Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

η διαφορά του Πένθους από την Μελαγχολία




η διαφορά του Πένθους από την Μελαγχολία είναι ότι στο Πένθος ξέρεις ότι έχεις χάσει κάποιον-κάτι -πολύ συγκεκριμένο ενώ στην Μελαγχολία δεν ξέρεις τι έχεις χάσει ακριβώς ( η μάλλον το απωθείς γιατί -ενδόμυχα - ξέρεις ότι αυτό που έχεις - χάσει είναι η Φαντασίωση παντοδυναμίας)

Αυτή είναι η αλήθεια μου λοιπόν - είναι η Υποκειμενική μου Αλήθεια αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και Η αλήθεια

π.χ η αλήθεια για τον εαυτό μας : Ξέρουμε την αλήθεια μας; ξέρουμε ότι σκεφτόμαστε  γνωρίζουμε ομως το Πως - τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε; Γνωρίζουμε αν σκεφτόμαστε σωστά;
Σκεφτόμαστε με έναν άλφα τρόπο και είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι ότι είναι αληθινός αλλά εν τέλει είναι εντελώς λάθος (όπως σε εκείνη την ταινία το Νησί !)
Αυτή είναι η αλήθεια μου λοιπόν - είναι η Υποκειμενική μου Αλήθεια αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και Η αλήθεια.

Ποια είναι η πηγή της Κοινοτοπίας και ρουτίνας;

όταν γερνάμε - είναι άραγε νομοτελειακό;-γαντζωνόμαστε όλο και πιο πολύ από τις Κοινοτοπίες '' Τι καιρό κάνει ; κλπ κλπ'' και την Ρουτίνα '' - που τις χρησιμοποιούμε όχι πια για επικοινωνία αλλά ως ένα ξόρκι..Λες και αν επιμείνουμε σε α-νοητες συνήθειες θα επιβραδύνουμε την φθορά του χρόνου και θα απομακρύνουμε τον θάνατο μας .. Ποια είναι η πηγή της Κονοτοπίας και ρουτίνας; Ε είναι η Αγωνία.. Χωρίς αυτά νιώθουμε μόνοι- εντελώς μόνοι έναντι του εαυτού μας του χρόνου και του Θανάτου μας...

ονειρα....ονειρα,,,,,




Ο Φρουντ έλεγε πως τα όνειρα τα εφευρίσκουμε για να παρατείνουνε τον Ύπνο μας και να αποφύγουμε την Πραγματικότητα του Ξυπνήματος

 όμως
ο Λακάν ότι Ξυπνάμε για να αποφύγουμε το Τραυματικό Πραγματικό που συναντάμε στα Όνειρα

Στον φονταμενταλισμό έχουμε μια Κυνική Πίστη. μια Πίστη γιατί έτσι , μια βιταλιστική κυνική εμμονή.....



Σήμερα ζούμε την μετεξέλιξη του πολιτικού κυνισμού σε κάτι απείρως χειρότερο ¨στον πολιτικό Φονταμενταλισμό κάθε απόχρωσης ( όχι μόνο θρησκευτικής ) Ενώ στον κυνισμό είχαμε -και έχουμε ακόμα - μια αποστασιοποίηση - στον φονταμενταλισμό έχουμε μια Κυνική Πίστη. μια Πίστη γιατί έτσι , μια βιταλιστική κυνική εμμονή ...http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/gia-tin-ypokrisia-tis-neoterikis-epoxis-kai-ton-sygxrono-kynismo-0

η αλήθεια μου είναι αυτό που δεν μπορώ να ξεστομίσω

Τι είναι α-ληθεια ; Για τους Πλατωνικούς η απουσία λήθης , η Ανα- μνηση .. Για τους Γνωστικούς η παράκαμψη του πέπλου -ουρανού που έθεσε ο Κακός Δημιουργός ώστε να μας εμποδίσει να ενωθούμε με τον αληθινό Θεό. Γα τους Μαρξιστές η Διαλεκτική κίνηση της Ιστορίας...


Όμως για μένα -η για τον καθένα μας -για την κάθε Ύπαρξη - η αλήθεια μου είναι αυτό που δεν μπορώ να ξεστομίσω Είναι σαν την τάπα που βουλώνει την μπανιέρα .. Αν την ανοίξουμε το νερό θα ρουφηχτει από την τρύπα . Η αλήθεια του καθενός μας είναι αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί


(οπως δεν μπορεί κανείς να βγάλει τις κλωστές που τον συγκρα(ο)τους ως Μαριονέτα )

το Παρόν ως δυστυχία





Συνήθως αντιλαμβανόμαστε το Παρόν ως κάτι απελευθερωτικό και περίπου ως δρόμο προς την Ευτυχία ; ''Ζησε το παρόν , ξεκo'λλα από το παρελθόν μην αγωνίας για το μέλλον κλπ''.........................................

.Όμως  ο εγκλωβισμός στο παρόν βιώνεται ως δυστυχία '  υπάρχει στο πρόσωπο που εγκλωβίζεται στο παρόν -λογω  αμνησίας π.χ-μια αίσθηση διαρκούς αγωνίας- τι συνέβη;

Γιαυτό ρωτάει ψυχαναγκαστικά και κατ' επανάληψη για πρόσωπα και πραγματατου αμεσου του περιγυρου , για να θυμηθεί ) 

http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/i-metaneoteriki-koinonia-kai-o-syrriknomenos-xronos

έρωτας και Νοσταλγία

ο έρωτας δεν είναι τόσο επιθυμία αιωνιότητας όσο Νοσταλγία της μήτρας και της κατάστασης εμβρύου .. Γι αυτό και η εποχή μας γίνεται απεγνωσμένα -και ρευστά , στα γρήγορα - ερωτική: Δεν μπορεί να κοιτάξει το μέλλον , το παρόν την κομματιάζει, νοσταλγεί......

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Κι'ομως μόνο η Γυναίκα υπάρχει

Κι'ομως
μόνο η Γυναίκα υπάρχει
ο άνδρας είναι το όνειρο μιας Γυναίκας που κοιμάται
Το Σύμπαν όλο
είναι ένα- ακόμα- αγέννητο μωρό
μες τη κοιλιά μιας Θεάς Γυναίκας
κι εμείς είμαστε θολές φευγαλέες εικόνες
σε θέατρο σκιών http://www.youtube.com/watch?v=Wk9cQZrkE6E


George Bataille ,( Η Ιστορία του ματιου) και ο Λακάν για το αυγό το πετάλιο και την Ομελέττα

Ο George Bataille ,( Η Ιστορία του ματιου) και ο Λακάν για το αυγό το πετάλιο και την Ομελέττα….



George Bataille :Τέλος , μια μέρα , την ώρα που οι λοξές αχτίνες του ηλιού στις έξι τα απόγεμα εμπεναν κλεφτά ίσια μες στο μπάνιο , ένα μισορουφηγμένο αυγό άρχισε ξαφνικά να παίρνει νερό και , μόλις γέμισε ως απάνω , πήγε μέναν παράξενο ήχο σαν ναυάγιο στον πάτο , μπρος τα μάτια μας .
Το περιστατικό αυτό πήρε τόσο μεγάλες διαστάσεις στο μυαλό της Σιμον , ώστε τέντωσε τα ,μέλη της κι ηδονιστηκε πολλή ωρα πίνοντας ,
κατά κάποιο τρόπο , το δεξί μου μάτι το οποίο κρατούσε ανάμεσα στα χείλη της ¨έπειτα χωρίς ν¨αφήσει το μάτι που το βύζαινε με το ίδιο πείσμα πού θα βύζαινε ένα μαστό , έκατσε στη λεκάνη , τραβώντας με δύναμη το κεφάλι μου προς το μέρος της και κατούρησε με πλήρη ευρωστία κι απόλυτη ικανοποίηση τα αυγά πoυ επέπλεαν ,…….
Λακάν ( το πετάλιο η ομελέτα)….Για να καταλάβουμε και τον τελευταίο από τους διάλογους του Πλάτωνα και πολύ περισσότερο εκείνον που βρίσκεται στο Συμπόσιο . Είναι , αν θέλετε μια φάρσα
Πρόκειται φυσικά για τον μύθο του Αριστοφάνη . Αποτελεί πρόκληση για τους αιώνες, αυτός ο μύθος γιατί τους διέσχισε χωρίς κανείς να προσπαθήσει να κα΄νει κάτι καλύτερο .
Θα το προσπαθήσω εγώ …θα σας μιλήσω για το πετάλιο
Αν θέλετε να τονίσετε την ενέργεια του ως φάρσας , ονομάστε το άνθρωπ-ομελέτα (Home lette…..) κάθε φορά πού σπανέ οι μεμβράνες του αυγού απ¨όπου θα βγει το έμβρυο πού εξελίσσεται σε νεογέννητο,φανταστειτε για μια στιγμή ότι κάτι από κει μέσα πετάει όπως και μ έναν άνθρωπο, δηλαδή η ανθρωπομελέττα ή το πετάλιοΤο πετάλιο είναι κάτι το εξαιρετικά επίπεδο , που μετακινείται σαν την αμοιβάδα . Απλώς είναι λίγο πολυπλοκώτερο . Αλλά περνά παντού.
Και καθώς είναι κάτι που έχει σχέση με εκείνο που το έμφυλο ον χάνει μέσα στην σεξουαλικότητα , είναι όπως η αμοιβάδα σε σχέση με τα έμφυλα όντα , αθάνατο. Αφού επιβιώνει σε κάθε διαίρεση , αφού εξακολουθεί να υπάρχει σε κάθε διαιρετογενή επέμβαση . Και τρέχει
.Ε λοιπόν ~δεν είναι κάτι το καθησυχαστικό . Υποθέστε μόνο πώς έρχεται να σας τυλίξει το πρόσωπο , την ώρα που κοιμόσαστε ήσυχα…….
Αυτό το πετάλιο , αυτό το όργανο που έχει για χαρακτηριστικό ότι δεν υπάρχει , αλλά που δεν παύει γι αυτό να είναι εν όργανο
–είναι η λίμπιντο…..
Σχόλιο από Νοσφεράτος Φεβρουάριος 19, 2008
ΑΠΟ

http://pontosandaristera.wordpress.com/2008/02/06/6-2-2008/

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Ν.Μουζέλης : Νεωτερικότητα και Θρησκευτικότητα ανδημοσιευση απο Εφημερίδα Συντακτών και Αριστερά και Πολιτική Θεολογία

Ν.Μουζέλης : Νεωτερικότητα και Θρησκευτικότητα








Στο τελευταίο του βιβλίο («Νεωτερικότητα και Θρησκευτικότητα: Εκκοσμίκευση, Φονταμενταλισμός, Ηθική». Εκδόσεις Πόλις) ο Νίκος Μουζέλης πραγματεύεται τις σχέσεις της θρησκείας με τις κοινωνικές δομές, τη μεταπολεμική εκκοσμίκευση, την επανάκαμψη της θρησκευτικότητας, αλλά και τον ηθικό σχετικισμό, στο φως της νεωτερικότητας.


•«Αν ο Θεός δεν υπάρχει, όλα επιτρέπονται» (Ντοστογιέφσκι). Σήμερα όμως βλέπουμε ότι στο όνομα του Θεού επιτρέπονται σχεδόν τα πάντα: βίαιος προσηλυτισμός, μαζικές δολοφονίες, επιθέσεις κατά των απίστων, είτε είναι αξιωματούχοι της εξουσίας είτε είναι απλοί πολίτες. Εναν τέτοιο βλοσυρό και εκδικητικό Θεό τον χρειαζόμαστε;
Σίγουρα δεν χρειαζόμαστε έναν «βλοσυρό και εκδικητικό Θεό». Αλλά το βιβλίο μου δεν έχει σχέση με αυτό το πρόβλημα. Εχει σχέση με τον τρόπο που οι κοινωνικές δομές της νεωτερικότητας, όπως π.χ. η αποδυνάμωση του παραδοσιακού τοπικισμού και η μαζική ένταξη του πληθυσμού στο έθνος-κράτος συνδέονται με συγκεκριμένες θρησκευτικές τάσεις εντός και εκτός των καθιερωμένων Εκκλησιών. Με άλλα λόγια, ο χαρακτήρας του κειμένου δεν έχει έναν κανονιστικό (τι πρέπει να γίνει) αλλά ένα διερευνητικό/αναλυτικό προσανατολισμό (τι ακριβώς γίνεται στον θρησκευτικό χώρο). Σε ό,τι αφορά τώρα τη συγκεκριμένη ερώτηση, η θρησκεία όπως και πολλοί άλλοι θεσμοί, έχει και αρνητικές και θετικές διαστάσεις. Στην πρώτη περίπτωση, ο φανατισμός, η γραφειοκρατικοποίηση της ιεραρχίας, η πολιτικοποίηση των θρησκευτικών ελίτ, ο βίαιος προσηλυτισμός κτλ. οδηγούν στη βαρβαρότητα. Από την Ιερά Εξέταση και τους θρησκευτικούς πολέμους της χριστιανοσύνης μέχρι το Ισλαμικό Χαλιφάτο σήμερα, υπάρχουν άπειρα παραδείγματα θρησκευτικής αγριότητας. Στη δεύτερη περίπτωση όμως η θρησκευτικότητα μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη της πνευματικότητας: δηλ. στην εσωτερικότητα, στο άνοιγμα προς τον εαυτό και τον άλλο, και στη συμπόνια προς τον ξένο, τον περιθωριοποιημένο. Μπορεί επίσης να έχει χειραφετικό προσανατολισμό όπως η θεολογία της επανάστασης στη Λατινική Αμερική. Τη βαρβαρότητα και την πνευματικότητα την βλέπουμε σε όλες τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις. Σε ό,τι αφορά τον φονταμενταλισμό/δογματισμό, τον βλέπουμε κυρίως στις μονοθεϊστικές θρησκείες που συχνά, η κάθε μια ξεχωριστά, υποστηρίζει πως κατέχει το μονοπώλιο της αλήθειας.

• Τι είδους διάλογο μπορείς να κάνεις με τους φονταμενταλιστές που θέλουν να επιβάλουν με τη βία την αντίληψή τους για τη ζωή;
Από τον τρόπο που τίθεται το ερώτημα έχω την εντύπωση πως θέλετε να σας απαντήσω αν η θρησκεία είναι καλό ή κακό πράγμα. Αν την χρειαζόμαστε πια στη σύγχρονη κοινωνία. Νομίζω πως αν διαβάσει κανείς προσεκτικά το βιβλίο μου θα αντιληφθεί πως κοιτάω τα θρησκευτικά φαινόμενα με έναν όσο γίνεται πιο αποστασιοποιημένο τρόπο (ακολουθώντας τη μεθοδολογία του Norbert Elias). Τα παραπάνω γίνονται πιο συγκεκριμένα αν αναφέρω μια βασική θέση του κειμένου. Στις προνεωτερικές κοινωνίες υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ των θρησκευτικών ελίτ στο κέντρο και των λαϊκών στρωμάτων στην περιφέρεια, δηλ. στη μη κοινωνικά διαφοροποιημένη, παραδοσιακή κοινότητα. Στη νεωτερικότητα αυτό το χάσμα μειώνεται. Η εκκλησιαστική οργάνωση (όπως και οι κρατικοί μηχανισμοί) διεισδύουν την περιφέρεια και αμβλύνουν την αυτονομία της.

• Τι ακριβώς εννοείτε;
Ας πάρουμε σαν παράδειγμα τους έξι προσανατολισμούς προς το θείο που αναφέρω στο τελευταίο μέρος του βιβλίου μου: τον θεϊσμό (πίστη σε υπερβατική δύναμη που έχει δημιουργήσει τον κόσμο), τον θρησκευτικό συγκρητισμό (επιλογή από διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις), τον θρησκευτικό ανθρωποκεντρισμό (το θείο υπάρχει μόνο μέσα μας), τον απαθεϊσμό (απάθεια), τον σχετικισμό (αδύνατο να ξέρουμε αν ο Θεός υπάρχει ή όχι) και τον αθεϊσμό. Και στις έξι περιπτώσεις, στη νεωτερικότητα το χάσμα μεταξύ κέντρου και περιφέρειας μικραίνει. Ετσι στον θεϊσμό βλέπουμε πώς στοιχεία από το πιο συγκροτημένο θεολογικό λόγο μιας ελίτ διαχέονται προς τα κάτω περιθωριοποιώντας σταδιακά τις «μαγικές ή παγανιστικές» δοξασίες της παραδοσιακής κοινότητας. Το ίδιο συμβαίνει και με τους υπόλοιπους προσανατολισμούς. Ετσι, για παράδειγμα, ο αγνωστικισμός και η αθεΐα δεν περιορίζονται πια σε κύκλους φιλοσόφων και μορφωμένων αριστοκρατών. Διαχέονται στη βάση της κοινωνίας. Ιδίως στην ύστερη νεωτερικότητα, στις μεγαλουπόλεις και όχι μόνο, μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού δεν ενδιαφέρεται για τα θρησκευτικά πράγματα ή ασπάζεται τον αγνωστικισμό, ακόμη και τον αθεϊσμό. Κάτι τέτοιο ήταν σπάνιο στην προνεωτερτική κοινότητα.

• Τι συμπέρασμα βγάζουμε;
Από αυτή τη σκοπιά, η βασική θέση του βιβλίου είναι πως στην ύστερη παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα όπου ο πολλαπλασιασμός των επιλογών σε όλους τους τομείς κυριαρχεί, και οι έξι προσανατολισμοί θα επιβιώσουν. Το βάρος τού καθενός θα αλλάζει βέβαια ανάλογα με τη συγκυρία. Ετσι μετά τη ραγδαία εκκοσμίκευση στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο στη Δύση, βλέπουμε την αναβίωση διαφόρων θρησκευτικοτήτων, κυρίως στον αγγλοσαξονικό χώρο. Δυστυχώς για τον μαχητικό αθεϊσμό τύπου Dawkins, ο «θάνατος του Θεού» ούτε ήρθε ούτε πρόκειται να έρθει στο εγγύς μέλλον. Οι κοινωνικές δομές της νεωτερικότητας είναι συμβατές και με τη θρησκευτική πίστη και με την απόρριψη αυτής της πίστης.

• Η θρησκεία, η όποια θρησκεία, πρέπει να είναι στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες εκτός κριτικής, στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας, της ανεκτικότητας απέναντι στο διαφορετικό και της προστασίας των ταυτοτήτων;
Με τη ραγδαία παγκοσμιοποίηση οι κοινωνίες και οι πολιτισμοί έρχονται όλο και πιο κοντά. Παρατηρούμε διασύνδεση και αλληλοδιείσδυση. Κυρίως οι δυτικές κοινωνίες έχουν χάσει την ομογενοποιημένη ταυτότητά τους. Εχουν γίνει ανεπιστρεπτί πολυπολιτισμικές. Σ’ αυτές τις κοινωνίες η βασική αρχή πρέπει να είναι όχι μόνο η ανοχή, αλλά και ο σεβασμός του πολιτισμικά Αλλου. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως όλα επιτρέπονται και πως οι θρησκευτικές δοξασίες και πρακτικές πρέπει να είναι «εκτός κριτικής». Οχι μόνο πρέπει να υπάρχει σοβαρή κριτική στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό που συχνά αντιτίθεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις δημοκρατικές αξίες, αλλά όταν αυτός οδηγεί στη βία, όπως ο τζιχαντισμός, δεν φτάνει μόνο η κριτική, χρειάζεται και η δυναμική πάταξη αυτής της βίας.

• Γίνεται πολύς λόγος, και δικαίως, για τους φονταμενταλιστές ισλαμιστές και την εγκληματική τους δράση. Ωστόσο, βλέπουμε ότι και στις ΗΠΑ η θρησκευτική Δεξιά καλλιεργεί τη μισαλλοδοξία, τον εξτρεμισμό και την αμφισβήτηση ακόμα και των πλέον θεμελιωδών κατακτήσεων της επιστήμης. Πώς βλέπετε τον ρόλο της στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης;
Δεν χρειάζεται να τονίσω πως ο ρόλος της φονταμενταλιστικής Δεξιάς είναι αρνητικός. Προσηλυτίζει ανασφαλή άτομα που δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν τις πολλαπλές επιλογές που χαρακτηρίζουν την ύστερη νεωτερικότητα. Εχουν απόλυτη ανάγκη από ένα σταθερό κανονιστικό πλαίσιο όπου η αμφιβολία εξαφανίζεται και όπου υπάρχει απόλυτη σιγουριά στο τι πρέπει να πιστεύει και να κάνει κανείς στον βίο του. Τέτοιο σταθερό πλαίσιο παρατηρούμε στις προνεωτερικές κοινωνίες. Στη νεωτερικότητα, η σταθερότητα και η απόλυτη βεβαιότητα εξαφανίζονται. Το υποκείμενο καλείται να διαλέξει, να κατασκευάσει τη «δική του βιογραφία» (Giddens) – θρησκευτική ή κοσμική. Η προσήλωση σε μια παραδοσιακού τύπου σταθερότητα μπορεί να μειώνει το άγχος που η νεωτερικότητα δημιουργεί, αλλά συχνά οδηγεί στον φανατισμό, στη μισαλλοδοξία και στον σκοταδισμό. Ο χριστιανικός φονταμενταλισμός στις ΗΠΑ και αλλού είναι μεν ηπιότερος από τον τζιχαντισμό, αλλά σίγουρα οδηγεί σε έναν αυταρχισμό που υποσκάπτει τους δημοκρατικούς θεσμούς.

• Με αφορμή τις εξελίξεις στη Μ. Ανατολή, ορισμένοι διανοούμενοι και πολιτικοί επικαλούνται τον Σάμιουελ Χάντιγκτον και τη θεωρία του για τη σύγκρουση των πολιτισμών. Ποια είναι άποψή σας;


Η θεωρία του Χάντιγκτον περί σύγκρουσης πολιτισμών (παρόλο που στο βιβλίο μου δεν αναφέρομαι σ’ αυτό το θέμα) νομίζω πως είναι προβληματική. Υπεργενικεύει τις μελλοντικές εξελίξεις. Κατά τη γνώμη μου στο μέλλον θα έχουμε λιγότερο πολιτισμικές και περισσότερο γεωπολιτικές και οικονομικές συγκρούσεις και συνεργασίες μεταξύ τριών τύπου καπιταλισμού: α) τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, όπου ο βασικός παγκόσμιος παίκτης θα εξακολουθεί να είναι οι ΗΠΑ, β) τον αυταρχικό καπιταλισμό της νοτιοανατολικής Ασίας, με κύριο παίκτη την Κίνα, και γ) τον «σοσιαλφιλεύθερο» καπιταλισμό της δυτικής Ευρώπης. Σοσιαλφιλεύθερο με την έννοια πως συνδυάζει νεοφιλελεύθερα στοιχεία με σοσιαλδημοκρατικά. Αν η ΟΝΕ δεν διαλυθεί αλλά ενοποιηθεί, όχι μόνο στο επίπεδο της αγοράς αλλά και πολιτικοκοινωνικά, τότε μπορεί να καταστεί ένας τρίτος παγκόσμιος παίκτης. Σε αυτή την περίπτωση θα έχουμε ένα τριπολικό σύστημα διακυβέρνησης όπου οι βασικοί παίκτες θα συνδέονται και ανταγωνιστικά αλλά και συνεργατικά. Συνεργατικά σε περίπτωση όπου τα συμφέροντά τους θα είναι κοινά. Συμφέροντα όπως η πάταξη της παγκόσμιας εγκληματικότητας και τρομοκρατίας (θρησκευτικής ή κοσμικής), ο έλεγχος της ατομικής ενέργειας (που αν δεν γίνει πιο αποτελεσματικός μπορεί να δούμε την καταστροφή του πλανήτη), η αποφυγή κλιματολογικών καταστροφών μεγάλης εμβέλειας, η διαχείριση παγκόσμιων οικονομικών κρίσεων κτλ.

μια παρατήρηση για την εποχή μας :

μια παρατήρηση για την εποχή μας :
:δεν μπορούμε να επιστρέψουμε ούτε στο έθνος ούτε σ'αυτο που λέγαμε κάποτε Λαό .. Η εξατομίκευση και η παγκοσμιοποίηση τα έχουν καταστρέψει ανεπίστρεπτα .. Δεν μπορούμε από την άλλη να φτάσουμε σε μια Παγκοσμιοποιημένη Εδέμ : σ'αυτην είναι ήδη εγκατεστημένη μια όλο και μικρότερη κοσμοπολιτική ελίτ εμείς-όλοι εμείς οι υπόλοιποι - πέφτουμε στο Βάραθρο του Homo sacer .. Αυτός είναι ο Μολωχ των αγορών και αυτό πια αντιμετωπίζουμε

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Τα Σκοτεινά βραδιά(προσευχη)



Τα Σκοτεινά βραδιά
Όταν τα μάτια μου ψηλά υψώνω στα σκοτάδια
Του ουράνιου θόλου ,στα ζεστά τα θερινά τα βράδια

Κι όταν κοιτώ ταις άβυσσους που είναι απάνωθε μου
Αυθόρμητα μου έρχεται να βγάλω ένα ‘’θε μου’’

’Ποιοι τάχα να σε κρύψανε. ποιοι βάλανε τον Θόλο
Και κρύβουνε τη φύση σου ,σκεπάζοντας το Όλο

Με ένα παραπέτασμα, με Σκοτεινή κουρτίνα
Για να μην αντικρίσουμε την θεϊκή σου Ίνα

Ποιος σκοτεινός δημιουργός ,δαιμονικό γομάρι
Εσκεπασε τον ουρανό μ’ απαίσιο τομάρι

Κρύβοντας τα εξαίσια δικά σου μεγαλεία
Θεέ ,την αδειωσυνη σου και την ουράνια Χήνα
(με τα αυγά σου τα χρυσά,-ω! θεϊκή κοιλιά)


Ποιος σκοτεινός δημιουργός τα έκαμε όλα αυτά…;

Μα ευθύς αμέσως ,πριν το πω ,το χιλιομετανιωνω,
Γυρνώ μες τον Βουρκόλακα ,κι από τη ζέστη Λιώνω!

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Τι να μας πει κι η ερημη Αριστερά στην Κριση

Τι να μας πει κι η ερημη Αριστερά στην Κριση
σ'εμας που καταστρεψαμε την ιδια μας τη Φυση
σε κοινωνία κυνικών ,και στην ιδιωτεία
τι να σου κανουν οι ΄Ερημοι μ'αυτήν την Αλητεία

Τι φταινε οι ελάχιστοι , τι φταιει ο Μαρξισμός ;
Τριγυρω που επικρατει Τοσος Ναρκισσισμός;
δεν εχει λύση έτοιμη σ' αυτήν εδώ την Κρίση....
(πως θα τελειωσει ο στιχος μου; κι εγώ δεν βρισκω Λύση)

πως τολμάς να μην ακούς αυτά που λέω

πως τολμάς να μην ακούς αυτά που λέω
————————————————–
Πως τολμάς να μην ακούς αυτά που λέω
Πως μπορείς και δεν λυπάσαι όταν κλαίω
Πως τολμάς ;
Και δεν προσέχεις
Πρόσεχε για να μ’ έχεις .
Πως τολμάς ;
Και δεν προσέχεις
Μήπως μέσα δεν μ’ αντέχεις ;
Γιατί δεν
ακούς τι λέω
Που σαν το μωρό, στην κούνια, κλαίω
Κάθε φορά που βγάζουμε βαθύ παράπονο μας
Μυριάδες οι αντίλαλοι στον ήχο τον δικό μας
Ετσι που βυθιζόμαστε στης ερημιάς το δίχτυ
Μιλάμε με μονόλογους βαθιά στο μεσονύχτι
Παγιδευμένοι είμαστε σε δίχτυ μονολόγων
Και τώρα θα βουλιάξουμε εν μέσω επιλόγων ….

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Γιατί εξοντωνε ο Χιτλερ τους Εβραιους;


''Ο λαικιστής παιζει με τη συγκινηση της στιγμής που είναι αναγκαστικά εφημερη'' Tzvetan Todorov

''Ο λαικιστής παιζει με τη συγκινηση της στιγμής που είναι αναγκαστικά εφημερη''
Tzvetan Todorov Οι εσωτερικοι εχθροι της Δημοκρατιας ,

Tzvetan Todorov Οι εσωτερικοι εχθροι της Δημοκρατιας ,μτ Σωτη Τριανταφυλλου, Μαριαννα Κουταλου , εκδοσεις Πατακη Αθηνα 2012





Tzvetan  Todorov  Οι εσωτερικοί εχθροί της Δημοκρατίας ,εκδόσεις Πατάκη  Αθήνα 2012
Η δημαγωγία  , είναι εξίσου παλιά με την δημοκρατία .Αλλά δέχτηκε  τεράστια ώθηση  στη σύγχρονη εποχή χάρη στις μαζικές επικοινωνίες  και ιδιαιτεραστην Τηλεόραση. Οι έντυπες ειδήσεις  απευθύνονται σε όλους αλλά μπορείς τουλάχιστον να σταματήσεις , να ξαναδιαβάσεις το άρθρο , να σκεφτείς . Η τηλεοπτική είδηση περνάει γρήγορα , ευνοεί τις σύντομες και σαφείς  φράσεις τις σοκαριστικές  εικόνες που συγκρατουνται εύκολα ,,,, όποιο και να είναι το πολιτικό μήνυμα  που θέλουμε να μεταδώσουμε   δεν μπορεί να συγκρατηθεί παρα  μονο αν το συρρικνώσουμε σενα αξιομνημόνευτο   σύνθημα .

Z. Bauman: Περί φόβου, ανασφάλειας και “αόρατων απειλών” ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ(ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ")

Z. Bauman: Περί φόβου, ανασφάλειας και “αόρατων απειλών”

9789608219847
(…) Οι λόγοι να φοβάται κανείς είναι πολλοί∙και καθώς ο πραγματικός τους αριθμός και η σφοδρότητα τους είναι δύσκολο να υπολογιστούν από τη σκοπιά της περιορισμένης προσωπικής εμπειρίας, προστίθεται ένας ακόμη, ο σημαντικότερος ίσως, λόγος να φοβάται κανείς: κανένας δεν γνωρίζει που και πότε τα προειδοποιητικά λόγια θα γίνουν πραγματικότητα.
Οι σύγχρονες απειλές, κι ιδιαίτερα οι πλέον φρικιαστικές απ’ αυτές, εντοπίζονται κατά κανόνα μακριά, είναι συγκαλυμμένες, κρυφές, σπάνια βρίσκονται αρκετά κοντά ώστε να υπάρχει άμεση μαρτυρία και ακόμη σπανιότερα προσφέρονται για ενδελεχή προσωπικό έλεγχο - είναι απ’όλες τις απόψεις αόρατες. Οι περισσότεροι από μας δεν θα είχαμε μάθει ποτέ την ύπαρξη τους αν δεν ήταν ο τρόμος κι ο πανικός που προβάλλουν και διογκώνουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι ανησυχητικές προγνώσεις που συντάσσονται από ειδικούς  κι αμέσως αρπάζονται, υιοθετούνται και ενισχύονται από τα μέλη των κυβερνητικών συμβουλίων και τις εμπορικές εταιρείες – που σπεύδουν, όπως πάντα, να μετατρέψουν όλη αυτή την αναστάτωση σε πολιτικό ή εμπορικό κέρδος. Καθώς εμείς οι “συνηθισμένοι άνθρωποι” που ασχολούμαστε με τις δικές μας μικρής κλίμακας καθημερινές προσωπικές υποθέσεις, εμμέσως μόνο γνωρίζουμε γι’ αυτούς τους φοβερούς αλλά μακρινούς κινδύνους, τους είναι εύκολο, πανεύκολο, να χειραγωγήσουν τη -δημόσια-στάση μαςνα υποβαθμίζουν ή ν’ αποσιωπούν τους κινδύνους που δεν υπόσχονται κανένα πολιτικό ή οικονομικό όφελος, και ταυτόχρονα να διογκώνουν στο έπακρο, ή και να εφευρίσκουν, άλλους κινδύνους, καταλληλότερους για πολιτική ή εμπορική εκμετάλλευση. (…)

Tvxs βιβλίο: «Μαξ», μια ιστορία που μιλάει με διαφορετικό τρόπο για το ναζισμό (απόσπασμα)

19 Απριλίου 1936. Μεσάνυχτα σχεδόν. Θα γεννηθώ ακριβώς σε ένα λεπτό. Θα έρθω στον κόσμο στις 20...
tvxs.gr

Αντιδραστική, ζντανοβική και δεξιά κουρελού Της Ελενας Πατρικίου/αναδημοσιεσυη απο την ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

23/10/14 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ακόμα μία άποψη πάνω στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό

Αντιδραστική, ζντανοβική και δεξιά κουρελού

Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής κατεδαφίζει τις θέσεις του ίδιου του κόμματός της και δηλώνει ότι θα τις πολεμήσει με όλες της τις δυνάμεις.
     
ΕΛΕΝΑ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥΤης Ελενας Πατρικίου*

Το κείμενο που αναρτήθηκε διαδικτυακά ως πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό ξεσήκωσε την μήνιν και την κατηγορηματική απόρριψη ανθρώπων, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων δεν είναι απλώς εξέχοντες στην τέχνη τους, είναι αποδεδειγμένα Αριστεροί και στην συνείδηση και στην πολύχρονη πολιτιστική πρακτική τους (Νίκος Ξυδάκης, Μισέλ Δημόπουλος, Γιώργος Κουρουπός, Φίλιππος Δρακονταειδής…).

Υπό την πίεση της απόρριψης, προσπάθησαν αρχικά να πείσουν ότι το πρόγραμμα συντάχθηκε από έναν άνθρωπο και αναρτήθηκε ως σημείο εκκίνησης για συζήτηση. Εν συνεχεία, υποστηρίχθηκε ότι αποτελεί συνοπτική παρουσίαση της εργώδους προσπάθειας « ομάδων και υπο-ομάδων », όπως αφελώς αποκάλυψε ο Μίλτος Λογιάδης στην Εφημερίδα των Συντακτών και εν συνεχεία με καμάρι υπογράμμισε ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος. Στο μυαλό του μηχανισμού, ο ένας συντάκτης σημαίνει υποβάθμιση του κύρους του κειμένου, ενώ οι πολυάριθμοι συντάκτες των πολυάριθμων ομάδων και ανθυπο-ομάδων φέρουν το κύρος της συλλογικής αυθεντίας και της δημοκρατίας. Αλλά το ασαφές ευάριθμον και το ανώνυμο πολυπρόσωπον είναι χαρακτηριστικά της γραφειοκρατίας, σύντροφοι του μηχανισμού, όχι της δημοκρατίας. Εν πάση περιπτώσει, είτε από έναν είτε από πολλούςπατέρες (και μητέρες), το κείμενο δεν έχει σπονδυλική στήλη, δεν έχει κεντρική άποψη, έχει πλήρη άγνοια των θεμάτων, έχει στενά συνδικαλιστικοκρατούμενη κατεύθυνση, δεν έχει καμία θεωρητική γνώση και καμία πρακτική έμπνευση. Εν ολίγοις, είναι ντροπή.

Δεν έχω τον χρόνο να εκθέσω εδώ την απόλυτη κενότητα κάθε του πρότασηςανεξαιρέτως (μπορώ ευκολότατα να το κάνω όποτε και σε όποιον μου το ζητήσει). Ως τυχαία παραδείγματα της άγνοιας που το διαπερνά, τρία μονον :

α. Η εξαγγελία ίδρυσης« πανεπιστημιακής έδρας χορού » – δεν γνωρίζουν οι συντάκτες ότι δεν υπάρχουν εδώ και δεκαετίες πανεπιστημιακές έδρες, άρα δεν μπορούν να τις ιδρύσουν, εκτός αν μας επιφυλάσσουν και τέτοιες μείζονες αλλαγές στην Παιδεία• αλλά δεν γνωρίζουν καν ότι ο χορός και η χορογραφία διδάσκονται τριτοβαθμίως (δυστυχώς) και ότι το ελληνικό Πανεπιστήμιο [η Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου] προσφέρει πτυχιούχους χορογράφους στην χειμαζόμενη ελληνική κοινωνία εδώ και επτά περίπου χρόνια.

β. Η ιδέα ότι η Εθνική Βιβλιοθήκη και η Βιβλιοθήκη της Βουλής θα « λειτουργούν καθοδηγητικά » για τις υπόλοιπες βιβλιοθήκες της χώρας δηλώνει αναφανδόν ότι οι συντάκτες δεν έχουν ιδέα ούτε για το ποιές είναι οι « υπόλοιπες » και ποιόνειδικό προορισμό έχουν (θα καθοδηγήσει η Βιβλιοθήκη της Βουλής την Γεννάδειο, την βιβλιοθήκη του Ευγενιδείου, την βιβλιοθήκη του Εθνικού Κέντρου Ερευνών ;), ούτε ποιά προβλήματα αντιμετωπίζουν αυτές, ούτε καν ποιός πραγματικά είναι και οφείλει να είναι ο προορισμός μίας Εθνικής Βιβλιοθήκης ως copyright library, ως χώρος συντήρησης και αποκατάστασης και ως χώρος έρευνας και ασφαλώς ούτε ποιός είναι ο ρόλος των δημοτικών και άλλων μικρών δημόσιων βιβλιοθηκών. Επίσης οι ανώνυμοι συντάκτες αγνούν ότι, δυστυχώς γιαυτούς, η Εθνική Βιβλιοθήκη δεν υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού. (Δικαιούμαστε, αντιθέτως, να υποθέσουμε, ότι κάποιοι τουλάχιστον από τους ανώνυμους συντάκτεςείναι ενήμεροι περί των ευρωπαϊκών προγραμμάτωνχρηματοδότησης για «δράσεις» που συμπεριλαμβάνουν την ακροδεξιά εφεύρεση της δια βίου μάθησης και ως εκ τούτουπασπάλισαν με ολίγην τοιαύτηντις προτάσεις τους, ανεξαρτήτως του ποιά είναι η αριστερή πανευρωπαϊκή άποψη επί του θέματος…).

γ. Ο ευαγγελισμός της ίδρυσης Θεατρικού Μουσείου – αγνοούν δηλαδή οι συλλογικά τελούντες συντάκτες ότι υπάρχει ένα άκρως σημαντικό Θεατρικό Μουσείο, ότι έχει αναστείλει την λειτουργία υπό το βάρος των χρεών του και των δυσμενέστατων συνθηκών στέγασής του, ότι έχει ιδρυθεί από εξέχοντες μελετητές της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου (τον Γιάννη Σιδέρη και την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων), και ότι διευθύνεται από εξέχοντα μελετητή (τον Κώστα Γεωργουσόπουλο), ώστε να μην χρήζει ουδεμίας ιδρύσεως και να μην χρειάζεται παρά μόνον την στοιχειώδη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Πολιτείας απέναντί του.

Αφήνω τα περί «ίδρυσης Μουσείων Εθνικής Αντίστασης και «διαδραστικών δράσεωνμε σκοπό την διάδοση-γνωστοποίηση της ιστορικής έρευνας», γιατί εκεί η ντροπή δεν έχει πάτο και η επικίνδυνη αφέλεια με την οποία διατρανώνεται η φιλοδοξία ποδηγέτησης και της ιστορικής επιστήμης ξεπερνά τα όρια της ανοχής και μετατρέπεται αυτομάτως σε αιτία πολέμου.

Αλλά το κύριο ζήτημα δεν είναι τα επιμέρους, είναι το πνεύμα από το οποίο εμφορείται το όλον πόνημα. Γιατί το κείμενο που παρουσιάζεται ως πρόγραμμα είναι έως μυελού οστέων αντιδραστικό και μέχρι το μεδούλι τουζντανοβικό (και, φευ, το ζεύγμα δεν είναι αντιφατικό).

Παρά τους πομφόλυγες της εισαγωγής περί καπιταλιστικής συσσώρρευσης, πολιτιστικών «εκφάνσεων» και πολιτιστικού ιμπεριαλισμού, το κείμενο είναι βαθύτατα αντιδραστικό. Είναι αντιδραστικό γιατί αναμασάει μία άλλ’ αντ’ άλλων διαταραγμένη μεταφορά της παλαιάς οικονομικής θεωρίας του Σαμίρ Αμίν περί καπιταλιστικού κέντρου και υποτεταγμένης περιφέρειας, που στον πολιτισμό και τις τέχνες δεν στέκει με τίποτα. Είναι αντιδραστικό γιατί, μη έχοντας ιδέα τι σημαίνει «οργανικός διανοούμενος» και ποιούς εντάσσει ο Γκράμσι σ’ αυτήν την κατηγορία, επαίρεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα «κατασκευάσει οργανικούς διανοούμενους» και δεν θα «δημιουργήσει ηγεμονίες». Ο Θεός (της Αριστεράς) να μας φυλάει…

Η απόλυτη νοητική, ιδεολογική και πολιτική σύγχυση εννοιών και πραγμάτων είναι αντιδραστική και ως τέτοια άκρως ύποπτη. Διότι, ευαγγελιζόμενο την μη κατασκευή οργανικών διανοουμένων, τί άλλο κάνει αυτό το κείμενο παρά να συμπορεύεται επί της ουσίας με την δεξιά αντεπίθεση, που από το 2004 συστηματικάοργανώνει μία πρωτόφαντη πολεμική απέναντι στους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους. Στα πλαίσια αυτής της οργανωμένης επίθεσης, η κατηγορία του «κρατικοδίαιτου» αποτέλεσε το χυδαιότερο όπλο διασυρμού της υπόστασης και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων του πνεύματος, άρα και απαξίωσης του πνευματικού έργου, εμπεδώνοντας έτσι στην συνείδηση της κοινωνίας την αποδοχή της νεοφιλελεύθερης κατάργησης κάθε «προνομιακού καθεστώτος» για τον πολιτισμό. Η Αριστερά όφειλε στο πρόγραμμά της, στην αναγγελία των μελλοντικών πολιτικών της και στην καθημερινή πρακτική της να ανασκευάζει αυτήν την άποψη, εξηγώντας ότι το «προνομιακό καθεστώς» δεν αφορά τους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους ως άτομα, αλλά τους θεσμούς και τις θεσμοθετημένες πρόνοιες που θεραπεύουν τις τέχνες και τον πολιτισμό, κάνοντας ανεκτές τις ιδορρυθμίες της παραγωγής και της συντήρησής τους, προς όφελος όχι των ενδιαφερομένων, αλλά προς όφελος του κοινού και της κοινωνίας. Το κείμενο που δυστυχώς ετέθη υπόψιν μας, μόνον αυτό δεν κάνει.

Είναι αντιδραστικό και δεξιό, γιατί παρά την επίκληση του «Ανθρωποκεντρισμού», δεν είναι, ως θα επιθυμούσε,«Ουμανιστικό» (sic!), εφόσον θεωρεί ρητώς πως ο πολιτισμός είναι εργαλείο και όχι αυτόνομη αξία και αυτόνομη διαδικασία παραγωγής, της οποίας η πολυπλοκότητα της δημιουργίας, της πρόσληψης και της αναπαραγωγής διαφεύγει των ταξικών συγκρούσεων και τις ξεπερνά.

Είναι αντιδραστικό και δεξιό, γιατί είναι βαθειά συγκεντρωτικό και ελεγκτικό – ευαγγελίζεται την αποκέντρωση, αλλά την ταυτίζει με τις διοικητικές περιφέρειες, αποκαλύπτοντας ότι ως αποκέντρωση εννοεί το έκτρωμα που γνωρίσαμε σ’ αυτόν τον τόπο, το αποκεντρωτικό προκάλυμμα του κρατικίστικου συγκεντρωτισμού.

Είναι δεξιό και ταυτοχρόνως ζντανοβικό, γιατί υποσκελίζει τους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους υποδουλώνοντάς τους σε μία ακαδημαϊκή αστική (ου μην αλλά και σοβιετίζουσα) λογική διαχείρισης και κανόνων.

Είναι δεξιό και ζντανοβικό γιατί αγνοεί την κοινωνία επιδεικτικά, όσο κι αν παριστάνει ότι την επικαλείται• γιατί υποβιβάζει την κοινωνία σε « φορείς » που τάχα θα ασκήσουν πολιτική ελέγχου, όταν ξέρουμε πολύ καλά, και στο πετσί μας, πού οδηγούν αυτές οι τρομαχτικές πολιτικές (και δυστυχώς δεν οδηγούν μόνον στον λαϊκισμό, οδηγούν, κυρίως, στην ποδηγέτηση και την εξόντωση).

Ο γραφειοκρατικός ζντανοβισμός του, διάχυτος σε κάθε φράση, γίνεται ολοκάθαρος στην εμμονή με τις συγκεντρωτικές και ελεγκτικές δομές που φιλοδοξεί να ιδρύσει : δεν ονομάζονται ευθέως Ακαδημαϊκές, αλλά είναι : Στέγη Χορού, Στέγη Μουσικής και Όπερας, Εθνικός Οργανισμός Μουσικής, Κέντρο Ελληνικό Κινηματογράφου ριζικά αναδιαρθρωμένο, ίδρυση Μεγάλων Περιφεριακών Θεάτρων, Εθνικό Δίκτυο Βιβλιοθηκών, επανίδρυση δημόσιου φορέα υλοποίησης Εθνικής Πολιτικής Βιβλίου, Ίδρυση Διεθνούς Φεστιβάλ παραδοσιακών χορών… και πάει λέγοντας. Και γίνεται έτι φανερώτερος, όταν στο όνομα της κοινωνίας (γιατί όχι και του Λαού ;) προσπαθεί να δικαιώσει το χυδαίο συνδικαλιστικό αίτημα της χειρότερης συντεχνιακής παράδοσης, που θέλει τους ηθοποιούς όχι καλλιτέχνες αλλά μισθωτά έρμαια και ευαγγελίζεται ως δημοκρατική κατάκτηση την κατάργηση της « παντοκρατορίας των καλλιτεχνικών διευθυντών » των κρατικών θεάτρων, των μουσείων και των άλλων καλλιτεχνικών ιδρυμάτων.

Το υποτιθέμενο πρόγραμμα μιλά για το « οικονομικό όφελος » που μπορεί να προκύψει από τον πολιτισμό, αλλά καθώς οι συντάκτες του δεν έχουν ιδέα για το πώς μπορεί να γίνει αυτό, ταυτίζουν ρητώς το προσδοκώμενο όφελος με τον τουρισμό ! Η ιδέα είναι εξόχως αντιδραστική για όποιον έχει ελάχιστη μνήμη : ποιός προσέδεσε την μοίρα και την σημασία του νεοελληνικού πολιτισμού με τον πιο πρόστυχο τουρισμό, αν όχι η καραμανλική ΕΡΕ ; Ποιός συνέχισε να διαπομπεύει τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και την νεοελληνική τέχνη, αν όχι το κράτος της τουριστικής αντιπαροχής, της οικιστικής ασυδοσίας και της εργολαβικής παντοκρατορίας ; Είναι η ελάχιστη απαίτηση από ένα αριστερό πρόγραμμα να επανεπεξεργαστεί την ίδια την ιδέα του τουρισμού ως οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας, άρα και την ένταξη κάποιων πλευρών αναπαραγωγής και διάδοσης του πολιτισμού προς όφελος των οικονομικών δυνατοτήτων που δυστυχώς προσφέρει ο τουρισμός. Ο πολιτισμός μπορεί και σε κάποιες χώρες έχει καταφέρει να είναι στοιχείο οικονομικής και κοινωνικής ανάκαμψης. Αλλά οι συντάκτες του υποτιθέμενου προγράμματος αγνοούν κατάφωρα τί ακριβώς σημαίνει αυτό, πώς γίνεται και πώς μπορεί να αποδόσει. Στην χώρα όπου τα μνημεία (αρχαία και σύγχρονα) φθείρονται χωρίς καμία μέριμνα και μαζί τους οι τόποι, τα τοπία, και το ήθος των ανθρώπων από τον ασύδοτο τουρισμό, ένα αριστερό πρόγραμμα όφειλε να είναι λιγότερο προκλητικό και στοιχειωδώς στοχαστικότερο.

Τα περί πολιτισμού ως δημόσιου αγαθού, από τα οποία πιάστηκαν ο Γιώργος Κιμούλης (στην Εφημερίδα των Συντακτών) και η Μαρία Κανελλοπούλου (στην Εποχή), ο μεν άπελπις, η δε ματαίως καυχωμένη, για να υπερασπιστούν το κείμενο, είναι ρητορικώς κενόλογα και επικινδύνως θλιβερά. Γιατί το « πρόγραμμα » δεν αντιμετωπίζει τον πολιτισμό ως « δημόσιο αγαθό » – τον αντιμετωπίζει ως διαχειρίσιμο αγαθό, που θα το διαχειριστούμε χειραγωγόντας το με την πιο άθλια και άσχετη γραφειοκρατία. Γιατί στο γλωσσοδιαρροϊκό αυτό κείμενο, που παπαγαλίζει τα περί δημοσίου αγαθού, δεν υπάρχει ούτε μισή πρόνοια για το ίδιο το κοινό, άρα για την ίδια την κοινωνία. Το « πρόγραμμα » ευαγγελίζεται διαρκώς την επιστροφή λογής επιχορηγήσεων (ασφαλώς με αξιοκρατικά κριτήρια), αλλά πουθενά δεν διαπιστώνει ο αναγνώστης την παραμικρή συνείδηση του γεγονότος ότι η αριστερή πολιτιστική πολιτική δεν γίνεται για χάριν και προς εξυπηρέτησιν των καλλιτεχνών, αλλά για χάρη του ΚΟΙΝΟΥ. Η αριστερή πολιτιστική πολιτική (αυτή δηλαδή την οποία εμπνεύστηκε και εισηγήθηκε στην Ευρώπη ολόκληρη ο Μαλρώ) έχει το κοινό ως αποδέκτη, όχι τον καλλιτέχνη ή τον διανοούμενο. Αλλά το κοινό είναι τραγικά απόν και από την σκέψη και από την λογική του κειμένου και των συντακτών του.

Δυστυχώς, όλη αυτή η αστοιχείωτη αντιδραστική και κουκουεδίστικη κουρελού, που παριστάνει το πρόγραμμα προς γελοιοποίησιν κάθε έννοιας αριστερής πολιτικής, θεμελιώνεται σε μία αυτάρεσκη και αξιωματική παραδοχή : στην μετά πλείστης όσης παρρησίας δεδηλωμένη πεποίθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο « κύριος » εκφραστής της Αριστεράς, άρα είναι ο νόμιμος κληρονόμος του ιστορικού της παρελθόντος, άρα είναι ο νόμιμος και μοναδικός κληρονόμος « του ρόλου που αυτή έχει, διαχρονικά, διαδραματίσει στον πνευματικό και πολιτιστικό τομέα ». Σοβαρολογούμε ; Και εάν σοβαρολογούμε, τί ακριβώς εννοούμε ; Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο κληρονόμος της ΠΑΠΟΚ ; Ή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κληρονόμος του Ρίτσου και της περιπέτειας της Επιθεώρησης Τέχνης, όπως κάποια ανώτερα και ανώτατα στελέχη του αρέσκονται να επαναλαμβάνουν, χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα του τί εκστομίζουν ; Ποιόν Ρίτσο κληρονόμησε και εκφράζει δικαιωματικά ο ΣΥΡΙΖΑ ; Τον Ρίτσο τον οποίο εξευτέλιζε το Κόμμα επί δεκαετίες, αποδεχόμενο ως θέσφατα τις εξευτελιστικές για την ποίησή του κριτικές των επίσημων κομματικών κριτικών ; Τον Ρίτσου τον οποίο γελοιοποίησε το ΚΚΕ της μεταπολίτευσης ; Ή τον Ρίτσο του « Φιλοκτήτη » ; Και ποιά Επιθεώρηση Τέχνης ; Αυτήν την οποία δίκασε και καταδίκασε η ΕΔΑ ; Αυτήν για την οποία ουδέποτε έδωσε το κόμμα μιά πεντάρα, αλλά αξίωνε να την ελέγχει ; Αυτήν της οποίας τους ιδρυτές διέγραψε χωρίς καν να τους το ανακοινώσει ; Την Επιθεώρηση Τέχνης της οποίας η ιστορία αποτελεί μνημείο κομματικής κτηνωδίας ; Ή την Επιθεώρηση Τέχνης της οποίας η μνήμη αποτελεί το φωτεινότερο ευρωπαϊκό παράδειγμα διανοητικού ηρωισμού, μαρξιστικής διαύγειας και κομμουνιστικής πνευματικής και αισθητικής αυτοθυσίας ;

Επειδή εκούσα άκουσα (αλλά κυρίως εκούσα) επί μισόν αιώνα αγωνίζομαι να πορευτώ ως τέκνο αυτής της δεύτερης (της μοναδικής πραγματικής) Επιθεώρησης Τέχνης, πάνω στον πολιτισμό της οποίας ασελγεί το « προγραμματικό κείμενο », οφείλω να δηλώσω, εν γνώσει και εν πλήρη αδιαφορία περί των συνεπειών, ότι θα το πολεμήσω και μέσα στο κόμμα και έξω από αυτό, με όλες μου τις δυνάμεις.

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Πέτρος Θεοδωρίδης, Για την «πολυπολιτισμικότητα», τον Ξένο και την εποχή μας αναδημοσιευση απο το ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

 

 

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Πέτρος Θεοδωρίδης, Για την «πολυπολιτισμικότητα», τον Ξένο και την εποχή μας

Posted on
CAB7D0993457749D17387005A54E3AC0
Η “πολυπολιτισμικότητα” ως επιστημονική έννοια διακρίνεται σαφώς από την “πολυπολιτισμικότητα” ως ιδεολογία. Την πρώτη την καθιέρωσε ο μεγάλος κοινωνικός ανθρωπολόγος C. Levi Strauss σε μια μελέτη που πρώτο κυκλοφόρησε το 1952 από την Unesco (σε μια σειρά μελέτες αφιερωμένες στο πρόβλημα του ρατσισμού). Η δεύτερη καθιερώθηκε τη δεκαετία του 1990 ως το κομβικό σημείο αιχμής του -τότε κυρίαρχου ιδεολογικού σχήματος- η οποία παράλληλα εμφανιζόταν ως το τέλος των ιδεολογιών κατά το περίφημο άρθρο του Φουκουγιάμα.
Η υπεράσπιση της πολυπολιτισμικότητας από τον C. Levi Strauss αποτελούσε και συστηματική κριτική στις θεωρίες του Γκομπινώ που θεωρείται και πατέρας της ρατσιστικής ιδεολογίας. Το 1853 ο Κόμης ντε Γκομπινώ[1] είχε δημοσιεύσει το “Δοκίμιο για την ανισότητα των ανθρώπινων φυλών“. Για τον Γκομπινώ ο θεμελιώδης παράγων προόδου η παρακμής μιας κοινωνίας είναι ο φυλετικός. Η πτώση των πολιτισμών οφείλεται στην παρακμή της φυλής και αυτή με τη σειρά της στην επιμειξία με τις άλλες φυλές. Αντίθετα από την φυλετική θεωρία του Γκομπινώ, σύμφωνα με τον C. Levi Strauss. η ανθρωπότητα εξελίσσεται με αφάνταστα μεγάλη ποικιλία κοινωνικών και πολιτιστικών μορφών. Είναι δυνατόν δυο πολιτισμοί που αναπτύχθηκαν από ανθρώπους της αυτής φυλής να διαφέρουν τόσο μεταξύ τους όσο διαφέρουν και δυο άλλοι που ανήκουν σε διαφορετικές φυλές. Η διαφορά των πολιτισμών είναι, αποτέλεσμα των αμοιβαίων, άμεσων ή έμμεσων σχέσεων των κοινωνιών. Κατά τον Λέβι Στρως «όταν κλείνουμε έξω από την ανθρωπότητα αυτούς που μας φαίνονται οι πιο “βάρβαροι”, πιο “άγριοι” μέσα σε αυτήν το μόνο που κατορθώνουμε είναι να μιμούμαστε ένα χαρακτηριστικό τρόπο συμπεριφοράς αυτών των άγριων: βάρβαρος πρώτα απ όλα είναι αυτός που πιστεύει στην βαρβαρότητα».
Ο Levi Strauss αποποιείται «την εξίσωση ιστορίας και ανθρωπότητας»[2] «η πρόοδος -κατ’ αυτόν- δεν είναι ούτε απαραίτητη ούτε συνεχής, προχωρεί με μικρά πηδήματα ή άλματα ή όπως λένε οι βιολόγοι με μεταλλάξεις». Αυτά τα πηδήματα και τα άλματα δεν σημαίνουν ότι προχωρούμε πάντα προς την ιδία κατεύθυνση. «Υπάρχουν άλλες κατευθύνσεις σαν τα άλογα του σκακιού που έχουν πολλούς δυνατούς δρόμος αλλά ποτέ δεν προχωρούν προς την ίδια κατεύθυνση». Ο χαρακτηρισμός ως στάσιμου ενός πολιτισμού είναι συνήθως απόρροια της οπτικής του εθνοκεντρισμού: «έτσι θα θεωρούσαμε ως προοδευτική κάθε κοινωνία που εξελίσσεται προς μια κατεύθυνση ανάλογη με τη δική μας, ενώ άλλες κοινωνίες θα μας φαίνονταν στάσιμες γιατί η κατεύθυνση της εξέλιξης τους, δεν έχει νόημα για μας». Ο Levi Strauss θεώρησε, εντέλει, ότι «κανένα μέρος της ανθρωπότητας δε διαθέτει κανόνες που ισχύουν για το σύνολό της και ότι μια ανθρωπότητα που ζει με έναν και μοναδικό τρόπο ζωής είναι αδιανόητη γιατί θα ήταν μια απολιθωμένη ανθρωπότητα»[3].
b79219
Αντίθετα από την πολυπολιτισμική θεωρία του Levi Strauss, η “πολυπολιτισμικότητα” υπήρξε ένα ιδεολόγημα της δεκαετίας του ’90. Δεν αφορούσε πολιτισμούς αλλά φολκλόρ, δεν αφορούσε κοινωνίες ή φυλές αλλά άτομα. Κατά την δεκαετία του 1990 είχαμε και την κορύφωση αυτού που ο Ζυλ Λιποβέτσκι αλλά και άλλοι ονόμασαν «δεύτερη ατομιστική επανάσταση» όπου «ο πειθαρχικός και μαχητικός, ηρωικός και ηθικολογικός ατομικισμός είχε αντικατασταθεί από έναν ατομικισμό ala carte, ηδονιστικό και ψυχολογικό[…] Πανωλεθρία των μεγάλων προσταγμάτων της κοινωνίας, διάβρωση των κοινωνικών ταυτοτήτων και των καταναγκαστικών νορμών, λατρεία της ελεύθερης διάθεσης του εαυτού, στην οικογένεια, την θρησκεία, την σεξουαλικότητα, τον αθλητισμό, η δεύτερη ατομικιστική επανάσταση ήταν αυτή που συγκεκριμενοποίησε, στην καθημερινή ζωή το φιλελεύθερο ιδεώδες της αυτοκυβέρνησης του εαυτού»[4]. Έτσι η “πολυπολιτισμικότητα” της δεκαετίας του 1990 πήρε τη μορφή, κυρίως, μιας ατομικιστικής–φιλελεύθερης “πολυπολιτισμικότητας” και η αποτυχία της -αν υπάρχει σήμερα αποτυχία- είναι και αποτυχία του (νεο)φιλελευθερισμού και των ατομικιστικών του ιδεολογημάτων και όχι της θεωρίας της πολυπολιτισμικότητας, όπως την εννόησε και θεμελίωσε ο Levi Strauss.
Στο άρθρο που ακλουθεί, θα προσπαθήσω να δείξω την πορεία της σχέσης με τον Άλλο, το Ξένο που δεν υπήρξε διαχρονικά ενιαία, αλλά μετασχηματίζεται καθώς διαπέρνα τρεις τύπους κοινωνιών: την Παραδοσιακή, τη Νεωτερική και την Υστερονεωτερικη κοινωνία[5], αυτή δηλαδή που βιώνουμε σήμερα.
Ο Ξένος στην Παραδοσιακή κοινωνία: Η «σωστή» απόσταση
Ο κανόνας στις παραδοσιακές κοινωνίες ήταν η εμφανής, ιεραρχημένη, συστηματική, και νομικά επιβεβλημένη κοινωνική ανισότητα. Επιπλέον στην παραδοσιακή κοινωνία (στο μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας της και κυρίως στην Μεσαιωνική Ευρωπαϊκή της ιστορία), οι θρησκευτικές διαφοροποιήσεις επικάλυπταν όλες τις άλλες. Για τον προνεωτερικό άνθρωπο, η αλήθεια και η πραγματικότητα, αποτελούσαν το προϊόν της πρόθεσης του Θεού. Η δοθείσα, προφανής, αναλλοίωτη φύση της θέσης του ανθρώπου, στην αλυσίδα της ύπαρξης[6], υπέβαλλε και την κατανόηση του κόσμου ως εκπλήρωση μιας θεϊκής πρόθεσης[7].
Στην παραδοσιακή νοοτροπία, η ανισότητα υποτίθεται ότι εξέφραζε “φυσικές” διαφορές: η παραδοσιακή ταυτότητα, βρισκόταν σε ασφαλή απόσταση από τον «άλλο», η ιεραρχημένη, συστηματική, νομικά επιβεβλημένη ανισότητα, έκανε τον άλλο να εμφανίζεται ως εντελώς διαφορετικός και γι αυτό ανεκτός[8]. Η ίδια η λειτουργικότητα για παράδειγμα του δικαιώματος στη φιλοξενία, στηριζόταν σε αυτή την θεμελιακή ανισότητα. Αν ο ξένος, είναι από τη φύση του διαφορετικός από μας, δεν διεκδικεί την ισότητα και δεν αποτελεί απειλή: μπορεί να φιλοξενηθεί. Έτσι στην περίφημη του παρέκβαση για τον Ξένο ο Ζίμμελ θεωρούσε ότι η κύρια ιδιότητα του ξένου -στις προνωτερικές κοινωνίες- σημαίνει ότι «ο μακρινός βρίσκεται κοντά». «Ο ξένος παρουσιάζεται μέσα σε ολόκληρη τη (προνεωτερική) ιστορία της οικονομίας -συνεχίζει ο Ζίμμελ- ως έμπορος που πρέπει απαραίτητα να είναι “ξένος” μιας και κανένας άλλος δεν έχει την ευκαιρία να ζήσει από αυτή την δραστηριότητα […] Ο ξένος από τη φύση του δεν κατέχει έδαφος ούτε με την κυριολεκτική σημασία αλλά ούτε και με τη μεταφορική ενός περιεχομένου ζωής, το οποίο είναι εδραιωμένο, αν όχι στο χώρο πάντως σε μια ιδεατή θέση του κοινωνικού περίγυρου. Ακόμη κι αν, στις πιο οικείες διαπροσωπικές σχέσεις ο ξένος μπορεί να ξεδιπλώσει τη γοητεία και τη σημασία του όσο θεωρείτο ξένος παραμένει στη συνείδηση του αλλού ως “ακτήμονας”. Η εξάρτησή του από το διαμεσολαβητικό εμπόριο, αλλά συχνά και από τη μετουσιωμένη μορφή του, τις καθαρά χρηματοοικονομικές συναλλαγές, προσδίδει στον ξένο το ιδιαίτερο γνώρισμα της κινητικότητας. Καθώς αυτή εκδηλώνεται μέσα σε μια οροθετημένη ομάδα, εμπεριέχει τη σύνθεση της εγγύτητας και της απόστασης, η οποία και διαμορφώνει την τυπική θέση του ξένου μέσα στην ομάδα»[9].
  1. Νεωτερική κοινωνία και ξένος: η εξόντωση
Στη νεωτερική εποχή δεν παύουν να υπάρχουν κοινωνικές ανισότητες, αντίθετα αυτές γενικεύονται και βαθαίνουν. Όμως οι ανισότητες αυτές προβάλλουν σε ένα εξισωτικό ιδεολογικό τοπίο καθώς συνυπάρχουν με μια γενικευμένη προσδοκία ισότητας. «Η νεωτερική επανάσταση της ισότητας έθεσε τέλος στο σύστημα της περιχαράκωσης των ανθρώπων στις διάφορές τους και εγκαινίασε την αμοιβαία δεκτικότητα, της μιας ταυτότητας στην άλλη»[10]. Στη νεωτερικότητα, ο άλλος έγινε (σταδιακά), αντιληπτός ως κάτι όμοιο, ως υποκείμενο ίσο με κάθε άλλο υποκείμενο και προικισμένο με τα ίδια δικαιώματα με αυτό. Η θεμελιώδης αρχή, ήταν η ισότητα των συνθηκών: το υποκείμενο είναι αυτό που είναι και έχει τα δικαιώματα που του αναγνωρίζονται, όχι λόγω της συμμετοχής του σε μια ομάδα, αλλά λόγω της καθεαυτής ατομικότητάς του. Μόνιμο χαρακτηριστικό σχέδιο της νεωτερικότητας ήταν (και σε μεγάλο βαθμό είναι ακόμα) η εγκαθίδρυση μιας συνέχειας στο κοινωνικό πεδίο, στην οποία, κανένα άτομο δεν αποκλειόταν λόγω της φύσης του ή της συμμετοχής του σε μια ομάδα. Αντίθετα, το αμετάβλητο των παραδοσιακών κοινωνιών, συνίστατο στο γεγονός ότι η θέση του καθενός, προσδιοριζόταν αμετάκλητα από τη συμμετοχή του σε κάποια ομάδα[11].
Σαν συνέπεια, η κεντρική ιδέα του μηχανισμού, στον οποίο στηρίχθηκε ο νεωτερικός ανθρωπισμός για την αντιμετώπιση του άλλου, δεν ήταν η ανεκτική αποδοχή της φυσικής του διαφορετικότητας, αλλά αντίθετα η οριοθέτηση, η περιχαράκωση, ο περιορισμός ή η εξολόθρευση της ετερότητας. «Ο τυπικός σύγχρονος ξένος» -γράφει ο Ζygmunt Bauman- υπήρξε το απόρριμμα του ταξινομητικού ζήλου του (νεωτερικού) κράτους. «Οι νεωτερικοί ξένοι δεν ταίριαζαν στο όραμα της τάξης […]. Η οικοδόμηση μιας τέτοιας τάξης σήμαινε συντριπτικό πόλεμο κατά των ξένων και του ξένου στοιχείο»[12]. «Σε αυτόν τον πόλεμο -συνεχίζει ο Bauman- εφαρμόσθηκαν, κατά περιόδους δυο εναλλακτικές αλλά και συμπληρωματικές μεταξύ τους στρατηγικές: η μια ήταν ανθρωποφαγική: […]στρατηγική της αφομοίωσης, που είχε στόχο να εξομοιώσει το διαφορετικό[…]. Η άλλη στρατηγική ήταν ανθρωποεμετική: το σχέδιό της ήταν να “ξεράσει” τους ξένους, να τους εκτοπίσει πέρα από τα όρια του τακτοποιημένου κόσμου[…], να περιορίσει τους ξένους μέσα στα ορατά τείχη των γκέτο ή να τους απαγορεύσει τη συμβίωση, την επιγαμία και τις εμπορικές συναλλαγές[...]. Κι αν, κανένα από τα δυο μέτρα δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί, τότε ακολουθούσε η φυσική εξόντωση των ξένων»[13].
Η εξόντωση των ιθαγενών
Τη νεωτερική στάση εξόντωσης του Ξένου μπορούμε να τη διακρίνουμε σε τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις: στη συστηματική εξόντωση των Ινδιάνων της Αμερικής, στη δημιουργία της φυλετικής θεωρίας και του ρατσισμού ως αποτέλεσμα της μαύρης δουλείας και στη μετατροπή του θρησκευτικού αντισημιτισμού στο νεωτερικό βιολογικό αντισημιτισμό που κατέληξε στο Ολοκαύτωμα.
Η εξόντωση του ξένου, ξεκινά μαζί με τα πρώτα βήματα της Νεωτερικότητας, την συμβολική αρχή της, την κατάληψη της Αμερικής από τους Ισπανούς και συνοδεύεται από την συστηματική, επίμονη σφαγή. Σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς, γύρω στα 30 έως 50 εκατομμύρια ιθαγενείς «προνεωτερικών» χωρών (δηλαδή περίπου το 80% του πληθυσμού τους), εξολοθρεύτηκαν, στο διάστημα μεταξύ των πρώτων αφίξεων και εποικισμών από Ευρωπαίους στρατιώτες και εμπόρους και των αρχών του 20ου αιώνα. Ο Κάρολος Δαρβίνος συνόψισε ως εξής το έπος της καθοδηγούμενης από την Ευρώπη διαδικασίας “εκπολιτισμού των αγρίων”: «Όπου πατάει πόδι Ευρωπαίος, ο θάνατος καταδιώκει τον ιθαγενή»[14]. Η εξόντωση ξεκινά με τα πρώτα βήματα της Νεωτερικότητας, τη συμβολική αρχή της, την κατάληψη της Αμερικής από τους Ισπανούς. Και φυσικά συνοδεύεται από τη συστηματική, επίμονη σφαγή, όπως φαίνεται στην έκθεση (γράφτηκε γύρω στα 1546) του Βαρθολομαίου ντε λας Κάζας που απευθύνεται στον «Δον Φίλιππο τον πρίγκιπα της Ισπανίας». «Κανείς δε θα μπορούσε να διηγηθεί τις σκληρότητες που έγιναν» γράφει ο Βαρθολομαίο ντε λας Κάζας «Σ’ αυτά τα σαράντα χρόνια περισσότερα από δώδεκα εκατομμύρια ψυχές, άνδρες γυναίκες και παιδιά, πέθαναν άδικα από την τυραννία και τη μοχθηρία των χριστιανών[...]. Οι άθλιοι Ισπανοί αναζητούσαν τους Ινδιάνους, άντρες ή γυναίκες, και τους απειλούσαν με τα άγρια σκυλιά τους. Μια άρρωστη Ινδιάνα, βλέποντας ότι δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τα σκυλιά και ότι θα κατακομματιαζόταν, όπως οι άλλοι, πήρε ένα σκοινί, έδεσε στο πόδι της, το μωρό της που ήταν ενός χρόνου και κρεμάστηκε σε ένα δοκό. Δεν τα κατάφερε πολύ γρήγορα και ήρθαν τα σκυλιά και κατασπάραξαν το μωρό της»[15]. Πολύ αργότερα ένας “λαμπρός” Πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Θεόδωρος Ρούζβελτ, παρουσίασε την εξολόθρευση των Ινδιάνων της Αμερικής, ως «ανιδιοτελή πράξη» στην υπηρεσία του πολιτισμού, γιατί «οι πρωτοπόροι και οι έποικοι κατά βάθος είχαν το δίκιο με το μέρος τους: η μεγάλη αυτή ήπειρος δεν θα μπορούσε να παραμείνει ένα απλό καταφύγιο θηραμάτων για βρώμικους άγριους»[16].
Ο ρατσισμός και η μαύρη δουλεία
Η «βιολογικά» θεμελιωμένη κατώτερη θέση του μαύρου στην ιεραρχία των φυλών υπήρξε και αυτή προϊόν της νεωτερικότητας. Πού οφειλόταν αυτός ο βίαιος υποβιβασμός της θέσης των Νέγρων; Ο (μαρξιστής κοινωνιολόγος) Άλεξ Καλλίνικος[17] δε δέχεται ότι η χρησιμοποίηση των Αφρικανών σκλάβων στηρίχθηκε στον ήδη προϋπάρχοντα ρατσισμό. Αντίθετα, όπως γράφει «ο ρατσισμός υπήρξε συνέπεια της δουλείας» και αναπτύχθηκε στο έδαφος που δημιούργησε η συστηματική δουλεία στο Νέο Κόσμο. Η ιδέα ότι οι Αφρικανοί ήταν βιολογικά κατώτεροι από τους λευκούς, δικαιολογούσε τη στέρηση από τα δικαιώματα και την μετατροπή τους σε δούλους[18].
Γιατί ήταν αναγκαίος ο ρατσισμός για να δικαιολογηθεί η δουλεία; Η φύση της εκμετάλλευσης, στις προνεωτερικές κοινωνίες -γράφει ο Καλλίνικος- είχε την αντανάκλασή της στην ιεραρχική οργάνωση και τη διαίρεση του πληθυσμού σε νομικά άνισες ομάδες. Σε τόσο ιεραρχημένες κοινωνίες, η δουλεία ήταν απλώς πλευρά των άνισων κοινωνικών καταστάσεων. «Δεν ισχύει το ίδιο στην καπιταλιστική κοινωνία[…] Οι εργάτες είναι απόλυτα ελεύθεροι να μην πουλήσουν την εργατική τους δύναμη»[19]. Έτσι, «η στήριξη του καπιταλισμού στην εργασία των δούλων εμφανιζόταν σαν μια ανωμαλία που απαιτούσε ιδεολογική στήριξη[...] Ήταν σε αυτό το πλαίσιο, που άρχιζε να κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι, οι μαύροι ήταν κατώτεροι άνθρωποι, και γι’ αυτό δεν άξιζαν τα αντίστοιχα δικαιώματα, που ολοένα και περισσότερο αναγνωρίζονταν στα ανθρώπινα όντα»[20].
Βέβαια, η ιδεολογική εκλογίκευση-φυσικοποίηση της κατωτερότητας των μαύρων, βρίσκει την επεξεργασία της σε μεγάλο βαθμό και μέσα από τις ψευδοβιολογικές θεωρίες, που κατακλύζουν την Ευρώπη και Αμερική σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα και ένα μεγάλο μέρος του 20ου. Σύμφωνα με αυτόν υπάρχει μια υποτιθέμενη ιεραρχία φυλών, ράτσες που “συμπτωματικά” αντιστοιχούσαν στον τότε παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.
Ο νεωτερικός αντισημιτισμός
Στην αντικατάσταση των θρησκευτικών επικαλύψεων των ταυτοτήτων και της ετερότητας από τις νεωτερικές, μπορούμε να αποδώσουμε και τον νεωτερικό αντισημιτισμό που δεν ταυτίζεται με τον παραδοσιακό χριστιανικό αντισημιτισμό. Οι Εβραίοι διώκονται βέβαια στην μεσαιωνική Ευρώπη όχι όμως για κάποιες εγγενείς φυλετικές τους ιδιότητες αλλά ως προαιώνιοι εχθροί των Χριστιανών. Είναι βέβαια, πολύ διαδεδομένη η άποψη ότι «ο αντισημιτισμός είναι μια προαιώνια προκατάληψη» και συνεπώς «οι διωγμοί δεν χρειάζονται ιδιαίτερη εξήγηση τη στιγμή που είναι η φυσική συνέπεια ενός προαιώνιου προβλήματος»[21].
Όμως οι εντάσεις που καθόριζαν τη θέση των Εβραίων στη φεουδαρχική Ευρώπη, ήταν στην πραγματικότητα πολύ στενά συνδεδεμένες με την συγκεκριμένη τους οικονομική δραστηριότητα. «Αν και στη μεσαιωνική Ευρώπη οι Εβραίοι ήταν σε ιδιαίτερη ευάλωτη θέση εξαιτίας της θέσης τους ως θρησκευτική μειονότητα, αυτό δεν τους απέκλειε ολοκληρωτικά από την ενσωμάτωση στις κυρίαρχες κοινωνικές συνθήκες. Σε μια κοινωνία χωρισμένη σε φεουδαρχικές τάξεις, οι Εβραίοι ήταν απλά μια απ’ όλες»[22].
Ο σύγχρονος αντισημιτισμός αναπτύχθηκε, κυρίως, κατά τον 19ο αιώνα, στο φόντο της κατάρρευσης της ιεραρχικής δομής των φεουδαρχικών τάξεων, και η αντιμετώπιση των Εβραίων δεν ήταν πλέον η δίωξη μιας θρησκευτικής μειονότητας, αλλά η συστηματική καταπίεση μιας, υποτίθεται επικίνδυνης βιολογικά φυλής. Η εμφάνιση του φυλετικού αντισημιτισμού έκανε δυνατή την φρικτή ιδέα της Ναζιστικής «τελικής λύσης». Τη διαφορά του φυλετικού από τον θρησκευτικό αντισημιτισμό την αποδίδει με μεγάλη σαφήνεια η Hannah Arrendt. «Οι Εβραίοι μπορούσαν να γλιτώσουν από τις διακρίσεις με το θρησκευτικό κριτήριο του Ιουδαϊσμού, αν άλλαζαν πίστη. Από την εξόντωση, με το φυλετικό κριτήριο του εβραϊσμού, δεν υπήρχε καμία διαφυγή»[23].
Για την «πολυπολιτισμικότητα», τον Ξένο και την εποχή μας
Μετανεωτερική πολυπολιτισμικότητα: ο «καλός» ξένος
Η σύγχρονη μετανεωτερικότητα συνδέεται και με μια σειρά από κοσμοϊστορικές αλλαγές συνέβησαν στη δεκαετία του 1990 και που σφραγίσθηκε από αυτό που κάποιοι αποκάλεσαν «παγκόσμια κοσμική θρησκεία» με ιερό κείμενο την Οικουμενική Σιακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα έγιναν το κύριο άρθρο πίστης μιας κοσμικής κουλτούρας, η lingua franca της παγκόσμιας ηθικής σκέψης[24].
Αρχικά, η δεκαετία του 1990, φαινόταν να είναι η δεκαετία της πολυπολιτισμικής αρμονικής συμφωνίας εθνών κάτω από την μπαγκέτα ενός μεγάλου μαέστρου -του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου- που, ως ”γενικό ισοδύναμο” εξισώνει τις διαφορές μέσα και από την αποδοχή της κυριαρχίας του. Η παγκοσμιοποιημένη εκδοχή της πολυπολιτισμικότητας αναδείκνυε ως κυριότερη ηθική αρετή την ανεκτικότητα η οποία εύκολα γλίστρησε στην αδιαφορία. Όλοι είναι ίσοι! Καμία ηθική στάση δεν είναι καλύτερη από την άλλη! Και έτσι, υπηρετώντας τάχα την ανοχή μπαίνουμε σε απαγορεύσεις που επιβάλλονταν στο όνομα της συμπόνιας, σε μια κατάσταση παράφορης μισαλλοδοξίας. Το μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ «Το Ανθρώπινο στίγμα»[25] μας δίνει ένα παράδειγμα: ο κοσμήτορας Σίλκ χάνει τη θέση του και η ζωή του καταστρέφεται όταν χαρακτηρίζει δυο διαρκώς απόντες φοιτητές με μια λέξη που ενείχε και μια δευτερεύουσα σημασία ως προσβλητικός όρος που χρησιμοποιείται ενίοτε γα τους μαύρους. Οι φοιτητές που χαρακτηρίσθηκαν έτσι και ήταν πράγματι ασυνεπείς και άφαντοι έτυχε να είναι και έγχρωμοι.
Αν κάτι χαρακτήριζε την ιδεολογία και ηθική του Δικαίου, κατά τη δεκαετία του 1990, ήταν η αντίφαση ανάμεσα στη θεωρία της κυριαρχίας του κράτους και στην ιδέα τωνανθρωπίνων δικαιωμάτων ως φυσικών και αναπαλλοτρίωτων που αναβίωσαν την ιδεολογία του φυσικού δικαίου του 18ου αιώνα. Αυτό συνδυαζόταν με μια ιδεολογική θεώρηση της Δημοκρατίας ως απόλαυσης δικαιωμάτων[26]. Αυτή η καταναλωτική δημοκρατία συνοδεύτηκε και από έναν πολλαπλασιασμό δικαιούχων υποκείμενων και από μια διάσπαση της ιδιότητας του πολίτη. Ως πολίτης πια, έπαυε να θεωρείται μόνο ο άνδρας, αρχηγός οικογενείας-συμμέτοχος μιας εθνικής, ανεξάρτητης, συλλογικότητας. Τα δικαιώματα πολλαπλασιάζονταν επ’ άπειρον ως δικαιώματα του (των) ανθρώπου(ων) στον πληθυντικό. Όμως μια τέτοια επ’ άπειρον επέκταση, τόσο του αριθμού των δικαιωμάτων όσο και των υποκειμένων αυτών των δικαιωμάτων δε θα μπορούσε να αντέξει σε καιρό κρίσης. Όπως έγραφε (σχεδόν προφητικά) ήδη από το 1991 ο Π. Κονδύλης «τα ανθρώπινα δικαιώματα θα μπορούσαν να γίνουν υπόθεση εκρηκτική, αν π.χ. κάτω από δύσκολες οικολογικές συνθήκες εμπεριείχαν και το δικαίωμα για αέρα και νερό»[27]. Καθώς η σύγχρονη ρευστή νεωτερικότητα εγκαλεί, με ένα πλήθος λόγων, δυνητικά άπειρων, το έθνος-κράτος παύει να γίνεται η πηγή και το όριο των δικαιωμάτων: τα δικαιώματα τα απολαμβάνουν θεωρητικά όλοι/ες, είτε εντός είτε εκτός, είτε πάρα το έθνος-κράτος Έτσι, ενώ την ιδεολογική εκλογίκευση της πηγής των δικαιωμάτων, κατά τον Μεσαίωνα και κατά τον 18ο αιώνα ανελάμβανε το θεωρητικό οικοδόμημα του Φυσικού Δίκαιου, στη νέα αντίληψη των ανθρώπινων δικαιωμάτων η επέκταση επ’ άπειρον σε πλάτος (όλη η ανθρωπότητα), ή σε βάθος (πολυπολιτισμικότητα) δημιουργούσε ένα νέο πρόβλημα: ποιος θα ήταν ο κοινός παρονομαστής που θα διένεμε στην πολλαπλότητα υποκειμένων τα «ανθρώπινα δικαιώματα»[28]; Η απάντηση δόθηκε από την ιδιότητά τους ως καταναλωτές.
 Σύμφωνα με τον Φράνσις Φουκουγιάμα «αυτό που αφήνει να εννοηθεί το αίτημα για ισότητα στην αναγνώριση είναι ότι αν αφαιρέσουμε από ένα πρόσωπο όλα τα ενδεχομενικά και τυχαία χαρακτηριστικά του, παραμένει κάποια ουσιώδης ανθρώπινη ιδιότητα από κάτω που αξίζει κάποιον ελάχιστο σεβασμό –ας την αποκαλέσουμε Παράγοντα Χ[….] Στο πολιτικό πεδίο έχουμε την υποχρέωση να σεβόμαστε όλους τους ανθρώπους εξίσου, επειδή έχουν στην κατοχή τους τον Παράγοντα Χ»[29].
Ποιος είναι αυτό ο απροσδιόριστος παράγοντας Χ.; Ο Zizek μας δίνει την απάντηση με ένα απροσδόκητο παράδειγμα: το σοκολατένιο αυγό Κίντερ-έκπληξη. Όταν ξετυλίγεις το σοκολατένιο κέλυφος, βρίσκεις στο εσωτερικό του ένα μικρό πλαστικό παιχνίδι. Το παιδί συχνά το ξετυλίγει νευρικά και απλώς σπάει τη σοκολάτα, χωρίς να μπαίνει στον κόπο να τη φάει, ενδιαφερόμενος μόνο για το παιχνίδι στο εσωτερικό του. Έτσι «το αυγό της Κίντερ μας παρέχει τη φόρμουλα για κάθε προϊόν που υπόσχεται “περισσότερα”. Γιατί το εμπόρευμα είναι ένα συγκεκριμένο αντικείμενο που ικανοποιεί μια συγκεκριμένη ανάγκη, αλλά ταυτόχρονα υπόσχεται και “κάτι περισσότερο” μια απύθμενη απόλαυση που ο αληθινός της τόπος είναι η φαντασίωση»[30].
Τι άλλο μπορεί να είναι αυτός ο απροσδιόριστος Παράγοντας Χ του Φουκουγιάμα, αυτό το γενικό ισοδύναμο που εξισώνει τις διαφορές, παρά η κρυμμένη, μυστική ουσία του εμπορεύματος, δηλαδή αυτή που παράγει πλεόνασμα, υπεραξία;
Η ανοχή, στη δεκαετία του 1990, επιδεικνυόταν σε ό,τι εθεωρείτο “πολιτισμικό”, δηλαδή γραφικό και ακίνδυνο. Το ιδεολογικό οικοδόμημα της πολυπολιτισμικότητας θα μπορούσε να σταθεί μόνο με την αφαίρεση της υπαρκτής, ριζικής Διαφοράς (δηλαδή της Αντίθεσης). Όπως λέει ο S Zizek, «στη σημερινή αγορά(…) βρίσκουμε ένα σωρό προϊόντα από τα οποία έχουν αφαιρεθεί οι βλαβερές τους συνέπειες: καφέ χωρίς καφεΐνη, μπίρα χωρίς αλκοόλ[….], εικονικό σεξ ως σεξ χωρίς σεξ, για πόλεμο χωρίς απώλειες (από την πλευρά μας φυσικά)[…] μέχρι και για τον σημερινό ανεκτικό φιλελεύθερο πολυπολιτισμό ως μια εμπειρία του Άλλου στερημένου από την Ετερότητά του (του εξιδανικευμένου Άλλου) που χορεύει συναρπαστικούς χορούς[31].
Όμως οι “άλλοι” πολιτισμοί δεν αποτελούν απλά φολκλόρ, αποτελούν συχνά συμπυκνωμένες πολιτικές πρακτικές, παράγονται από και παράγουν πολιτική. Και όπως παρατηρεί ο Alain Badiou, «οι δηλωμένοι απόστολοι της ηθικής και του “δικαιώματος στη διαφορά” είναι εμφανώς τρομαγμένοι από τις κάπως εντονότερες διαφορές[..] Για να πούμε την αλήθεια αυτός ο περιβόητος ”άλλος” δεν είναι εμφανίσιμος παρά μόνο εάν είναι ένας “καλός άλλος”, που σημαίνει τι, αν όχι ότι είναι ο ίδιος με εμάς»[32].
Μετά το 2001, το ιδεολογικό τσιμέντο της πολυπολιτισμικότητας έχασε τη συγκολλητική του ισχύ (με τον ίδιο εκκωφαντικό κρότο που κατέρρευσαν οι Δίδυμοι Πύργοι). Οι ταυτότητες ξεκόλλησαν και η αίσθηση της οικειότητας αντικαταστάθηκε από ένα σχεδόν καθολικό αίσθημα ξενότητας. Οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να βιώνουν αυτό που μπορεί να θεωρήσουμε ως μια ζωή χωρίς ξεκάθαρα σύνορα. Η διαφορά είναι, κατά κάποιο τρόπο διάσπαρτη, ώστε την αντιμετωπίζουμε παντού, καθημερινά. Στη σημερινή εποχή όλοι είμαστε εν δυνάμει «ξένοι στη κοινωνία των ξένων», ως υπεράριθμοι, πλεονάζον πληθυσμός, όλοι είμαστε νομάδες.
Σήμερα όλοι είμαστε νομάδες. Αυτό που βιώνουμε στην Ευρώπη -γράφει ο φιλόσοφος Waldenfels- είναι μια περίεργη αύξηση και μείωση της ξενότητας, μια αύξηση καθώς το Ξένο μας πλησιάζει όλο κα περισσότερο, μια μείωση, καθώς το Ξένο κινδυνεύει να μειωθεί σε κάτι καθημερινό και να αμβλυνθεί στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης μέχρι το σημείο που δεν θα διακρίνεται. Αλλά μαζί με το Ξένο θα καταργούσαμε και το ίδιο»[33]. Στην εποχή μας, στην καθημερινή ζωή είμαστε συνεχώς εκτεθειμένοι στο σοκ της διαφοράς: η διάκριση του οικείου από το ξένο, το διαφορετικό ή το αλλότριο έχει γίνει περισσότερο εύθραυστη παρά ποτέ. Έτσι σήμερα δε θα ήταν ο συγκεκριμμένος «άλλος», ο «εχθρός», αλλά εν δυνάμει κάθε άλλος, αντικείμενο βίαιων ενεργειών στην βαθμό που είναι ασθενέστερος από τον επιτιθέμενο και θεωρείται κατώτερος και ανυπεράσπιστος
Στην εποχή μας, η κοινωνική κατασκευή της εικόνας του εχθρού αποτελεί ξανά τη συγκολλητική ουσία των ταυτοτήτων και το αλλότριο ανακατασκευάζεται διαρκώς ως ένας τρόπος επανοριοθέτησης του οικείου.
 Κατά την δεκαετία του ’90 ο δυτικός κόσμος θεώρησε ότι η διαφορά μπορούσε να εξημερωθεί. Έτσι δοκίμασε να την αιχμαλωτίσει στο “ζαχαρωμένο κλουβί” της κατανάλωσης, να την οικειοποιηθεί ως κατοικίδιο στην αυλή του. Όμως καθώς η παγκοσμιοποίηση αγκάλιασε και ενσωμάτωσε σχεδόν όλο τον πλανήτη, καθώς δεν απέμεινε πια πολιτισμός που να μην έχει ενσωματωθεί ή έστω αλλοιωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από την επίδραση της Δύτης, δεν απέμεινε πλέον (προνεωτερικός) Ξένος, Άλλος, ριζική ετερότητα. Ή μάλλον γίναμε όλοι “ξένοι” στο εσωτερικό του κήτους του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, της ύστερης (μετά)νεωτερικότητας.
Στην ταινία «Οι άλλοι» (The Others) η ηρωίδα (Νικόλ Κίντμαν), μια μητέρα που ζει με τα δυο μικρά παιδιά της σε ένα στοιχειωμένο σπίτι στο Jersey Island ανακαλύπτει στο τέλος ότι όλοι οι οικείοι, κι αυτή η ίδια, είναι οι πραγματικοί ξένοι, φαντάσματα: ένα δυο χρόνια πριν στραγγάλισε πρώτα τα παιδιά της και μετά αυτοπυροβολήθηκε. Οι «εισβολείς» που διαταράσσουν που και που την ησυχία της είναι οι πραγματικοί άνθρωποι, πιθανοί αγοραστές που ενδιαφέρονται για το σπίτι τους[34].
Σήμερα καθώς η ανοχή γίνεται σχεδόν αβάσταχτη στις συνθήκες της ύστερης νεωτερικότητας, της παγκοσμιοποίησης και των μεγάλων κρατικών μορφωμάτων καθώς οι κοινότητες πολλαπλασιάζονται διαρκώς, καθώς εγείρουν διαφορετικές και συχνά αντιφατικές απαιτήσεις πίστης, το άτομο βρίσκεται διαρκώς σε μια κατάσταση αμφιθυμίας. Έτσι συχνά βρίσκει καταφύγιο στην “κατασκευασμένη, ενεργητική, συνειδητή εγκατάλειψη της αμφιβολίας”[35]. Εγκαταλείπει την ανοχή, που σε συνθήκες διαρκούς αβεβαιότητας μοιάζει να μετατρέπεται σε κινούμενη άμμο, και βυθίζεται στη θαλπωρή είτε του εθνικισμού είτε του θρησκευτικού φανατισμού για να ανακουφισθεί κατά κάποιο τρόπο ή ένταση των διλημμάτων που αντιμετωπίζει. Η σύγχρονη αναβίωση εθνικισμών και φονταμενταλισμών μοιάζει να σφραγίζεται από αυτή την εγκατάλειψη[36].
Και η διαφορά -η ριζική διαφορά, η εχθρότητα, το μίσος- επανέρχεται πια, αλλά από μέσα. Όπως και στην ταινία Alien, ο Ξένος, είναι ένα “Πράγμα” μέσα μας, ένα κομμάτι μας αλλά και ριζικά ξένος, η απωθημένη ετερότητα, ο Άλλος που βγαίνει από μέσα μας .
———————————————-
[1] Για τη φυλετική σκέψη του Gobineau, βλ. κυρίως D. Biddiss, Father of Racist Ideology, The social and Political Thought of Count Gobineau, Weybright and Talley, New York 1970, επίσης George L. Mosse, Toward The Final Solution, A History of European Racism, Wisconsin Press, New York 1978 σ. 50-62. Ακόμα Γεωργίου Κυβελου Φυλετικές Θεωρίες, Ελεύθερη σκέψη, Αθήνα 1986, σελ. 9-13.
[2] Βλ. και το κλασσικό πια βιβλίο Claude Levi Strauss, Άγρια Σκέψη, μτφ. Εύα Καλπυρτζή, πρόλ.- επιμ. Άλκη Κυριακίδου Νεστορος, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα (1962) 1977, σ. 362-363.
[3] Τα αποσπάσματα από το C Levi Strauss, Φυλές και ιστορία, μτφ. Γ. Λόγγος Γ’ έκδοση, Μπάιρον xx (σελ: 13, 17, 21, 34-35, 71).
[4] Βλ Ζυλ Λιπβετσκί, Επίμετρο 1993, στο Ζυλ Λιποβετσκί, Η εποχή του κενού, Δοκίμια για τον σύγχρονο ατομικισμό (1983) μτφ. Βασίλης Τομανάς, x.x σ. 185 κε.
[5] Βλ και Πέτρου Θεοδωρίδη , Ταυτότητες και Ξένοι , στο  Πέτρου Θεοδωρίδη, Η  απατηλή υπόσχεση της αγάπης , εκδ ΕΝΕΚΕΝ .Θεσσαλονίκη ,2012. σ 133-155
[6] Για την αντίληψη της αλυσίδας της ύπαρξης που ήταν κυρίαρχη στη μεσαιωνική δύση βλ το περίφημο Α. Lovejoy The Greatchain of being, Cambridge, Harvard University Press(1936)1964.
[7] Ζygmunt Bauman, Η Μετανεωτερικότητα και τα δεινά της, μτφ. Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης. Εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα (1997) 2002,σ. 230.
[8] Sylvie Mesure/Alain Renaut, Alter Ego Τα παράδοξα της Δημοκρατικής ταυτότητας, μτφ. Φροσύνη Στεφοπούλου, εκδ. Πόλις 2005, σ. 86.
[9] Georg Simmel, Περιπλάνηση στη Νεωτερικότητα, επιμ. Σπ. Γαγγας- Κ. Θ. Καλφόπουλος, μτφ Γιώργος Σαγκριώτης – Όλγα Σταθάτου, εκδ. Αλεξάνδρεια 2004, σ. 170-171.
[10] Sylvie Mesure / Alain Renaut ό.π, σ. 87,88.
[11] Sylvie Mesure / Alain Renaut, ό.π. σ. 88.
[12] Ζygmunt Bauman,Η  Μετανεωτερικότητα ο.π,σ. 46.
[13]Ζygmunt Bauman, Η Μετανεωτερικότητα, ό.π, σ. 48 .
[14] Zygmunt Bauman, Σπαταλημένες ζωές, Οι απόβλητοι της Νεωτερικότητας, μτφ. Μάρκος Καρασαρίνης, εκδ. Κατάρτι, 2005, σ. 66.
[15] Βαρθολομαίος Ντε Λας Κάζας, Σύντομη ανασκόπηση της καταστροφής των Ινδιών, μτφ. Πηνελόπη Μαξίμου, εκδ. Αίολος, 1982, σ. 70-71.
[16] Zygmunt Bauman, Σπαταλημένες ζωές, ό.π, σ. 67.
[17] Άλεξ Καλλίνικος, Ρατσισμός, Τι είναι και πως παλεύετε, εκδ. Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1993, σ. 26 κ.ε.
[18] Άλεξ Καλλίνικος, Ρατσισμός, ό.π, σ. 27.
[19] Άλεξ Καλλίνικος, Ρατσισμός, ό.π, σ. 29.
[20] Άλεξ Καλλίνικος, Ρατσισμός, ό.π, σ. 30.
[21] Hannah Arrendt The Origins of Totalitarianism, Harvest/ HBJ Book, San Diego, New York, London (1951) 1986, p. 7
[22] Ζ. Bauman, Modernity and the Holocaust, Cambridge University Press, 1991, p. 35.
[23] Hannah Arrendt The Origins ο.π, p. 87.
[24] Αναφ. στο Μάικλ Ιγκνάτιεφ, Τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πολιτική και ως ειδωλολατρία, μτφ Ελένη Αστερίου, εκδ. Καστανιώτη, (2001) 2004, σ. 100.
[25] Philip Roth, Το ανθρώπινο στίγμα, εκδ. Πόλις, επιμ. Η. Μαγκλίνης–Κ Μποτοπουλος, (2000) 2003.
[26] Για το γρήγορο πέρασμα από την καταναλωτική δημοκρατία των Δικαιωμάτων στην σύγχρονη κατάσταση έκτακτης ανάγκης και στο Ποινικό δίκαιο του εχθρού, βλ Παντελή Θεοδωρίδη.
[27] Παναγιώτης Κονδύλης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή κι από τον φιλελευθερισμό στη μαζική Δημοκρατία, Θεμέλιο, 1991, σ. 333, 334.
[28]   Για την προβληματική αυτή του περάσματος από την καταναλωτική   ιδεολογία των ‘’ανθρωπίνων δικαιωμάτων  στην σημερινή κατάσταση έκτακτης ανάγκης και στο  Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού , βλ Παντελή Θεοδωρίδη    Δίκαιο και Ιδεολογία. Ανθρώπινα Δικαιώματα, Κατάσταση Εξαίρεσης και Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού (2014).
[29] Francis Fukuyama, Our Posthuman Future, Profile Books, London 2002, pp. 149-150. Αναφορά στο Slavoj Zizek, η μαριονέτα και ο νάνος, ο διαστροφικός πυρήνας του Χριστιανισμού, μτφ. Κωνσταντίνος Περέζους, εκδ. Scripta, Αθήνα 2005, ό.π, σ. 224.
[30] Zizek, η μαριονέτα και ο νάνος, ό.π, σ. 218-219.
[31] S zizek, H Μαριονέτα…, ό.π, σ. 145.
[32] Α Βadiou, Ηθική, Δοκίμιο για τη συνείδηση του Κακού, μτφ. Β. Σκολίδης-Κ. Μπόμπας , Scripta, Αθήνα1998, σ. 33.
[33] Bernhard Waldenfels, Ξενότητα, φιλοξενία και, εχθρότητα, μτφ  Ανθή Βηδενμάιερ, περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τευχ 14 , σ.114
[34] The Others, Alejandro Amenabar, 2oo1. Αναφορά στο Zizek, η μαριονέτα, ό.π, σ. 149-150.
[35] Beck U., Η επινόηση του πολιτικού, μτφ Κ. Καβουλάκος, Αθήνα, Νέα Συνορα1996, σ. 142.
[36] βλ και Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας, έθνος, νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη, 2004, σ. 134.

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου