή μοίρα.
Για τέτοιες καταστάσεις, ο Λώρενς Γκούντγουιν (Lawrence Goodwyn), ο συγγραφέας ενός από τα πιο διάσημα βιβλία για την κοινωνική ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει δημιουργήσει τον όρο «λαϊκιστική στιγμή» (ο οποίος υπάρχει και στον τίτλο του βιβλίου του). Με αυτόν θέλει να επισημάνει μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση, στην οποία μια ξαφνική κοινωνική αλλαγή, ένας
εκσυγχρονισμός που υπαγορεύεται από ανώνυμα συμφέροντα, καταστρέφει έναν συλλογικό τρόπο ζωής. Ως ιστορικό παράδειγμα ο Γκούντγουιν χρησιμοποιεί την μοίρα των αμερικανών μικροκαλλιεργητών, που παγιδεύτηκαν στην «άλωση» της ενδοχώρας της Βόρειας Αμερικής από τον σιδηρόδρομο και από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Όλο και περισσότεροι ιστορικοί και μελετητές της κοινωνικής εξέλιξης στις ΗΠΑ εφιστούν την προσοχή στην ιδιόμορφη παραλληλία μεταξύ αυτής της διαδικασίας, που συνέβη πριν από έναν αιώνα και κάτι, και των επιπτώσεων της παγκοσμιοποίησης που παρασύρουν σήμερα ολόκληρες περιοχές του κόσμου. 
Οι «λαϊκιστικές στιγμές» χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι τραυματίζονται οι συγκινησιακοί δεσμοί εντός των πληθυσμιακών ομάδων που θίγονται,  όταν αφαιρείται απότομα το έδαφος πάνω στο οποίο στηρίζεται ο κληρονομημένος τρόπος ζωής τους. Σε τέτοιες στιγμές της κοινωνικής ιστορίας συμβαίνει το εξής: οι συλλογικές προσδοκίες μιας ευτυχέστερης ζωή και οι μέχρι στιγμής απλά και μόνον μεμονωμένοι φόβοι απώλειας του status «υπερχειλίζουν» έξω από τα κοινά και συνήθη πολιτισμικά πρότυπα και μεταπηδούν σε κατάσταση ασταθών, ευμετάβλητων ισχυρών κινήτρων συγκινησιακής φύσης. Αυτή είναι η ώρα του του γητευτή με τον μαγικό αυλό.
Τα λαϊκιστικά κόμματα, είτε από τα δεξιά είτε από τα αριστερά, ανταγωνίζονται με τα καθιερωμένα μεγάλα κόμματα για να αποκτήσουν στενή επαφή με τον λαό. Το γεγονός ότι
εδώ και κάμποσο καιρό η σχέση μεταξύ των πολιτικών κομμάτων και του λαού δεν είναι καλή, το φωνάζουν ακόμη και οι γάτες πάνω στα κεραμίδια. Ήδη στην δεκαετία κατά την οποία το μοντέλο της φιλελεύθερης δημοκρατίας επιβλήθηκε παγκοσμίως χωρίς ανταγωνιστές, φάνηκε να εξασθενεί η ελκτική του δύναμη για πολλούς πολίτες. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι η δυσπιστία των ψηφοφόρων ξεσπά κατά πρώτο λόγο εναντίον εκείνων των θεσμών, στους οποίους έχει ανατεθεί από τα Συντάγματα το καθήκον να μεταβιβάζουν τη βούληση του λαού στην κρατική εκτελεστική εξουσία, δηλαδή εναντίον των κομμάτων.
Σε αντίθεση με τα χρόνια του Μεσοπολέμου, σήμερα δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση ποιοτικά η στάση των πολιτών απέναντι στη δημοκρατία. Ακριβώς επειδή πολλοί πολίτες στις πραγματικά υπάρχουσες δημοκρατίες έχουν αναπτύξει υψηλότερες απαιτήσεις έναντι των φορέων και των προσώπων που τους εκπροσωπούν, είναι περισσότερο κριτικοί προς αυτούς σε σύγκριση με το παρελθόν. Εκείνοι που έχουν επιλέξει την πολιτική ως επάγγελμα, εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορούν να φέρουν σε πέρας επιτυχώς δύσκολα καθήκοντα. Επίσης, όλοι όσοι είναι γνώστες αυτής της δουλειάς γνωρίζουν ότι τα περιθώρια για δημιουργική πολιτική έχουν περιοριστεί. Οι πιέσεις του παγκόσμιου οικονομικού ανταγωνισμού, οι απoφαστικής ισχύος επιταγές των υπερ/διακρατικών θεσμικών οργάνων, η διαπλοκή των εταιρικών ομάδων συμφερόντων και οι σκληρές σχέσεις πλειοψηφιών και μειοψηφιών έχουν μειώσει δραστικά τις δυνατότητες των υπεύθυνων οργάνων σε εθνικό επίπεδο να ελίσσονται αποτελεσματικά.  Εξάλλου, μέχρι τώρα, καμμιά γενιά πολιτικών δεν έχει κληθεί να αντιμετωπίσει τέτοια πολύπλοκα και νέου είδους προβλήματα. Και ποιός έχει ακόμη καλή εποπτεία των νομικών προϋποθέσεων που εγγυώνται τον αυτοπροσδιορισμό «επαρκώς ενημερωμένων» πολιτών; Ποιος έχει τη συνταγή για μια πολιτική που εγγυάται ταυτόχρονα την ειρήνη και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Ποιος έχει τον «μαθηματικό τύπο», που θα μπορούσε να κάνει τον παγκόσμιο καπιταλισμό συμβατό με την κοινωνία και με τη δημοκρατία; Πως μπορεί να συμβιβαστεί το αίτημα για παγκόσμια δικαιοσύνη με το ενδιαφέρον που επιδεικνύουν πολλοί πολίτες να κλείσουν τα ευρωπαϊκά σύνορα στους φτωχούς μετανάστες;
Τα δύσκολα καθήκοντα αφθονούν. Τόσο δύσκολα δεν ήταν ίσως ποτέ μέχρι τώρα. Παρ' όλα αυτά, και ίσως γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, η πολιτική
μετατρέπεται φανερά σε ένα είδος υποκατάστατου της πολιτικής, με τη συνενοχή των Μέσων Ενημέρωσης. Γίνεται μια απλή προσομοίωση πληθωρικής και ισχυρής δράσης, η οποία είναι αποτελεσματική μόνον στο να τραβά την προσοχή στα Μέσα Ενημέρωσης. Η «λαϊκίστικη στιγμή» είναι στην σημερινή πολιτική και πρόκειται να μείνει για πολύ καιρό. Συνακολουθα, οι γητευτές με την μαγική φλογέρα γίνονται ενδημικό πρόβλημα της δημοκρατίας. Τα συμπτώματα είναι εμφανή και σημαντικά
Παλιά ταμπού, λάθος θεραπείες
Αυτοί οι γητευτές με τον μαγικό αυλό παίρνουν τους απλούς ανθρώπους από εκεί όπου βρίσκονται και τους αφήνουν πάλι εκεί. Ο κοινωνιολόγος της λογοτεχνίας Λέο Λέβενταλ (Leo Löwenthal) περιέγραψε κάποτε την ρητορική τεχνική τους με την ιδιοφυή διατύπωση «αντεστραμμένη ψυχανάλυση». Ένας καλός ψυχαναλυτής φροντίζει  να κάνει τον ίδιο τον εαυτό του περιττό, με το να διδάσκει τους ασθενείς του πώς να απελευθερώνονται από τις νευρωτικές εμπλοκές και τις φοβίες και έτσι να αποκτούν αυτονομία. Ο λαϊκιστής κάνει το αντίθετο. Αυτός ενισχύει τους φόβους στο ασυνείδητο και τους νευρωτικούς καταναγκασμούς του κοινού του για να κάνει το κοινό να εξαρτηθεί από αυτόν. Διότι η ανωριμότητα των πελατών είναι το κεφάλαιό του.
Σ΄ αυτή την κατάσταση, το μέγιστο σφάλμα θα ήταν να περιοριστεί η δημόσια συζήτηση, με την δήθεν καλή πρόθεση να μην προσφέρεται έτοιμη η σκηνή στους αυλητές, για να επιδεικνύουν την τέχνη τους και να γητεύτουν το κοινό. Ο πειρασμός να βασιστεί κανείς σ' αυτή την δήθεν αντιμετώπιση και εικονική θεραπεία είναι μεγάλος, γνωστός ως προσφυγή σε παλιά ταμπού, σε παραδοσιακές απαγορεύσεις της συζήτησης, στην ορθότητα της ορθοδοξίας. Όμως αυτό είναι το μισοσκόταδο που αγαπούν οι γητευτές με τον αυλό. Αντίθετα, το ηλιακό φως ενός μαχητικού πολιτικού πολιτισμού τους διώχνει πολύ πιο αποτελεσματικά από οποιαδήποτε λογοκρισία, οποιαδήποτε απαγόρευση και οποιαδήποτε προσπάθεια αφορισμού. 
Στη δημοκρατία η  πολιτική δημόσια σφαίρα είναι κάτι ευαίσθητο. Οι  ασθένειές της μπορούν να θεραπευτούν μόνον με ομοιοπαθητικά φάρμακα, δηλαδή με περισσότερη επικοινωνία. Δεν πρέπει να παραδοθούμε στην ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς λαϊκιστικές στιγμές. Το σημαντικό είναι, οι δημοκράτες να στέκονται στο ύψος των περιστάσεων.

Ο Helmut Dubiel (1946 -  3 Νοεμβρίου 2015) σπούδασε κοινωνιολογία στα πανεπιστήμια του Μπίλεφελντ και του Μπόχουμ (Γερμανία). Στη διδακτορική του εργασία ασχολήθηκε με τον Τέοντορ Αντόρνο και τον σημαντικό συντηρητικό κοινωνιολόγο Άρνολντ Γκέλεν (Arnold Gehlen). Στη συνέχεια δίδαξε στο Ινστιτούτο Κοινωνιολογίας του Μονάχου και στο Πανεπιστήμιο του Μπίλεφελντ. Μετά το 1981 έγινε συνεργάτης του Γιούργκεν Χάμπερμας στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών Max-Planck και στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης, «επίσημη έδρα» της Κριτικής Θεωρίας, όπου χρημάτισε Διεθυντής στην περίοδο 1989-1997. Στη συνέχεια χρημάτισε καθηγητής στα πανεπιστήμια του Γκίσσεν και της Νέας Υόρκης.
Ο Ντούμπιελ μετά το 1993 υπέφερε από την νόσο του Πάρκινσον. Στο βιβλίο του Tief im Hirn (2006) περιέγραψε την εμπειρία της νόσου.
Σημαντικά βιβλία του: Identität und Institution: Studien über moderne Sozialphilosophen (1973), Wissenschaftsorganisation und politische Erfahrung: Studien zur frühen Kritischen Theorie (1978, διατριβή επί υφηγεσία), Theory and Politics (MIT Press 1986), Populismus und Aufklärung (επιμ., 1986), Kritische Theorie der Gesellschaft. Eine einführende Rekonstruktion von den Anfängen im Horkheimer-Kreis bis Habermas (1988), Die Demokratische Frage (1990), Wirtschaft, Recht und Staat im Nationalsozialismus. Analysen des Instituts für Sozialforschung 1939–1942 (επιμ., μαζί με τον Max Horkheimer, 1992), Ungewissheit und Politik (1994), Niemand ist frei von der Geschichte: Die nationalsozialistische Herrschaft in den Debatten des Deutschen Bundestages (1999).

Helmut Dubiel:
Στις αρχές του 21ου αιώνα ακόμη και πολλοί από όσους δεν διαβάζουν φιλοσοφικά βιβλία υποψιάζονται ότι πρέπει να βλέπουν με πολλή δυσπιστία την ευτυχία που υπόσχεται ένας νεωτερικός πολιτισμός περιορισμένος στην απλή τεχνική πρόοδο και οικονομική ανάπτυξη. Ούτε η τεχνολογία της πληροφορικής, η βιοτεχνολογία και η νανοτεχνολογία μπορούν να διώξουν τον φόβο του θανάτου και να αποζημιώσουν τους ανθρώπους για την απώλεια του νοήματος της ζωής [...] Συχνά, στα πολλά χρόνια της ασθένειάς μου και μην έχοντας ελπίδα, φοβάμαι ότι έχω χάσει την ικανότητα να αισθάνομαι ευτυχής. Η σύγχρονη ιατρική δεν μπορεί να μας βοηθήσει στην αναζήτηση της χαμένης ευτυχίας (2006).
Ο πολιτικός πολιτισμός των δυτικών κοινωνιών ορίζεται από τη μη αναστρέψιμη διάλυση εκείνων των παραδόσεων που εγγυώνταν την ηθική συνοχή τους κατά κάποιο τρόπο «πίσω από τις πλάτες των πολιτών». Τα συστήματα που ορίζουν τη λογική στις κοινωνίες μας χαρακτηρίζονται από τόσο δραματική στροφή προς τον πλουραλισμό, την ιδιωτικότητα και την εκκοσμίκευση, ώστε είναι πια εντελώς ανεπαρκή ή ακατάλληλα για να παίζουν με οποιονδήποτε τρόπο τον ρόλο πολιτισμικής βάσης μιας πολιτικής τάξης πραγμάτων. Συνακόλουθα, η μοίρα της σύγχρονης κοινωνίας των πολιτών εξαρτάται από την ιδιαίτερη ικανότητά της να δημιουργεί αυτή η ίδια τις ηθικές και θεσμικές προϋποθέσεις για την συνοχή της. Όταν μιλάμε για δημοκρατική κοινωνία των πολιτών, εναποθέτουμε την ελπίδα σε μορφές κοινωνικής συνοχής, οι προϋποθέσεις της οποίας δημιουργούνται από τους ίδιους τους ανθρώπους (1995).
Σκέψεις για την ασθένεια:
Das Leben gleicht sich dem einer Pflanze an. Es ist stumm, ohne Transzendenz und Autonomie. Eigentlich ist es nur noch eine Schwundform des Lebens (Η ζωή μοιάζει με τη ζωή ενός φυτού. Είναι βουβή και χωρίς νόημα, χωρίς υπερβατικότητα και αυτονομία. Στην πραγματικότητα απομένει μόνον μια υποβαθμισμένη μορφή ζωής) - Dr. Stefan Lüddemann για το βιβλίο του Dubiel Tief im Hirn
Ich kam mir vor wie ein Versuchskaninchen – ein Cyborg wider Willen (Ο εαυτός μου μού φαίνεται σαν πειραματόζωο - ένα Σάιμποργκ παρά τη θέλησή μου) - Helmut Dubiel, συζήτηση με τον S. Kutter

Στον ιστότοπο Μετά την Κρίση:

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου