Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Ριζοσπαστική Αριστερά και Βενεζουέλα Του Νικόλα Σεβαστάκη* /απο την ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

      Pin It
Του Νικόλα Σεβαστάκη*

Υπάρχουν στιγμές της πολιτικής, όχι αναγκαστικά από τις κεντρικές ή τις περισσότερο εντυπωσιακές, που αναδεικνύουν βαθύτερα προβλήματα στην πολιτική μας κουλτούρα. Τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά της πολιτικής σκακιέρας. Αναλογίζομαι, για παράδειγμα, τη στάση που φάνηκε να υιοθετεί ο ΣΥΡΙΖΑ έναντι όσων συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στη μακρινή Βενεζουέλα. Είναι γνωστό ότι στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει από χρόνια μια συναισθηματική και πολιτική έλξη έως ταύτιση με την «Μπολιβαριανή Επανάσταση» και το πείραμα Τσάβες. Λειτουργεί επίσης μια ολόκληρη νεο-τριτοκοσμική μυθολογία που αποτελεί συνέχεια του παλιού αντιιμπεριαλισμού των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Από αυτές τις συναισθηματικές και πολιτικές ταυτίσεις προκύπτει, νομίζω, και η ανάγνωση των τωρινών συγκρούσεων στις πόλεις της Βενεζουέλας με όρους «αντεπανάστασης», «αντίδρασης των αστικών στρωμάτων» ή εξέγερσης των «κολεγιόπαιδων». Και αυτή η ερμηνεία, όπως πάντα, στηρίζεται σε κάποια πραγματικά δεδομένα: όντως, ο κόσμος που στηρίζει την κυβέρνηση Μαδούρο περιλαμβάνει ένα σημαντικό τμήμα των φτωχών, των πληβειακών και λαϊκών στρωμάτων. Αντίστοιχα, η αντιπολίτευση, στις κύριες εκδοχές της, διαθέτει μεγαλύτερα ερείσματα στις πιο εύπορες μερίδες του πληθυσμού της χώρας και ιδίως στη μορφωμένη νεολαία της μεσαίας τάξης. Είναι αλήθεια, λοιπόν, ώς ένα βαθμό, ότι τα σχίσματα στη χώρα αυτή δεν μπορεί να ιδωθούν ως αφηρημένη αντιπαράθεση δημοκρατίας και αυταρχισμού, φιλελεύθερων και απολυταρχικών αξιών και προτύπων.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάτι ανησυχητικά ενοχλητικό στη στάση της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς για τη σημερινή κρίση στη Βενεζουέλα. Το πρώτο που μου έρχεται στον νου είναι μια κραυγαλέα αντίφαση: από τη μια να ομνύει κανείς στην περίφημη ρήση του Πουλαντζά («ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρχει») και συγχρόνως να αναλύει τις καταστάσεις με θεωρίες περί όξυνσης της ταξικής πάλης και ιμπεριαλιστικής συνωμοσίας. Από τη μία να περισσεύουν οι δηλώσεις και εκδηλώσεις για τη δημοκρατία και τις απειλές στη δημοκρατία και συγχρόνως να μη λέγεται μια κουβέντα για τους περιφερόμενους ένοπλους μασκοφόρους που περιπολούν στους δρόμους των πόλεων της Βενεζουέλας ως «λαϊκή εξουσία» εκφοβίζοντας -και ενίοτε δολοφονώντας- αντικυβερνητικούς διαδηλωτές.

Τα προβλήματα, βέβαια, που βγάζουν στους δρόμους ένα σημαντικό κομμάτι του λαού στη Βενεζουέλα δεν μπορούν να κρυφτούν. Ακόμα και μια επιδερμική ανάγνωση του «Guardian» ή των ανακοινώσεων της Διεθνούς Αμνηστίας και των Ρεπόρτερ χωρίς Σύνορα αποκαλύπτει την εκρηκτική άνοδο της εγκληματικότητας και της ανομίας, την έλλειψη βασικών αγαθών αλλά και σοβαρά προβλήματα άσκησης ελευθεριών για εκείνους τους πολίτες της Βενεζουέλας που δεν έχουν την ίδια γνώμη με τους μηχανισμούς του κυβερνώντος κόμματος. Και βέβαια, πάνω από όλα, έχουμε την οργάνωση της βίας εναντίον ενός τμήματος του λαού το οποίο η κυβέρνηση Μαδούρο το στιγματίζει ως «φασίστες» και «αντιδραστικούς» που αποσκοπούν να πλήξουν την ειρήνη.

Ολα αυτά άραγε δεν σημαίνουν κάτι; Δεν απαιτούν, τουλάχιστον, την τήρηση κάποιων αποστάσεων και όχι βέβαια τη συμμετοχή σε πανηγυρικές εκδηλώσεις στη μνήμη του Τσάβες με τη συμμετοχή του πρέσβη της «Μπολιβαριανής Δημοκρατίας», όπως συνέβη προ ημερών στο Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης;

Κάνω την εξής σκέψη, που νομίζω ότι δεν αφορά πλέον το συγκεκριμένο ζήτημα αλλά την πολιτική κουλτούρα στην καθ’ ημάς ριζοσπαστική Αριστερά: εδώ λοιπόν, η συζήτηση για τη δημοκρατία -την πραγματική, τη ριζοσπαστική και αυθεντική, εννοείται- συγκαλύπτει συχνά την απροθυμία του χώρου να συμφιλιωθεί με τη φιλελεύθερη δημοκρατία και ορισμένους από τους πολιτικούς κανόνες της. Σε αυτούς τους κανόνες περίοπτη θέση πρέπει να έχει ο σεβασμός στα δεδομένα του πλουραλισμού και η απόρριψη κάθε ιδέας αποκλειστικότητας στην αντίληψη για την εκπροσώπηση του λαού. Το κράτος δικαίου, επίσης, προηγείται κάθε επιμέρους «ηγεμονικής στρατηγικής» διασφαλίζοντας έναν χώρο βασικών ελευθεριών για όλους.

Ακόμα δηλαδή και αν υποθέσουμε ότι οι διαδηλωτές-αντίπαλοι της «μπολιβαριανής εξουσίας» εκφράζουν συμφέροντα ή επιδιώξεις των εύπορων τάξεων, αυτό δεν δικαιολογεί την προσπάθεια έξωσής τους από το πολιτικό παιχνίδι και τη δημοσιότητα. Είναι και αυτοί κοινωνικά υποκείμενα όπως και ο κόσμος που διαδηλώνει αυτές τις μέρες υπέρ της κυβέρνησης.

Η αντίληψη ότι οι ταξικές βουλήσεις ή, αορίστως, τα «λαϊκά συμφέροντα» δικαιολογούν την έκπτωση σε αστικές και πολιτικές ελευθερίες είναι μια από τις χειρότερες κληρονομιές του παρελθόντος.

Γι’ αυτό και η προ ημερών ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ που μιλά για τους «δημοκρατικούς και σοσιαλιστικούς δρόμους της Βενεζουέλας» λειτουργεί, στη συγκεκριμένη συγκυρία, ως άκριτη νομιμοποίηση ενός καθεστώτος που μοιάζει να καταφεύγει περισσότερο στον νόμο της επιβολής παρά να απαντά στις αγωνίες των πολιτών του.

……………………………………………………………………………………………….

* Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.


Φίλιππος Δραγούμης Η ηθική πίσω από την κρίση: Σκέψεις για την ηθική φιλοσοφία εν μέσω οικονομικής κρίσης. Αθήνα Η κρίση ως ηθικό πρόβλημα entefktirio.gr

Φίλιππος Δραγούμης
Η ηθική πίσω από την κρίση: Σκέψεις για την ηθική φιλοσοφία εν μέσω οικονομικής κρίσης.
Αθήνα
Άγρα 2013, 323 σελ.

ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ: Η ΜΟΝΑΞΙΑ



Σχόλια για την Ερωτική επιθυμία (ή την επινόηση της. )
Η Μοναξιά


Εκείνο που είναι απόλυτα βέβαιο είναι ότι όχι μόνο δεν θα ταυτιστούμε ποτέ με τον Άλλο, αλλά ούτε καν θα τον γνωρίσουμε με βεβαιότητα. Πάντοτε καραδοκεί« η ανεξιχνίαστη άβυσσος της ριζικής Ετερότητας, ενός τερατώδους Πράγματος που δεν μπορεί να «εξευγενιστεί»



Όπως λέει ο Λακάν (στο σεμινάριο ΙΙΙ.) «Είσαι η σύζυγος μου- τελικώς τι ξέρεις γι αυτό; Είσαι ο κύριος μου στην πραγματικότητα, είσαι τόσο σίγουρος γι αυτό;».Ο Slavoj Zizek, συμπληρώνει αυτές τις φράσεις γράφοντας «Αυτό που δημιουργεί την θεμελιωτική αξία τούτων των λέξεων είναι ότι (…)ο άλλος είναι εκεί ως απόλυτος Άλλος:Απόλυτος ,δηλαδή αναγνωρίζεται αλλά δεν γνωρίζεται».






Απόλυτη μοναξιά. Αυτό είναι το (μη )νόημα που βρίσκει ο Μπατάιγ ,στην ανθρώπινη κατάσταση Κάθε όν διαφέρει από όλα τα άλλα.


 Η γέννηση του, ο θάνατος του και τα γεγονότα της ζωής του, μπορεί να έχουν ενδιαφέρον για τα άλλα όντα, αλλά αυτό είναι το μόνο άμεσα ενδιαφερόμενο. Μόνο αυτό γεννιέται. Μόνο αυτό πεθαίνει.

 Μεταξύ ενός όντος και ενός άλλου υπάρχει μια διακοπή ,υπάρχει μια άβυσσος. «Αυτή η άβυσσος βρίσκεται για παράδειγμα ανάμεσα σε σας πού με ακούτε και σε μένα που σας μιλώ. Προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε, αλλά καμία επικοινωνία μεταξύ μας δεν θα μπορέσει να εξαλείψει μια πρωταρχική διαφορά. Αν πεθάνετε εσείς δεν είμαι εγώ που πεθαίνω. Είμαστε, εσείς κι εγώ όντα διακεκομμένα.»




.Η συνειδητοποίηση της μοναξιάς του εαυτού ,μέσα από την αυτοπαρατήρηση, συχνά γίνεται αφόρητη:Γιατί αυτό που παρατηρούμε μέσα μας δεν είναι κάτι οικείο αλλά ένας ξένος, γιατί «παραδόξως ο ξένος μας κατοικεί, είναι η κρυμμένη πλευρά της ταυτότητας μας, ο τόπος όπου ερημώνεται η κατοικία μας, ο χρόνος κατά τον οποίο ναυαγούν η συναίνεση και η συμπάθεια»


Η ''επινοηση του ερωτα''

 του Πέτρου Θεοδωρίδη
περιλαμβανεται στο 
Η  ΑΠΑΤΗΛΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ  ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ



βλ και σαυτό το ιστολογιο :

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

ο Αλντο Καροτενουτο για την ερωτικη συναντηση



Σε μια ερωτική συνάντηση ο καθένας κινείται προς την κατεύθυνση του άλλου, γιατί ο άλλος ενεργοποιεί ένα νέο και απαραίτητο ψυχολογικό παράγοντα που βιώνεται ως κάτι έξω από μας και ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του. Ο Έρως δημιουργεί τους δεσμούς ανάμεσα στις διάφορες ψυχολογικές διαστάσεις δίνοντας περιεχόμενο, ουσία και ιερότητα στην ερωτική εμπειρία. Αν ένα ανθρώπινο ον αποκτά σημασία ενεργοποιώντας το ερωτικό στοιχείο σε μένα, δεν
πρέπει
να ξεχνώ το γεγονός ότι η υποκειμενικότητα μου συνδέεται με μια καινούρια και ιερή διάσταση Κι εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι δυο σημαντικά στοιχεία που ο Γιουγκ ονομάζει φως και σκιά
Για να μπορέσω να δώσω ζωή σ΄αυτήν την ξεχωριστή ουσία που συνδέεται με την ιδιαιτερότητα και την μοναδικότητα δυο ανθρώπων πρέπει να γνωρίζω τις διε στραμμένες πλευρές μου. Τη στιγμή που φανερώνεται η Σκιά , ικανότητα να κάνω το κακό τότε έρχομαι αντιμέτωπος με εντελώς καινούρια διάσταση , δίνω ζωή στη συνάντηση. Είναι σαν να γίνεται μια κάθαρση μέσα μου και να δημιουργώ κάτι εντελώς καινούριο που έχει κάποιες ιερες και μυστηριώδεις ικανότητες . Εξαιτίας αυτής της ιερότητας, έχουμε το αίσθημα ότι είμαστε απολύτως μόνοι ότι δεν μπορούμε να μοιραστούμε την εμπειρία μας με κανένα .


Aldo
Carotenuto
,

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Ενα άκρως ενδιαφέρον άρθρο που αναδημοσιεύω από τον ΠΟΝΤΟ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ -Oι Έλληνες στο μαχνοβίτικο κίνημα ..Του Δημήτρη Κ….

-Oι Έλληνες στο μαχνοβίτικο κίνημα

Του Δημήτρη Κ….
Θα μπορούσαμε χωρίς περιστροφές να πούμε ότι η ελληνική βιβλιογραφία για το θέμα των Ελλήνων που συμμετείχαν στο μαχνοβίτικο κίνημα είναι από αποσπασματική έως ανύπαρκτη. Αυτό μπορεί να οφείλεται είτε σε λόγους που ανάγονται σε μια γενικότερη έλλειψη ενδιαφέροντος των ιστορικών για το ζήτημα είτε σε καθαρά πολιτικούς λόγους, καθώς Ελληνοπόντιος και αναρχικός είναι δύο ταυτότητες, για πολλούς, ασύμβατες. Κι ας έχει αναφέρει ο Αγτζίδης ότι, οι Έλληνες Πόντιοι είναι από τη φύση τους λαός αντεξουσιαστικός!
Όπως έχω επαναλάβει σε προηγούμενες δημοσιεύσεις μου για τους Έλληνες της πρώην ΕΣΣΔ, ιστορικά ζητήματα που αφορούν την πολύπαθη ελληνική διασπορά στη χώρα των Σοβιέτ, πατρονάρονται από επίσημους και ανεπίσημους ιδεολογικούς και πολιτικούς φορείς. Εκεί εντάσσεται για παράδειγμα η σταλινική εκδοχή για την ιστορία των Ελλήνων της ΕΣΣΔ από τον Γκίκα, αλλά και η άρνηση της ποντιακής γενοκτονίας από τους Τούρκους, από ένα κομμάτι της ευρύτερης αριστεράς.
Επαναλαμβάνω λοιπόν ότι, η μελέτη τέτοιων και παρεμφερών ζητημάτων οφείλει να είναι ακηδεμόνευτη, ώστε να είναι το περισσότερο δυνατό αντικειμενική. Μόνο έτσι θα  μπορούσε να μελετηθεί η συμμετοχή των Ελλήνων στο μαχνοβίτικο κίνημα.
Το μοναδικό ίσως άρθρο, από ελληνικής πλευράς, το οποίο αναφέρεται στους Έλληνες του Μαχνό, ανήκει στη «Σόνια», συντάκτη του αντεξουσιαστικού περιοδικού «Άνθη του Κακού» (τεύχος 2, χειμώνας 1988). Το συγκεκριμένο άρθρο είναι μια πολύ κλασσική περίπτωση προσπάθειας μιας αναρχικής να εντάξει ιστορικά τους Έλληνες Πόντιους στο συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο καταλαβαίνουν ότι η συγκεκριμένη προσπάθεια στέφεται από αποτυχία και κομίζει ελάχιστα στην ιστορική γνώση. Κατά τα άλλα, αναφορές αποσπασματικές έχουν γίνει, κυρίως από τον Αγτζίδη, ο οποίος, κατά τα άλλα, έχει μελετήσει εις βάθος το ζήτημα της ελληνικής εμπλοκής στον εμφύλιο του 1918-1921.
Από ρωσικής πλευράς έχουμε ένα ενδιαφέρον, αλλά αδημοσίευτο κείμενο για το ζήτημα των Ελλήνων μαχνοβιτών, από έναν νέο ιστορικό, αναρχικών, κατά πάσα πιθανότητα, πεποιθήσεων, τον Βλαντιμίρ Τσοπ. Μεταξύ άλλων, ο συγκεκριμένος ιστορικός έχει γράψει πλήθος άρθρων για το Μαχνό, στα οποία συγκαταλέγεται ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο για τους Εβραίους μαχνοβίτες, αλλά και για την μαχνοβίτικη αεροπορία (!!!). Το γεγονός είναι ότι, τα άρθρα το Τσοπ, και κυρίως αυτό το οποίο αναφέρεται στους Έλληνες είναι εμπλουτισμένο από πλήθος σοβιετικών αρχείων. Γι’ αυτό και κρίνω ότι η ανάγνωσή του είναι απαραίτητη για μελλοντικές αναλύσεις που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα.
Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Πριν αναφερθούμε στην ελληνική εμπλοκή, καλό είναι να αφιερώσουμε δύο- τρεις γραμμές για το κίνημα του Μαχνό. Το συγκεκριμένο πολιτικο- στρατιωτικό κίνημα αποκτά λόγο και ουσία στα μέσα του 1918, καθώς θα βρεθεί σε ευθεία σύγκρουση με το καθεστώς του γκετμαν στη Ν. Ουκρανία. Κίνημα αναρχικών κυρίως καταβολών, το μαχνοβίτικο θα προσπαθήσει να ασκήσει την επιρροή του γύρω από την περιοχή του Γκουλάι Πόλε, χωριό το οποίο αποτελεί και τη γενέτειρα του αδιαφιλονίκητου αρχηγού του, Νέστορ Μαχνό.
Έως και τις αρχές περίπου του 1920, οι μαχνοβίτες αντάρτες θα συμμαχήσουν με τους Μπολσεβίκους και θα πολεμήσουν εναντίον των Λευκών και των συμμάχων τους για να δουν το κίνημα τους να εξαπλώνεται σε όλη τη Ν. Ουκρανία με δεκάδες χιλιάδες μέλη, αλλά και δεκάδες χιλιάδες συμπαθούντες. Παρότι σύμμαχοι, ανάμεσα στους μπολσεβίκους και τους μαχνοβίτες, όλη αυτή την περίοδο (1918-1920) θα σημειωθούν εντάσεις, οι οποίες και θα οδηγήσουν στην τελική ρήξη, από την οποία οι μαχνοβίτες θα βγουν ηττημένοι, λόγω έλλειψης τακτικής, αλλά και του εις βάρος τους συσχετισμού δυνάμεων. Δολιοφθορές θα σημειωθούν όλη την περίοδο 1918-1920, και από τις δύο πλευρές: οι Μαχνοβίτες μισούσαν θανάσιμα τους πράκτορες της νεοσυσταθείσας τότε TsK (Τσεκά), και οι μπολσεβίκοι τους αναρχικούς οπλαρχηγούς, τους οποίους θεωρούσανε μέθυσους, απαίδευτους και αντισημίτες. Από τα μέσα περίπου του 1920, με σαφείς εντολές του Τρότσκι, οι μπολσεβίκοι θα επιτεθούν στο κίνημα του Μαχνό και θα καταφέρουν να το διαλύσουν. Έως και το 1922 δεν θα υφίσταται πλέον μαχνοβίτικο κίνημα.
Η ανάμειξη των Ελλήνων στο συγκεκριμένο κίνημα εντάσσεται στις ευρύτερες πολιτικές ζυμώσεις που έλαβαν χώρα στις ελληνικές περιοχές της Ν. Ουκρανίας και ιδιαίτερα της Μαριούπολης την περίοδο 1918-1921. Ήδη από το 1918 αντάρτικα αποσπάσματα μαχνοβιτών δρούσαν στα ελληνικά χωριά Μαγκούς, Γιάλτα, Μ. Γιανισόλ, Σ. Κερεμεντσίκ κ.α.
Αρνούμενα την υποχρεωτική στρατολόγηση στα στρατεύματα των Λευκών, εκδικούμενα για τη λεηλασία των αποθηκών τροφίμων από τα αυστρο-ουγγρικά στρατεύματα, τα ελληνικά χωριά όχι μόνο λειτουργούσαν σαν καταφύγιο των μαχνοβιτών ανταρτών, αλλά και στελέχωναν το αντάρτικο με έμψυχο δυναμικό. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία του 9ου Συντάγματος της 3ης Μεραρχίας του Ζαντνεπρόβσκ (Μεραχία «Μπάτκο Μαχνό»), το οποίο ήταν αμιγώς ελληνικό, αλλά και στη συμμετοχή Ελλήνων στα υπόλοιπα αντάρτικα τάγματα. Έπειτα έχουμε και τη δημιουργία ενός δεύτερου ελληνικού συντάγματος για το οποίο δυστυχώς δεν υπάρχουν σαφείς αναφορές, πέρα από τα γραφόμενα του Β. Μπιελάς (Οι Δρόμοι του Νέστορ Μαχνό). Εδώ οφείλουμε να πούμε ότι οι μαχνοβίτικες μεραρχίες δεν είχαν σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό. Σε διάφορες μεραρχίες υπήρχαν μάλιστα τάσεις φιλομπολσεβίκικες. Παρόλα αυτά, στην 3η Μεραρχία επικρατούσαν οι αναρχικές ιδέες.
Σύμφωνα με πολλές αναφορές, οι Έλληνες θεωρούνταν από τα πιο αξιόμαχα κομμάτια του αντάρτικου στρατού και αυτό μάλλον αληθεύει, από τη στιγμή που οι στρατιωτικές επιτυχίες των ελληνικών συνταγμάτων διαδέχονταν η μία την άλλη. Χαρακτηριστική είναι η ανακατάληψη του ελληνικού χωριού Μ. Γιανισόλ, που είχε καταληφθεί από τους Κοζάκους, οι οποίοι είχαν επιδοθεί σε σφαγές εναντίον του γηγενούς πληθυσμού. Σε αυτή τη μάχη σημειώθηκε πλήθος εκτελέσεων Κοζάκων στις αυλές των σπιτιών ως εκδίκηση.
Από το 1920 κι έπειτα, όπου και το κίνημα του Μαχνό αρχίζει να παρουσιάζει κάμψη εξαιτίας της πίεσης που ασκήθηκε από τους μπολσεβίκους, ξεκινά μια νέα περίοδος στη σχέση των ελληνικών χωριών με τα μαχνοβίτικα στρατεύματα. Οι Έλληνες αντιλαμβάνονται ότι οι μπολσεβίκοι θα επικρατήσουν ολοκληρωτικά κι αρχίζουν και παίρνουν αποστάσεις από τους μαχνοβίτες. Σύντομα θα σταματήσουν να εφοδιάζουν και τα αντάρτικα σώματα με έμψυχο δυναμικό, κάτι που θα προκαλέσει μάλιστα τον εκνευρισμό και την απογοήτευση του ίδιου του Ν. Μαχνό. Ο φόβος τους μάλιστα για αντεκδικήσεις από την πλευρά των μπολσεβίκων θα καταλήξει και στο οριστικό πάγωμα των σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών.  Όλα αυτά θα μπορούσαν να συνηγορήσουν στο συμπέρασμα ότι η συμμετοχή των Ελλήνων στο μαχνοβίτικο κίνημα δεν είχε πολιτικο-ιδεολογικό χαρακτήρα, αλλά περισσότερο ωφελιμιστικό, καθώς τα ελληνικά χωριά αντιμετώπισαν τους αντάρτες ως απελευθερωτές κι όχι ως πολιτικούς πατρόνες και καθοδηγητές. Είναι όμως έτσι;
Οι αναφορές που συναντάμε σε αρχεία για Έλληνες αναρχικούς που κατέλαβαν καίριες θέσεις στα μαχνοβίτικα στρατεύματα, αλλά και αναφορές για την πολιτική κατάσταση του ελληνικού συντάγματος, μας δείχνουν το αντίθετο.

Δύσκολα ερωτήματα σαφώς, τα οποία σίγουρα όμως θα απαντηθούν στο μέλλον. Αυτό που μπορούμε να θεωρήσουμε αυτή τη στιγμή ως δεδομένο είναι ότι οι Έλληνες αποτέλεσαν ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια του μαχνοβίτικου κινήματος και πολέμησαν για την απελευθέρωση των περιοχών τους από τους Λευκούς. Ας ελπίσουμε ότι, αυτό το αδιαμφισβήτητο γεγονός δεν θα μπει κι αυτό με τη σειρά του στη δίνη του ιστορικού υποκειμενισμού και του σχετικισμού, που τόσο επιμελώς φροντίζει να καταλάβει ένα κομμάτι του ιστορικού χώρου πάνω στη γνώση
Πατήστε ΚΛΙΚ για να δείτε τον χάρτη σε μεγέθυνση που περιλαμβάνει κυρίως την περιοχή των  ελληνικών χωριών της Μαριούπολης.
—————————————————————————————————————————————– 

Ο Ύμνος των μαχνοβιτών



Τα πάθη ως εάν να καθοδηγούνταν από τον Λόγο: η Αγάπη, Μιχάλης Μπαρτσίδης


Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Οι σιωπηλοί και οι λαλίστατοι διανοούμενοι του καιρού μας.........Του Κώστα Δουζίνα/αναδημοσιευση απο την ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ...και η κριτική σε αυτο το άρθρο απο μια αναγνώστρια της Σπηλιάς

 

 

Οι σιωπηλοί και οι λαλίστατοι διανοούμενοι του καιρού μας

«Ο διανοούμενος ως ειδικός πρέπει να μοιάζει ουδέτερος προμηθευτής αντικειμενικής γνώσης... Σε στιγμές κρίσης η μάσκα της ουδετερότητας πέφτει και η ηθική και πολιτική ευθύνη βγαίνει στην επιφάνεια».
     
«Ο διανοούμενος ως ειδικός πρέπει να μοιάζει ουδέτερος προμηθευτής αντικειμενικής γνώσης… Σε στιγμές κρίσης η μάσκα της ουδετερότητας πέφτει και η ηθική και πολιτική ευθύνη βγαίνει στην επιφάνεια»

Του Κώστα Δουζίνα*



 


Δεν περνάει μέρα χωρίς κάποιος σχολιαστής να κατηγορεί τους διανοούμενους για σιωπή. H κατηγορία είναι λαθεμένη. Αυτοί που τα καθεστωτικά ΜΜΕ ονομάζουν «διανοούμενους» είναι λαλίστατοι. Και ανακυκλούμενοι ως 32, 58, 1.000 και διάφοροι άλλοι ενδιάμεσοι συνδυασμοί. Η σιωπή των υπόλοιπων στη μέση της κοινωνικής και ανθρωπιστικής καταστροφής είναι εκκωφαντική. Θυμίζει τη σιωπή των αμνών.

Το πρόβλημα δεν είναι λοιπόν η σιωπή αλλά οι διανοούμενοι. Ποιοι είναι οι διανοούμενοι σήμερα, ποιος ο ρόλος και η ευθύνη τους; Ποια είναι η σημασία της φιλοσοφίας ή της θεωρίας, των όπλων της διανόησης;

Τον 19ο αιώνα

Θα αρχίσουμε με μια σύντομη ιστορία σήμερα και θα γυρίσουμε στην Ελλάδα στο επόμενο. Η λέξη «διανοούμενος» χρησιμοποιήθηκε τον 19ο αιώνα στη Γαλλία, στο πλαίσιο της υπόθεσης Ντρέιφους. Ο Αλφρέντ Ντρέιφους, ένας Γαλλοεβραίος αξιωματικός του στρατού, είχε κατηγορηθεί για κατασκοπία υπέρ των Γερμανών από αντισημιτικούς εθνικιστικούς κύκλους. Οι πολέμιοι του Ντρέιφους δημιούργησαν τον όρο «CLASSE intellectuel» για να στιγματίσουν τους υποστηρικτές του ως παρακμιακούς, αντιεθνικιστές και Εβραίους. Ο Εμίλ Ζολά (που έγραψε το περίφημο «Κατηγορώ») και ο Ζιλιέν Μπεντά (μετέπειτα συγγραφέας τού «Trahison des Clercs» – «Η Προδοσία των Γραφιάδων»), υπερασπιστές του Ντρέιφους, με μια επιδέξια αντιστροφή υιοθέτησαν τον όρο «διανοούμενος» για τη δική τους υπόθεση, δημιουργώντας έτσι μια νέα μαχητική ταυτότητα. Στα αγγλικά ο όρος εμφανίστηκε πρώτη φορά το 1914, σε εισαγωγικά, έχοντας εισαχθεί από τον κύκλο του Ρομέν Ρολάν, τους ειρηνιστές και τους Γάλλους αντίπαλους του πολέμου. Η αντιπολεμική στάση του Μπέρτραντ Ράσελ χαρακτηρίστηκε «intellectual» και προσδιόρισε το νόημα της λέξης. Μετά τον πόλεμο και τη Ρωσική Επανάσταση, ο όρος γενικεύθηκε και αντικατέστησε το παλιότερο «άνθρωπος των γραμμάτων» (man of letters).

Η Αγγλία προσπάθησε όμως να κρατήσει μακριά από τις ακτές της τις ιδέες και τις μόδες του Παρισιού, με τον ίδιο τρόπο που έβαζε σε καραντίνα τα ζώα για να εμποδίσει την εισαγωγή της λύσσας στο νησί. «Η λέξη “διανοούμενος” δεν έρχεται εύκολα στα χείλη», γράφει ο Στιβ Κόνορ, καθηγητής Πολιτισμικής Θεωρίας στο Κέιμπριτζ. Η «ιδέα του δημόσιου διανοούμενου είναι θλιβερή, κακή, ανόητη». Οταν ιδρύσαμε το 2004 το Ινστιτούτο για Ανθρωπιστικές Μελέτες στο Κολέγιο Μπέρκμπεκ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, δηλώνοντας ότι στόχος του είναι να αναβαθμίσει τον ρόλο του δημόσιου διανοούμενου, άρθρο της εφημερίδας Observer έγραψε: «Μα τι έχουν κάνει ποτέ για τον κόσμο οι διανοούμενοι;». Αντιστρέφοντας το αρχικό νόημα του όρου, το άρθρο κατηγορούσε τους ομιλητές σειράς διαλέξεων αφιερωμένων στον Ντεριντά (Μπαντιού, Μπαλιμπάρ, Κορνέλ, Δουζίνας, Χίλις-Μίλερ, Νανσί, Ρανσιέρ, Σπίβακ, Ζίζεκ) για μια σύγχρονη «προδοσία των γραφιάδων». Είναι μια κακόφωνη κατηγορία που συνηθίσαμε στην Ελλάδα.

Στο ίδιο κλίμα ο Ρίτσαρντ Πόσνερ, ένας Αμερικανός νεοφιλελεύθερος νομικός, υποστηρίζει στο βιβλίο του «“Δημόσιοι διανοούμενοι”: Σπουδή στην παρακμή» ότι οι σύγχρονοι διανοούμενοι εξειδικεύονται όλο και περισσότερο σε συγκεκριμένα πεδία, ενώ την ίδια στιγμή τα αδηφάγα ΜΜΕ έχουν ακόρεστη επιθυμία για «ομιλούσες κεφαλές». Καλούνται λοιπόν οι διανοούμενοι να σχολιάζουν πράγματα κάθε λογής, για τα οποία γνωρίζουν ελάχιστα. Οταν μιλούν για ζητήματα έξω από την ειδικότητά τους, γίνονται «ψευδοπροφήτες». Εδώ ο Πόσνερ συναντά τους διάφορους σχολιαστές και κήνσορες της Ελλάδας, αυτούς που κατηγορούν οποιονδήποτε βρεθεί απέναντι στη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία για «εξτρεμισμό».

Οι τεχνοκράτες

Τι κρύβεται πίσω από τη μεταμόρφωση των διανοούμενων σε «ψευδοπροφήτες» ή καθ’ ημάς σε ύποπτους τρομοκρατίας; Ο θάνατος του δημόσιου διανοούμενου συμπίπτει με την ανέλιξη του τεχνοκράτη. Οι πιο γνωστοί διανοούμενοι, ο Ράσελ, ο Σαρτρ, η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο Σαΐντ ή ο Ντεριντά, αγωνίζονταν για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ισότητα, αντιστάθηκαν στον ρατσισμό και την αποικιοκρατία, εναντιώθηκαν στον πόλεμο. Το ίδιο ισχύει και για τους Ελληνες διανοούμενους, ανθρώπους όπως ο Βάρναλης, ο Σεφέρης, ο Μάνεσης, ο Καστοριάδης, ο Πουλαντζάς, ο Θεοδωράκης ή ο Σβορώνος. Οι διανοούμενοι ήταν συνήθως φιλόσοφοι, λογοτέχνες ή καλλιτέχνες με μεγάλη δημόσια αναγνώριση. Εκπροσωπούσαν τον «ριζικό διαφωτισμό», μιλώντας εν μέρει ως ειδικοί αλλά κυρίως ως αντιπρόσωποι της δικαιοσύνης και της αλήθειας. Η γνώση και η αλήθεια, υποστηρίζουν, δεν είναι «αντικειμενικές» αλλά πεδία μάχης στα οποία μπαίνουμε οπλισμένοι με ηθικές αρχές, ιστορική συνείδηση και πολιτικές αξίες. Ο δημόσιος διανοούμενος δεν πουλάει την ειδίκευσή του και δεν δίνει ουδέτερες συμβουλές. Οι ηθικές και πολιτικές του αρχές τον βοηθούν να κρίνει, να καταδικάζει και να αντιστέκεται στις υποδείξεις της εξουσίας και τις κοινοτοπίες της «κοινής γνώμης». Η αλήθεια και η οικουμενικότητα δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, είναι στρατηγικές για τη ριζική της αλλαγή.

Η ηθική και η πολιτική ευθύνη των μεγάλων διανοούμενων βασίζονται στην παρρησία τους. Πρόγονός τους είναι ο Σωκράτης με την ανδρεία του και την επίμονη κριτική στη δόξα, την ορθοδοξία. «Το θάρρος δεν απαιτεί τη γνώση κάποιων πραγμάτων», λέει ο στρατηγός Νικίας στον διάλογο «Λάχης ή περί ανδρείας», «αλλά είναι ένα είδος γνώσης αυτού που πρέπει να φοβάσαι ή να τολμάς, στον πόλεμο ή οπουδήποτε αλλού»1. Αυτό το θάρρος επεδείκνυε ο Σωκράτης σ’ όλη του τη ζωή.

Ηθική γνώση

Η ανδρεία δεν χρειάζεται εμπειρική γνώση, αλλά την ηθική γνώση του εαυτού, του αγαθού και του ωραίου. Η παρρησία την αποκαλύπτει και την καλλιεργεί. Ακόμα και σήμερα, η γνώση που εγκρίνεται από την εξουσία ονομάζεται θεολογία ή νομική, όχι φιλοσοφία, δογματική, όχι αλήθεια. Ο παρρησιαστής δεν γεννιέται ούτε γίνεται μέσω της διανοητικής του ικανότητας, αλλά μέσα από την αρμονία λόγου και βίου. Η ανδρεία και η παρρησία ήταν αρχικά τα συστατικά στοιχεία του φιλοσόφου, σήμερα του δημόσιου διανοούμενου.

Ο Νόαμ Τσόμσκι είναι ο πιο γνωστός σύγχρονος παρρησιαστής. Το 1967, στο γνωστότερο ίσως δοκίμιό του, «Η ευθύνη των διανοούμενων», ο Τσόμσκι έγραφε: «ΕΙΝΑΙ ΕΥΘΥΝΗ των διανοούμενων να λένε την αλήθεια και να αποκαλύπτουν το ψέμα. Αυτό μπορεί τουλάχιστον να φαίνεται αρκετά κοινότοπο ώστε να προσπεραστεί χωρίς σχόλια. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Για τον σύγχρονο διανοούμενο, αυτό δεν είναι καθόλου προφανές». Ο Τσόμσκι έγραφε την εποχή που κορυφώνονταν τα κινήματα κατά των φυλετικών διακρίσεων και ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Η εξουσία λέει ψέματα, τονίζει. Ο ρόλος του διανοούμενου επομένως είναι να τα αποκαλύψει και να τα απομυθοποιήσει. Η δουλειά των διανοούμενων είναι «να λένε την αλήθεια στην εξουσία».

Ομως, ο ηρωικός αυτός διανοούμενος διασπάστηκε σε δεκάδες κλάδους και ειδικότητες και πιθανότατα πέθανε τη δεκαετία του 1990. Οι άνθρωποι που αποκαλούνται σήμερα διανοούμενοι είναι σχεδόν αποκλειστικά πανεπιστημιακοί. Αλλά το πανεπιστήμιο δεν οδηγεί πια στη σκέψη και την κριτική. Τα μεγάλα γνωσιακά πεδία της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της φιλολογίας, του δικαίου έχουν διαχυθεί σε χιλιάδες κλάδους και υπο-κλάδους. Η πανεπιστημιακή ζωή έγινε μοναχική, διανοητικά απομονωμένη, υπό αυστηρό έλεγχο και αξιολόγηση για να συμμορφώνεται με χρηματοδοτικές προτεραιότητες και ιδεολογικές απαιτήσεις. Η ιδέα του «αναγεννησιακού» ανθρώπου, με εγκυκλοπαιδική γνώση, πολιτικό όραμα, ηθική ακεραιότητα και αισθητική οξυδέρκεια σταδιακά χάνεται.

Η εξειδίκευση και ο επαγγελματισμός συνέπεσαν με την ανάδυση της «μεταπολιτικής συνθήκης», την ολομέτωπη επίθεση ενάντια στη δημοκρατία ως πολιτειακό σύστημα και τρόπο ζωής. Η περίφημη «Τριμερής Επιτροπή» δημοσιοποίησε πρώτη το μίσος κατά της δημοκρατίας στη δεκαετία του ’60. Σύμφωνα με τον ηγέτη της Σάμιουελ Χάντινγκτον, οι «διανοούμενοι των αξιών» αποτελούν το μεγάλο πρόβλημα της δημοκρατίας. Αμφισβητούν την ηγεσία και την εξουσία, καλλιεργούν μια «αγωνιστική κουλτούρα», πιέζουν για συνεχή επέκταση και βάθεμα της δημοκρατίας και αντιτίθενται στον πραγματισμό των εξπέρ και των «κοινωνικών πολιτικών». Ετσι οι διανοούμενοι χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες. Από τη μια, οι λίγοι διανοούμενοι παλιάς κοπής στρατευμένοι στην ηθική κρίση και πολιτική δράση. Από την άλλη, όσοι έχουν συγκεκριμένη ειδίκευση και προσφέρουν τεχνικές συμβουλές στην εξουσία. Οι πρώτοι είναι οι «ψευδοπροφήτες», οι «διανοούμενοι των αξιών», που δεν είναι επαρκώς εξειδικευμένοι και διακατέχονται από ριζοσπαστικές αυταπάτες. Οι επιθέσεις στην ακεραιότητα και τα κίνητρά τους, η χλεύη και οι προσβολές είναι ανελέητες και φτάνουν στα όρια του παροξυσμού όταν απειλείται η κυρίαρχη ιδεολογία. Πριν από τις εκλογές του Ιουνίου 2012, όλοι οι μεγάλοι διανοούμενοι του κόσμου υπέγραψαν δήλωση υποστήριξης της ελληνικής Αριστεράς. Ποια είναι η απάντηση των καθεστωτικών; Ο Ζίζεκ είναι «σταλινικός», ο Νέγκρι «τρομοκράτης». Η γελοιότητα των επιθέσεων αποκαλύπτει τον φόβο της εξουσίας για τη δύναμη της σκέψης. Εκατομμύρια νέων σ’ όλο τον κόσμο διαβάζουν και χρησιμοποιούν το έργο τους. Αυτό πράγματι τρομοκρατεί την εξουσία.

Οι διανοούμενοι λοιπόν πρέπει να προσφέρουν συμβουλές στην κυβέρνηση μόνο και περιστασιακά να σχολιάζουν στα ΜΜΕ. Εξασκούν αυτό που ο Λακάν ονόμασε «λόγο του πανεπιστημίου»: είναι φερέφωνα της πραγματικότητας, φύλακες της «αντικειμενικής» αλήθειας. Αν αυτή εκφέρεται από τους ειδικούς δεν μπορεί να υπάρχει αντίλογος. Τα πολύπλοκα κοινωνικά προβλήματα μπορούν να λυθούν, αρκεί να ακολουθηθεί η «αντικειμενική» επιστημονική γνώμη. Αν οι ειδικοί ξέρουν τη «σωστή» απάντηση δεν υπάρχει λόγος να γίνεται δημόσιος διάλογος ή να υπάρχουν δημοκρατικές διαδικασίες. Ετσι ακριβώς υποστηρίζουν οι κατεστημένοι οικονομολόγοι τις κοινότοπες και λαθεμένες απόψεις τους. «Ποιον θα πιστέψεις, τα μάτια σου ή εμένα;», επαναλαμβάνουν ο Στουρνάρας, ο Ολι Ρεν και το ΔΝΤ, μιμούμενοι τον Γκράουτσο Μαρξ.

Εποχή του λογιστή

Ζούμε στην εποχή του λογιστή, όχι του παρρησιαστή. Ετσι, η ευθύνη του διανοούμενου/πανεπιστημιακού έχει αντιστραφεί. Αντί να αγωνίζεται για τη δικαιοσύνη και να λέει την αλήθεια στην εξουσία, έχει γίνει «εργαλείο» της κυβέρνησης. Οπως έλεγε ο Τσόμσκι, οι διανοούμενοι έχουν «επισήμως την ευθύνη να υπηρετούν την κατεστημένη δομή εξουσίας». Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για εκείνους «που έχουν ήδη αποκτήσει εξουσία και πλούτο, ή που διαισθάνονται ότι μπορούν να τα αποκτήσουν αρκεί να “αποδεχτούν την κοινωνία” όπως είναι και να προάγουν τις αξίες που “τιμά” αυτή η κοινωνία».

Ο διανοούμενος λοιπόν με λίγες εξαιρέσεις δεν ανταποκρίνεται πια στην ηρωική μορφή ενός Ράσελ, ενός Σαρτρ ή Τσόμσκι. Ως ειδικός, είτε πληρώνεται από το κράτος είτε όχι, πρέπει να απέχει από ηθικές αρχές και πολιτικές δεσμεύσεις και να παρουσιάζεται ως ουδέτερος προμηθευτής αντικειμενικής γνώσης. Η σιωπή τους είναι απόλυτα δικαιολογημένη. Ταυτόχρονα, η ονομασία «διανοούμενος» εξακολουθεί να έχει συμβολικό κεφάλαιο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί, πίσω από το λούστρο της ειδικευμένης γνώσης, για να μεταφέρει άμεσα ή έμμεσα αξιώσεις κανονιστικότητας. Σε στιγμές κρίσης όμως η μάσκα της ουδετερότητας πέφτει και η ηθική και πολιτική ευθύνη βγαίνει στην επιφάνεια. Αλλά σ’ αυτό θα επανέλθουμε σε επόμενο.

…………………………………………

1. Λάχης, 195a

και η κριτική  σε αυτο το άρθρο απο μια αναγνωστρια της Σπηλιάς


Αγαπητέ αποσπερίτη,

Κάποιες σκέψεις για το άρθρο του Δουζίνα, το οποιο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον λόγω της διάτρητης κανονιστικοτητας, του ασυναίσθητου σεξιστικού λόγου, της παρωχημένης νοσταλγικοτητας και, σε τελευταία ανάλυση, της κενότητας περιεχομενου του.

Τον σεξιστικό λόγο - "η ανδρεία του Σωκράτη", "η ανδρεία ως ένα από τα συστατικά του φιλοσοφου/διανοουμενου" - τον σημειώνω απλά και βάζω το εξής ερώτημα στον κύριο καθηγητή (χωρίς ανδρεία βεβαια γιατί είμαι γυναικα, αλλα με παρρησία) : κατά ποσον στον ακαδημαϊκό κύκλο του Λονδίνου θα τολμούσε να χρησιμοποιήσει ανάλογη γλώσσα. Από φεμινιστική σκοπια, καμια έκπληξη: η πατριαρχική ανδρεία είναι εξουσιαστική και καιροσκοπική.

Ας έρθουμε όμως στο προκείμενο.

Υπάρχει μια πληθώρα, ένας πραγματικός συνωστισμός διανοουμενων στο άρθρο του Δουζίνα: υπάρχουν διανοούμενοι και "διανοούμενοι", σιωπηλοί και λαλίστατοι, δημόσιοι, ψευδοπροφήτες, παλαιάς κοπής, μισθοφόροι της εξουσίας, ηρωικοί, ανδρείοι ή κυβερνητικά ανδρείκελα κλπ.

Μέσα σ' όλο αυτό τον συνωστισμό υπάρχει μια μικρή σύγχυση σχετικά με το ποιοι διανοούμενοι έχουν πεθάνει, ποιοι σιωπούν και ποιοι μιλάνε. Απο τη μια μερια, ο Δουζίνας μας ανακοινωνει οτι ο Ντρευφουσιανος διανοουμενος, ο παλαι ποτε ηρωικος δημοσιος διανοουμενος α λα Ράσελ, Σαρτρ κλπ εχει πεθανει και αντικατασταθει απο στρατιες πανεπιστημιακων, ειδικων, talking heads στα παραθυρακια της τηλεορασης, φερεφωνων της πραγματικοτητας, απολογητων και υπαλληλων της εξουσιας. Απο την αλλη, μας πληροφορει οτι οσοι διανοουμενοι στηριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ πριν τις εκλογες του Ιουνιου 2012 ειναι ακριβως οι Ντρευφουσιανοι ατρομητοι κριτικοι της εξουσιας που απο τα ολυμπια υψη της πνευματικης ακεραιοτητας και αξιων τους τολμανε με ανδρεια και παρρησια να πουν την αληθεια στην εξουσια, γι' αυτο αλλωστε και υποκεινται ανελεητες...προσβολες και χλευη.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
22 Φεβρουαρίου 2014 - 8:01 μ.μ.
Διαγραφή
ΣΥΝΕΧΕΙΑ
[Παρενθετικά να πω ότι μπορεί ο Chomsky να είπε κάτι παρεμφερές αλλα η φράση "speak truth to power" ανήκει στον Edward Said.
Επίσης παρενθετικά να θέσω το εξής απλό κι εύλογο ερώτημα: γιατί να πούμε την αλήθεια στην εξουσία? η εξουσία δεν γνωρίζει την αλήθεια? κι αν η αλήθεια είναι χρήσιμη κι η εξουσία δεν την γνωρίζει, δεν είναι καλύτερα να μην την γνωστοποιήσουμε στην εξουσία?
Όπως λένε, πίσω από κάθε μεγάλο διανοούμενο κρύβεται μια Habermas-ιανή ονείρωξη...]

Επανερχομενη στους διανοουμενους, να σημειωσω περιληπτικα οτι στην κοινωνιολογια των διανοουμενων - το ευρυ και πορωδες πεδιο μελετης των διανοουμενων - διακρινονται δυο προσεγγισεις: η κανονιστικη (πως πρέπει/θα επρεπε να ειναι οι διανοουμενοι) και η εμπειρικη (πως ειναι οι διανοουμενοι). Αυτες με την σειρα τους διακρινονται σε αφηγησεις του διανοουμενου ως class-bound, class-less και class-in-themselves. Η αφήγηση του Δουζίνα θυμίζει Julien Benda, ο οποιος έγραψε ένα επικά πολεμικό κείμενο για την προδοσία των διανοουμενων της εποχής του, το οποιο αναμφισβήτητα ανήκει στην κανονιστική παράδοση και στο παρακλάδι αυτής το οποιο θέλει τους διανοουμενους να είναι class-in-themselves. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Δουζίνας αναφέρει τον Benda αλλα όχι τον Gramsci, ο οποιος έγραφε την ίδια δεκαετία για τον διανοούμενο στις φασιστικές φυλακες της Ιταλίας.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
22 Φεβρουαρίου 2014 - 8:02 μ.μ.
Διαγραφή
ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Το κανονιστικό πλαίσιο συζήτησης των διανοουμενων είναι προβληματικό για μια σειρά από λόγους αλλα κυρίως γιατί είναι άγονο και ατελέσφορο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το μονο θέμα συζήτησης είναι κατά ποσον οι διανοούμενοι είναι ήρωες ή προδότες. Για τον Δουζίνα, αυτός και η παρέα του που στήριξαν και στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ήρωες. Για μένα, με αυτή την λογική, είναι προδότες.

Όμως, ούτε το "ήρωες", ούτε το "προδότες" μας λέει κάτι για μας, γι' αυτούς, για την ιστορική συγκυρία του τώρα, για τις αντίστοιχες θέσεις μας μέσα σε αυτήν.

Για όλους εμάς που δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι η αφρόκρεμα της Ευρωπαϊκής διανόησης έχει εναποθέσει τις ελπίδες της στον ΣΥΡΙΖΑ, ο πειρασμός να μπούμε στην μανιχαϊκή λογική του κανονιστικού πλαισίου του Δουζίνα είναι μεγάλος: είναι προδότες.

Αν αντισταθούμε στον πειρασμό ίσως υπάρχει μια μικρή ελπίδα να βρούμε την άκρη του νήματος. Αντί ως καλοί ιδεαλιστές να αντιπαλεύουμε αυτό που συμβαίνει, ας μιμηθούμε τους έξοχους υλιστές (πχ http://www.critici.gr/PageText.php?text_flag=2&item_id=47 )...ας το αποδεχτούμε ότι συμβαίνει κι ας το εξετάσουμε: γιατί η αφρόκρεμα της Ευρωπαϊκής διανόησης στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ?

Ευχαριστώ για την φιλοξενία και απολογούμαι για την μακρηγορία.

Δέσποινα
22 Φεβρουαρίου 2014 - 8:02 μ.μ

O πελάτης σαν επιτηρητής | αναδημοσιευση απο το :Ταξικές Μηχανές bestimmung.blogspot.com


Sarajevo,τεύχος 38


Έχουμε μιλήσει στο παρελθόν(αλλαγή παραδείγματος, η υπηρέτρια στη μητρόπολη, Sarajevo νο 12) για το γεγονός ότι αυτό που αποκαλούμε “τριτογενοποίηση” του καπιταλισμού, δεν αφορούσε μόνο την διεύρυνση του λεγόμενου “τριτογενούς τομέα”, δηλαδή των κάθε είδους υπηρεσιών, αλλά επίσης - κι αυτό είναι “ποιοτικό” στοιχείο - την υιοθέτηση σε όλους τους τομείς της οργάνωσης της εργασίας της σχέσης πελάτης - προμηθευτής. Aυτό σήμαινε ότι η βιομηχανική παραγωγή όπως ήταν οργανωμένη στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, σαν “καθετοποιημένη” δομή, με μεγάλα και ενιαία εργοστασιακά σύνολα που παρήγαγαν αν όχι όλα τα περισσότερα εξαρτήματα και ανταλλακτικά για το τελικό προϊόν της φίρμας, “έσπασαν” σε τυπικά ανεξάρτητες “μονάδες” που η κάθε μια έγινε πελάτης ή/και προμηθευτής κάποιας άλλης. Tο ίδιο έγινε ακόμα και σε μικρότερη κλίμακα, μεταξύ διαδοχικών τμημάτων. Aπομακρύνοντας στο χώρο τις εγκαταστάσεις του ενός ή του άλλου σταδίου της παραγωγής τα αφεντικά αύξαναν μεν τα κόστη τους λόγω της απαραίτητης μεταφοράς μεγάλων αποστάσεων απ’ το ένα στάδιο στο άλλο· μπορούσαν όμως να μειώσουν ταυτόχρονα το “κοστος της εργασίας” συνολικά, σε όλα τα τμήματα, επιβάλλοντας νέες νόρμες έντασης της εργασίας, όχι μόνο (και όχι αναγκαστικά) μέσω μιας πολύπλοκης ιεραρχίας επιτήρησης, αλλά μέσω της ιδεολογίας του τμήματος - προμηθευτή, των συμβολαίων και των αυστηρών ημερομηνιών παράδοσης, και τα παρόμοια.

Στην ίδια λογική αλλά από άλλο δρόμο επινοήθηκε και η οργάνωση της “ευκαιριακότητας” της εργασίας, αυτό που ξέρουμε σαν part time, “ελαστικότητα ωραρίου”, κλπ. Oι Luc Boltanski και Eve Chiapello παρατηρούν στο Le nouvel esprit du capitalisme, που αναφέρεται στον γαλλικό καπιταλισμό, το 1999:

... ''Πρώτα απ’ όλα η οργάνωση της “ευκαιριακότητας” της εργασίας και η ανάπτυξη των υπεργολαβιών έκανε εφικτό το να πληρώνουν [οι εργοδότες] μόνο τον πραγματικό χρόνο εργασίας, αφαιρώντας δηλαδή απ’ αυτόν τον χρόνο τις νεκρές περιόδους του ωραρίου, την περίοδο εκπαίδευσης και τα διαλείματα, που παραδοσιακά συμπεριλαμβάνονταν στον ορισμό μιας εύλογης και δίκαιης εργάσιμης ημέρας. H ανάπτυξη των μερικών ωραρίων είχε σκοπό να οργανώσει έτσι τους εργάτες ώστε να είναι διαθέσιμοι στην όποια ζήτηση σε πραγματικό χρόνο, με την υπερωρία να μην στοιχίζει παραπάνω από μία “κανονική” ώρα.

Στην εξιστόρηση που έγραψε ο Damien Carton απ’ την εμπειρία του στην McDonald’s, δείχνει ότι κατ’ αρχήν η εταιρεία του έδωσε ένα γενικό πρόγραμμα των ωρών τις οποίες ήταν υποχρεωμένος να δουλεύει. Aλλά η πραγματική έναρξη και το σχόλασμα οριζόταν από τον υπεύθυνο ο οποίος, ανάλογα με την ημέρα και την κίνηση στο κατάστημα, μπορούσε να του ζητήσει να δουλέψει λιγότερο ή, συνήθως περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι το πρόγραμμα όριζε το ελάχιστο και όχι το μέγιστο των ωρών εργασίας. M’ αυτόν τον τρόπο κανένας εργαζόμενος δεν μπορούσε να προγραμματίσει το τι θα έκανε μετά την δουλειά. Mεταξύ έντεκα ατόμων που δούλευαν στο συγκεκριμένο υποκατάστημα, η μικρότερη διάρκεια της εργάσιμης εβδομάδας ήταν 11,5 ώρες, η μεγαλύτερη 27,3, ο μέσος όρος 20,2 ώρες, αν και η part time πρόσληψή τους είχε γίνει με την συμφωνία ότι θα δουλεύουν 10 ώρες την εβδομάδα.

Όσον αφορά την περίπτωση των υπεργολαβιών, έχει γίνει δεκτό ότι οι απαιτήσεις της φίρμας που ενσωματώνονται στις παραγγελίες της στον προμηθευτή της “είναι πάντα μεγαλύτερες από αυτές που θα είχε αν έκανε η ίδια την δουλειά, και αυτές οι απαιτήσεις μεγαλώνουν την ένταση της εργασίας στους εργάτες του υπεργολάβου”. Mιλώντας γενικά το outsourcing επιτρέπει την εντατικοποίηση της εργασίας χρησιμοποιώντας σαν επιχείρημα και νόρμα “τις πιέσεις της αγοράς”, που εμφανίζονται σαν ένας εξωτερικός (σε σχέση με τον κάθε φορά “προμηθευτή”) και μη ελέγξιμος παράγοντας. Aυτή η μορφή εξωτερικού ελέγχου αποδείχθηκε πιο αποδοτική και πιο “νόμιμη” από εκείνες που είχαν δοκιμαστεί μέσα στα εργοστάσια, όταν εκεί γινόταν μεγάλο μέρος διαδοχικών σταδίων της παραγωγής.

H εντατικοποίηση της εργασίας επιτεύχθηκε επίσης και στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, χάρη σε νέες μεθόδους διοίκησης. Eδώ η βασική καινοτομία ήταν να γίνει κάθε τμήμα ή κάθε ομάδα εργατών μέσα σ’ αυτό ή ακόμα και κάθε εργάτης χωριστά “προσωπικά υπεύθυνος” για την τροφοδοσία του επόμενου τμήματος ή της επόμενης κατασκευαστικής ομάδας....

... Oι νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας, ειδικά αυτές που είχαν σαν πηγή έμπνευσης τον Tογιοτισμό [:την οργάνωση της παραγωγής στην ιαπωνική αυτοκινητοβιομηχανία toyota] διευκόλυναν “την τάση προς την διαμόρφωση μιας κατάστασης στην οποία οι εργάτες δεν θα είναι ποτέ μη παραγωγικοί, και που ο αριθμός τους θα αυξομειώνεται ανάλογα με την αυξομείωση των παραγγελιών”. Έτσι ο Shimizu εξηγεί ότι η διαρκής μείωση του κόστους στα προϊόντα της toyota επιτυγχανόταν κυρίως απ’ την μείωση του εργατικού κόστους. Σ’ αυτήν την τελευταία περιλαμβάνονταν βέβαια και η καθιέρωση νέων τεχνικών και οργανωτικών μηχανισμών, αλλά επίσης η όλο και μεγαλύτερη μείωση των “νεκρών χρόνων” στη διάρκεια της εργασίας, και η μέγιστη αύξηση του εργασιακού ρυθμού. Oι εργάτες υποτάχτηκαν επειδή οι αμοιβές τους συναρτούνταν με τις “εξοικονομήσεις” που θα έκαναν σ’ αυτούς τους “νεκρούς χρόνους”.

Mια έρευνα για τις “εργασιακές συνθήκες” που έγινε το 1993 έδειξε ότι όλο και περισσότεροι μισθωτοί αντιλαμβάνονταν εαυτούς σαν υποκείμενα εκτεθειμένα σε επιταχυνόμενους ρυθμούς εργασίας. Aυτό το φαινόμενο αφορά όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανόμενου και του τριτογενούς, που για κάποιους έμοιαζε λιγότερο εντατικός απ’ την κλασσική βιομηχανία. Mεταξύ του 1984 και του 1993 το ποσοστό των μισθωτών που δήλωναν εκτεθειμένοι στην υπερένταση των ρυθμών, είτε επειδή προστέθηκε ένας αυτοματισμός ή επειδή αυξήθηκαν οι απαιτήσεις πήγε από 3% σε 6%· επειδή άλλαξε ο ρυθμός των μηχανών από 4% σε 7%· εξαιτίας αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων και αλλαγής των όρων και των κανονισμών από 19% σε 44%· εξαιτίας των απαιτήσεων των πελατών από 39% σε 58%· και εξαιτίας του διαρκούς ελέγχου από προϊστάμενους από 17% σε 24%.''

Aυτό το γαλλικό παράδειγμα δείχνει ότι, τουλάχιστον απ’ το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘80 και μετά, παρότι η αυτοματοποίηση σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό (και σ’ αυτήν περιλαμβάνονται και οι νέες “μηχανές γραφείου”, δηλαδή οι υπολογιστές) αύξησε, σαν τέτοια, την εντατικοποίηση της εργασίας, οι παράγοντες με την μεγαλύτερη “απόδοση” έντασης ήταν οι οργανωτικές αλλαγές στα χρονοδιαγράμματα (μονταρισμένες πάνω στις απαιτήσεις της αγοράς) και οι πιο συγκεκριμένες αλλά το ίδιο “εξωτερικές” απαιτήσεις των πελατών. Ένα απλό παράδειγμα που δείχνει τον ρόλο του πελάτη είναι τα ελληνικά ταχυδρομεία. H “καινοτομία” της αντικατάστασης της ουράς (που συχνά γινόταν ανεξέλεγκτη) με τα “νούμερα” επηρέασε σε κάποιο βαθμό την γενική ατμόσφαιρα έντασης, εξαιτίας των ανυπόμονων πελατών - αλλά για τις ίδιες της εργάτριες στους γκισέδες δεν άλλαξε τίποτα απ’ την άποψη του ρυθμού. Όταν φεύγει ο ένας πελάτης όλα τα βλέμματα καρφώνουν το κενό στον γκισέ, μην τυχόν καθυστερήσει αυτή που κάθεται από πίσω λίγα δευτερόλεπτα να πατήσει το κουμπί για τον επόμενο.

Eπιπλέον πέραν από τον ρυθμό “εξυπηρέτησης” αυτόν καθ’ εαυτόν, η “ηθική του πελάτη” (κι εδώ μιλάμε γενικά) εισήγαγε μέσα στη νόρμα και άλλους παράγοντες που ο εργοδότης ή ο προϊστάμενος μπορεί να ζητάει αλλά είναι δύσκολο να επιβάλλει. Όπως, για παράδειγμα, η “καλή διάθεση”. Tο “χαμόγελο”. H “κακή διάθεση” ή η “ουδέτερη διάθεση” απαγορεύονται και απ’ την επιχείρηση (επειδή “διώχνει τους πελάτες”) αλλά και απ’ αυτούς τους ίδιους τους πελάτες. Tο πνεύμα της γενικής τριτογενοποίησης περνάει μέσα απ’ τα “δικαίωματα του πελάτη” που αν και ιδιαίτερος κάθε φορά αποτελεί έκφραση της γενικής και μαζικής μετατόπισης βασικών στοιχείων “ελέγχου ποιότητας” (και τελικά εργατικού κόστους) απ’ την ιδιοκτησία και την διοίκηση της εργασίας σε “εξωτερικούς” παράγοντες.http://bestimmung.blogspot.gr/2014/02/o.html

Απατηλή υπόσχεση της αγάπης, Πέτρος Θεοδωρίδης / απόσπασμα απο το δοκίμιο ΔΥΣΦΟΡΙΑ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ που περιέχεται στην ΑΠΑΤΗΛΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ/αναδημοσιευση απο το: Ritsmas Corner Ritsmas Corner Η εφημερίδα της Ρίτσας Μασούρα


 

Απατηλή υπόσχεση της αγάπης, Πέτρος Θεοδωρίδης

Πέτρος Θεοδωρίδης (ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ) - απόσπασμα απο το δοκίμιο ΔΥΣΦΟΡΙΑ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ που περιέχεται στην ΑΠΑΤΗΛΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Η δημοκρατία στη νεωτερικότητα - Οι αρχαίες δημοκρατίες ήταν απομονωμένες νησίδες ισότητας μεταξύ ομοίων, ανδρών μικροϊδιοκτητών, δουλοκτητών, εν μέσω μιας γενικευμένης ανισότητας. Αντίθετα, στη νεωτερικότητα συνεχίζουν βέβαια να υπάρχουν και να βαθαίνουν οι κοινωνικές ανισότητες, όμως συνυπάρχουν με μια γενικευμένη προσδοκία ισότητας. Η νεώτερη κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους να είναι «συμβατοί» και «ομοιογενείς» ώστε να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της έντονης κοινωνικής κινητικότητας. Η νεωτερικότητα σημαδεύτηκε από τη Γαλλική Επανάσταση, την επανεμφάνιση της δημοκρατίας αλλά και του μίσους εναντίον της. Το 1790 ο Έντμουντ Μπερκ δημοσίευσε τους Στοχασμούς για την Επανάσταση στη Γαλλία υποστηρίζοντας ότι οι γαιοκτήμονες αριστοκράτες ήσαν οι φυσικοί άρχοντες της Γαλλίας.


Ο ποιητής Νοβάλις στο έργο του Χριστιανοσύνη ή Ευρώπη; (1799) ύμνησε τις «υπέροχες εκείνες ημέρες», όταν η Ευρώπη «ήταν ένα μια απέραντη πολιτική κι ηθική αυτοκρατορία του πνεύματος». Για τον Ντε Μαιστρ που το 1796 γράφει τους Συλλογισμούς για τη Γαλλία «το θέλημα του Θεού και όχι ο ανθρώπινος λόγος είχε πλάσει τους νόμους, θεσμούς και κοινωνίες». Η θεωρία του φιλελευθερισμού, όπως τη διατυπώνει ο Τζον Λοκ, θεμελιώνεται στα ατομικά συμφέροντα.
Ο βασικός στόχος των ενωμένων σε μια κοινότητα ανθρώπων υπό την αιγίδα μιας κυβέρνησης γίνεται η διαφύλαξη της ιδιοκτησίας τους και η νεωτερική δημοκρατία εμφανίζεται πλέον με τη μορφή της αντιπροσώπευσης. Κατά τον 18ο αιώνα δεν τίθεται πλέον θέμα άμεσης δημοκρατίας και ο ίδιος ο Ρουσσώ ήταν πεπεισμένος ότι μόνο μικρές κοινότητες θα την πλησίαζαν .
Οι φιλελεύθεροι υποστήριζαν ότι κάθε είδους κυριαρχία πρέπει να στηρίζεται στη βούληση του λαού. Από την άλλη όμως ήθελαν να διαφυλάξουν το δημοκρατικό πολίτευμα που προοριζόταν για δική τους χρήση. Η αρχή της εκπροσώπησης ήρθε να ρυθμίσει το πρόβλημα της λαϊκής κυριαρχίας. Επέτρεψε να αφαιρεθούν οι εξουσίες από τον κυρίαρχο λαό χωρίς να υπερβούν την αδιαίρετη φύση του.
 Έτσι περάσαμε από τη λαϊκή κυριαρχία στην κοινοβουλευτική κυριαρχία και η εκλογική διαδικασία σήμανε την επιστροφή στην καθησυχαστική επιλογή εκείνων που ο Τζον Άνταμς ονόμαζε «Οι Άριστοι και οι πιο σοφοί». Μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ πολλών, δύο βασικές παραλλαγές της νεωτερικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Τη φιλελεύθερη και τη ρεπουμπλικανική.
Η φιλελεύθερη εκδοχή καταγόταν από την Αγγλία και έθετε ως αρχή την υπεροχή της κοινωνίας. Το κράτος δεν μπορούσε να παίρνει πρωτοβουλίες που να υπερβαίνουν τις περιορισμένες αρμοδιότητες που του έχουν παραχωρηθεί από τους πολίτες. Η ρεπουμπλικανική εκδοχή υποστήριξε ότι οι πολίτες θα έπρεπε να υποταχθούν στην ιδέα της «κοινής βούλησης». Το κράτος εμφανίζεται πια ως ένα εκπαιδευτικό σχέδιο, ως προσηλυτισμός στη θρησκεία της αρετής του πολίτη. Στη ρεπουμπλικανική εκδοχή ο απωθημένος πλατωνικός πολιτικός επιστρέφει. Πώς εξελίχθηκε η ιδιότητα του πολίτη στη φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία; Ο Μακφέρσον το 1977 διέκρινε τρία ιστορικά θεωρητικά μοντέλα φιλελευθερισμού από ένα τέταρτο —ως ευχή μάλλον παρά ως ιστορικό προηγούμενο, τη δημοκρατία της συμμετοχής. Ως πρώτο ιστορικό μοντέλο θεώρησε την προστατευτική δημοκρατία με κύριους εκφραστές τους εκπρόσωπους του ωφελιμιστικού φιλελευθερισμού τον Bentham και τον Jameς Mill.

 Στο μοντέλο αυτό επιχείρημα ήταν η προστασία του κυβερνωμένου από την κρατική καταπίεση.
Το δεύτερο μοντέλο —με κύριο εκπρόσωπο τον John Stuart Mill— το ονομάζει αναπτυξιακή δημοκρατία. Εδώ δίνεται μια νέα ηθική θεώρηση της δημοκρατίας ως μέσου για την αυτό- ανάπτυξη του ατόμου.
Στο τρίτο μοντέλο —δημοκρατία της Ισορροπίας, με κύριο εκπρόσωπο τον Joseph Schumpeter και το βιβλίο του Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία— το ηθικό αίτημα εγκαταλείπεται.
 Οι θεωρητικοί της ισορροπίας αντιπροτείνουν εδώ μια περιγραφή της δημοκρατίας ως ανταγωνισμού μεταξύ ελίτ, χωρίς εκτεταμένη λαϊκή συμμετοχή. Η δημοκρατία δεν αποτελεί σύνολο ηθικών σκοπών αλλά απλώς μηχανισμό επιλογής και εξουσιοδότησης κυβερνήσεων που συνίσταται σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοεπιλεγόμενων ομάδων πολιτικών ελίτ.
 Ο ρόλος των εκλογέων δεν είναι να παίρνουν αποφάσεις αλλά να εκλέγουν τους ανθρώπους που θα αποφασίζουν. Το κλασικό πια έργο του βρετανού κοινωνιολόγου Thomas Humphrey Marshall (1893-1981), Citizenship and social class (1950) βασίζεται στη διάκριση μεταξύ αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Για τον Μάρσαλ η συμφιλίωση των αστικών, (18ος αιώνας) πολιτικών (19ος) και κοινωνικών δικαιωμάτων (20ός) κατέληξε στο κράτος πρόνοιας ως απόρροια μιας εξελικτικής διαδικασίας.
Στην πλοκή της αφήγησης του Μάρσαλ, το επιστέγασμα των δικαιωμάτων, δηλαδή τα κοινωνικά δικαιώματα ενέχουν χαρακτήρα ενισχυτικό μιας αρχής ισότητας που οδηγεί στην άμεση αίσθηση συμμετοχής στην κοινότητα, τη βασισμένη στην προσήλωση σε έναν κοινό πολιτισμό. Θεωρώντας ότι η ιδιότητα του πολίτη είναι αποτέλεσμα μιας σταδιακής εξέλιξης ο Μάρσαλ μοιάζει να αγνοεί την ασυνέχεια και τη διάσταση της πάλης των τάξεων στη διαμόρφωση της ιδιότητας του πολίτη καθώς και τον ρόλο εξωτερικών παραγόντων π.χ. του πολέμου.

 Η ιστορική αλήθεια είναι ότι τα δικαιώματα ακολούθησαν μια πολύπλοκη και αντιφατική ιστορική πορεία και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πια, στην εποχή των μεταναστών το προφανές. Ο «γυμνός άνθρωπος, ο άνθρωπος που δεν ανήκει σε μια συγκροτημένη εθνική κοινότητα, δεν έχει κανένα δικαίωμα».
Η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί ένα σχετικά πρόσφατο ιστορικό μόρφωμα. Δημοκρατία με ελεύθερες εκλογές, καθολική, ισότιμη και μυστική ψηφοφορία για άνδρες και γυναίκες, ελευθερίες του λόγου, της συνείδησης, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι και της έκφρασης, την απαγόρευση της φυλάκισης χωρίς δίκη δεν υπήρχε σε κανένα μέρος της γης τον 19ο αιώνα, ενώ πριν από το 1914 επιβλήθηκε σε τέσσερις μόνο χώρες σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Στη Νέα Ζηλανδία το 1893, στην Αυστραλία το 1903, στη Φιλανδία το 1906 και στη Νορβηγία το 1913 και ως ένα βαθμό στις ανδροκρατούμενες δημοκρατίες της Γαλλίας και της Ελβετίας. Αρχικά η εγκαθίδρυση της σύγχρονης δημοκρατίας συνοδεύτηκε από έναν δραστικό περιορισμό της ιδιότητας του πολίτη με τη μορφή της τιμοκρατικής ψήφου. Εκλογείς θεωρούνταν μόνον εκείνοι οι πολίτες μιας χώρας που κατέβαλλαν έναν ελάχιστο φόρο ή που ήταν ιδιοκτήτες.
Στα 1885, μόνον το 56% των βρετανών ενηλίκων ανδρών είχαν γίνει δεκτοί στο εκλογικό σύστημα. Για την καθολική ψηφοφορία έπρεπε να περιμένουν έως το 1918. Το Γαλλικό Επαναστατικό Σύνταγμα του 1791 διαχώρισε αρχικά τα τέσσερα εκατομμύρια τετρακόσιες χιλιάδες «ενεργούς» πολίτες από τα δύο εκατομμύρια χωρίς περιουσία και ψήφο. Φυσικά οι γυναίκες αποκλείονταν από την ιδιότητα του πολίτη και όπως διαμαρτυρήθηκε η Ολυμπία ντε Γκουζ, στο άρθρο 10 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων της γυναίκας και της πολίτισσας: «Η γυναίκα που έχει τα δικαίωμα να ανέβει στο ικρίωμα πρέπει να έχει εξίσου το δικαίωμα να ανέβει στο βήμα του κοινοβουλίου».

Το 1791 επήλθε μια νέα μορφή αποκλεισμού, η ψήφος κατά εκλογικά σώματα. Εν τέλει η καθολική ψηφοφορία συμπεριλήφθηκε στο Σύνταγμα της Γαλλικής Δεύτερης Δημοκρατίας όμως αντί να λειτουργήσει ως δούρειος ίππος της μεγάλης επαναστατικής πλημμυρίδας —όπως πίστευε ο Μαρξ— η καθολική ψηφοφορία εμφανίστηκε ως το πιο αποτελεσματικό φράγμα κατά της επαναστατικής ανατροπής απ’ ό,τι η στρατιωτική καταστολή. Στις προεδρικές εκλογές του 1848 και στη συνέχεια οι βουλευτικές εκλογές του Μαΐου του 1849 εξασφάλισαν τη νίκη του Λουδοβίκου Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Συχνά ξεχνάμε ότι αρχιτέκτονας του κράτους πρόνοιας ήταν ο Μπίσμαρκ που το επινόησε προκειμένου να εμποδίσει τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Μόλις τα έτη 1911-1913 άρχισε να διαμορφώνεται ένα υποτυπώδες πρόγραμμα κοινωνικής προστασίας στη Γαλλία και Σουηδία (σύνταξη) και τη Μεγάλη Βρετανία (ιατρική περίθαλψη). Και είναι μάλλον ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος που πιέζει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία να στραφεί προς μια κατεύθυνση ανακατανομής του πλούτου, αν θυμηθούμε την υπόσχεση της «αναφοράς Μπέβεριτζ» το 1942, στους Βρετανούς στρατιώτες —ένα κρατικό σύστημα δωρεάν ιατρικής περίθαλψης— που πολύ αργότερα θα εμπνεύσει στον Μισέλ Φουκώ τη ρήση «Πηγαίνετε λοιπόν να σφαχτείτε σας υποσχόμεθα μακρά κι ευχάριστη ζωή».
Η «εκλογική κωμωδία» για έναν αιώνα περίπου εμφανιζόταν ως απάτη που επέτρεπε τη συγκάλυψη των κοινωνικών ανισοτήτων. Οι αναρχικοί αντιμετώπιζαν τη δημοκρατία με τον ίδιο σεβασμό που θα έδειχναν σε οποιαδήποτε δικτατορία.

Οι μαρξιστές είδαν στα δικαιώματα του πολίτη τη συγκάλυψη της πραγματικότητας του ιδιοκτήτη, ο οποίος επιβάλλει τον νόμο του πλούτου, κάτω από το προσωπείο των ίσων δικαιωμάτων αν και ο ίδιος ο Μαρξ είχε πιστέψει κάποτε ότι η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας στη Μεγάλη Βρετανία μπορούσε να συντελέσει σε ένα ειρηνικό πέρασμα προς τον σοσιαλισμό.

Εν γένει ο φορμαλισμός των εκλογών θεωρήθηκε από τους μαρξιστές ως αστικό τέχνασμα. Υπήρχαν φορές όπου οι εργάτες ψηφοφόροι κινητοποιούνταν για την ενίσχυση των εργατικών κομμάτων και άλλες που αρνούνταν να αναγνωρίσουν μια «εκλογική κωμωδία». Ήταν η μαρξιστική πειθαρχία της γερμανικής και αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας που περιόρισαν ως έναν βαθμό την περιφρόνηση προς την εκλογική διαδικασία. Ύστερη Δημοκρατία
Η αρχή της δεκαετία του 1990 χαιρετίστηκε ως ο θρίαμβος της δημοκρατίας και του ατομικισμού. Βέβαια ήταν ο Τοκβίλ που προανήγγειλε την «προσεχή αναπότρεπτη και καθολική επικράτηση της Δημοκρατίας στον κόσμο» και επισήμανε «τους κίνδυνους της τυραννίας της πλειοψηφίας» την έλλειψη ανεκτικότητας, την αποθέωση της μετριότητας, την έλλειψη ανοχής στην διαφοροποίηση, την παραγωγή μορφών πολιτικής νωθρότητας. «Το πρώτο πράγμα που μου έλκει την προσοχή», έγραφε ο Τοκβίλ, «είναι ένα αναρίθμητο πλήθος ανθρώπων, όλων ισότιμων και παρόμοιων, διαρκώς αναζητούντων τις ποταπές και ευτελείς ηδονές.

Καθένας από αυτούς, ζώντας απομονωμένος είναι αδιάφορος για την μοίρα όλων των άλλων. Υπάρχει μόνο στον εαυτό του και για τον εαυτό του. Πάνω από αυτό το είδος των ανθρώπων βρίσκεται μια τεράστια και προστατευτική δύναμη απόλυτη, ακριβής, σταθερή, προνοητική και ήπια. Προσιδιάζει προς την εξουσία ενός γονέα. Αλλά, επιδιώκει να τους κρατήσει διαρκώς στην παιδική ηλικία. Είναι ικανοποιημένη που οι άνθρωποι μπορούν να χαίρονται υπό τον όρο πως δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο πέρα από την απόλαυση».

Στα τέλη του περασμένου αιώνα συγγραφείς σαν τον Λιποβέτσκι θεωρούσαν την προφητεία του Τοκβίλ πραγματοποιημένη.
«Ποτέ», δήλωναν, «όσο σήμερα η δημοκρατία δεν ήταν τόσο σίγουρη για την εγκυρότητα των πλουραλιστικών θεσμών τόσο εναρμονισμένη με τα ήθη, με το προφίλ ενός ατόμου αλλεργικού στον αυταρχισμό και τη βία, ανεκτικού και διψασμένου για συχνές αλλά όχι επικίνδυνες αλλαγές». Ο ατομικισμός εμποδίστηκε μέχρι πρόσφατα από σκληρές ιδεολογικές πανοπλίες, θεσμούς και ήθη παραδοσιακά ή πειθαρχικά- εξουσιαστικά. «Αυτό ακριβώς το έσχατο σύνορο καταρρέει σήμερα με τρομερή ταχύτητα. Η διαδικασία προσωποποίησης, που την ωθούν η επιτάχυνση των τεχνικών, το management, η μαζική κατανάλωση, τα ΜΜΕ, ο ψυχολογισμός, φέρει στο αποκορύφωμά της τη βασιλεία του ατόμου, ρίχνει τους τελευταίους φραγμούς».
Η μεταηθική κοινωνία, για τον Λιποβέτσκι, «φέρνει την εποχή όπου το καθήκον είναι γλυκανάλατο και αναιμικό, όπου η ηθική δεν απαιτεί πλέον την αφοσίωση σε κάποιον υπέρτατο αυτοσκοπό όπου τα υποκειμενικά δικαιώματα υπερισχύουν των επιτακτικών προσταγών, όπου τα ηθικά διδάγματα παρακάμπτονται από τα μηνύματα για καλύτερη ζωή, τον ήλιο των διακοπών, την μεντιακή ψυχαγωγία». «Όμως στις αρχές του 21ου αιώνα αρκεί κανείς να απαριθμήσει», λέει ο Jacques Rancière, «τους κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν στο αντιπροσωπευτικό σύστημα να ανακηρύσσεται δημοκρατικό για να προκαλέσει θυμηδία…
Αυτό που αποκαλούμε δημοκρατία είναι ένας τρόπος κυβερνητικής λειτουργίας ολωσδιόλου αντίστροφος: αιώνιοι εκλεγμένοι που συσσωρεύουν αξιώματα, κυβερνήσεις που φτιάχνουν οι ίδιες τους νόμους, υπουργοί ή συνεργάτες υπουργών που βολεύονται σε δημόσιες επιχειρήσεις, κόμματα που χρηματοδοτούνται από απάτες». Και ο Colin Crouch, μας θυμίζει μερικά πολύ αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της σύγχρονης «μετα-δημοκρατίας»· προεκλογικός αγώνας είναι ένα πλήρως ελεγχόμενο θέαμα που ενορχηστρώνεται από ειδικευμένους επαγγελματίες.

Η πλειοψηφία των πολιτών κρατά μια απαθή στάση. Η πολιτική διαμορφώνεται με συνδιαλλαγές ανάμεσα στις εκλεγμένες κυβερνήσεις και τα κυρίαρχα συμφέροντα των επιχειρήσεων, οι πολιτικοί σύρονται πίσω από τις δημοσκοπήσεις, η προσωποποίηση της εκλογικής διαμάχης τείνει να υποκαταστήσει τον διάλογο, ασήμαντα γεγονότα της ιδιωτικής ζωής των πολιτικών καθίστανται κεντρικά ζητήματα από τα ΜΜΕ. Το κενό που άφησε η πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης το κατέλαβαν οι εταιρίες, οι πολιτικοί σύμβουλοι και οι επικοινωνιολόγοι, με το κράτος να εκχωρεί όλο και περισσότερες εξουσίες στα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Η εκχώρηση όλο και μεγαλύτερων αρμοδιοτήτων του δημόσιου τομέα στον ιδιωτικό, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, την περιθωριοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, την αύξηση των ανισοτήτων, τη μεταβίβαση φορολογικών βαρών στους ασθενέστερους. Η δυσφορία στις δημοκρατίες μας γίνεται όλο και πιο έντονη. Η παγκόσμια κοινωνία γίνεται όλο και περισσότερο «Κοινωνία του ρίσκου», έννοια που πρώτος εισήγαγε ο Urlich Beck, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Oι συγκρούσεις για την κατανομή του πλούτου έχουν επικαλυφθεί από τις συγκρούσεις για την κατανομή των κινδύνων, που προκαλούνται από την ανάπτυξη. Σήμερα, καθώς μεγάλο μέρος της εξουσίας μεταβιβάζεται στο πολιτικά ανεξέλεγκτο παγκόσμιο χώρο, η πολιτική δράση και ο ατομικός βίος οδηγούνται στον κατακερματισμό, σε μια σειρά από βραχυπρόθεσμα προγράμματα και επεισόδια: στον «πρωτεϊκό» άνθρωπο της νέας εποχής που αναπτύσσει πολλαπλούς χαρακτήρες-ρόλους, που πορεύεται με θρύμματα μιας βραχύβιας συνείδησης πού χρησιμοποιούνται γα την εκάστοτε επικοινωνία του με τους εικονικούς του κόσμους. Για τον Καρλ Πόπερ, η δημοκρατία ως «ανοιχτή κοινωνία» ορίζεται ως το αντίθετο της πλατωνικής ουτοπίας και ο Καστοριάδης επέμενε στην άρνηση κάθε απόπειρας ορισμού της τέλειας κοινωνίας. «Πρέπει να αποσκοπούμε στην εξεύρεση της πολιτείας που επιτρέπει κάθε φορά στην αυτοαλλοιούμενη κοινωνικοϊστορική πραγματικότητα, να δώσει στον εαυτό της τη νομοθεσία που της αντιστοιχεί».
Όμως στις μέρες μας η «ανοιχτή κοινωνία» αντί για την αυτοδιάθεση μιας ελεύθερης κοινωνίας, όπως την φαντάστηκε ο Καρλ Πόπερ, φέρει στο νου των ανθρώπων την εμπειρία ενός ευάλωτου πληθυσμού που κατακλύζεται από δυνάμεις που δεν ελέγχει. Στις μετανεωτερικές κοινωνίες μας ο φόβος μεταλλάσσεται σε αγωνία. Ο φόβος έχει ένα προσδιορισμένο αντικείμενο. Η αγωνία παραβλέπει το αντικείμενο και διακρίνεται από τον φόβο, από το γεγονός ότι ο φόβος προκαλείται από τα όντα του κόσμου, ενώ η αγωνία από το εγώ (Σαρτρ)
.

Η αγωνία μεταλλάσσει και την έννοια της ιδιότητας του πολίτη. Η ιδιότητα του πολίτη ενείχε στη νεωτερικότητα μια συνδήλωση ενεργούς συμμετοχής στα κοινά. Η (μετα)νεωτερικότητα μετατοπίζει το περιεχόμενο της έννοιας στον «υπεύθυνο πολίτη», ο οποίος συνεκτιμά «σενάρια» και επιλέγει από την ποικιλία των πολιτικών «life-styles». Ο κίνδυνος για το χειρότερο κλείνει και τον ορίζοντά του. Αυτός ο φοβικά υπεύθυνος, μελαγχολικός πολίτης διαθέτει ακόμα τον «εχθρό» του που κινείται πια στον νεφελώδη χώρο της «ανευθυνότητας» που περιέχει όσους δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο νέο, γεμάτο κινδύνους κοινωνικό-πολιτικό περιβάλλον.

Το άτομο γίνεται θεατής και καταναλωτής. «Στην κοινωνία των καταναλωτών κανείς δεν μπορεί να γίνει υποκείμενο χωρίς να μετατραπεί πρώτα σε εμπόρευμα και κανείς δεν μπορεί να κρατήσει την υποκειμενικότητα του ασφαλή χωρίς να ανακινεί, να ανασταίνει και να ανανεώνει τις ικανότητες που αναμένονται και απαιτούνται από ένα εμπόρευμα προς πώληση».

Ταχύτητα, καινοτομία, ανία, απόρριψη γίνονται σήμερα το μαγικό τετράπτυχο της κουλτούρας του καταναλωτισμού. Υπερβολή, ασωτία και εξωφρενική σπατάλη, τα ψυχοφάρμακά της. «Στην κοινωνία της κατανάλωσης», γράφει ο Γιάννης Σταυρακάκης, «το κύριο κοινωνικό καθήκον συνίσταται στην όλο και μεγαλύτερη απόλαυση». Όμως «όπως το θέτει ο Λακάν στο σεμινάριο του Encore, “Δεν είναι αυτό!” Αυτή είναι η ίδια η κραυγή μέσω της οποίας η απόλαυση (jouissance) που λαμβάνουμε διαφοροποιείται από την απόλαυση που περιμέναμε». Η ικανοποίηση της επιθυμίας αναβάλλεται από φαντασίωση σε φαντασίωση, από προϊόν σε προϊόν. Είναι μάλιστα αυτή η «συνεχής, άπληστη και ακόρεστη μετάθεση που συνιστά την ουσία του καταναλωτισμού».
 Η Δυσφορία στον Πολιτισμό στην εποχή του Φρόιντ προερχόταν από τις επιταγές ενός σκληρού Υπερ-εγώ και τις απαγορεύσεις που αυτό έθετε. Η μεταμοντέρνα δυσφορία, όμως, γεννιέται μάλλον από τoν ίλιγγο της καταναλωτικής ελευθερίας. Όμως ο μετανεωτερικός «υπεύθυνος» καταναλωτής-πολίτης συνεχίζει να αγνοεί τους «αόρατους», τους πρόσφυγες, που θεωρούνται σήμερα «περιττές» υπάρξεις αλλά και την, κατά Μπάουμαν, «υποτάξη» (underclass)· μια αφιλόξενη ομαδοποίηση για μεγάλες και ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων όπου στοιβάζονται εγκληματίες και ανύπαντρες μητέρες που ζουν από την κοινωνική πρόνοια, νεαροί παραβάτες και τοξικομανείς, αποφυλακισθέντες και άστεγοι, βαποράκια και επαίτες που το μόνο κοινό χαρακτηριστικό είναι η αποτυχία τους να είναι καταναλωτές.

 Ο όρος λαϊκισμός αναφέρεται σε ρητορικές και ιδεολογίες στις οποίες ο «λαός» λειτουργεί ως κομβικό σημείο. Όμως ο σύγχρονος λαϊκισμός που πλήττει τις δυτικές μεταδημοκρατίες μας έχει ελάχιστη σχέση με την ιστορικοπολιτική έννοια του λαού. Πολύ περισσότερο σχετίζεται με ότι η Hannah Arendt αποκαλούσε «υπόλειμμα όλων των τάξεων» όχλο (mob) διακρίνοντας σ’ αυτόν χαρακτηριστικά «μαζάνθρωπου» και ενός ακραίου ατομικισμού. Ο σύγχρονος λαϊκισμός θυμίζει και τον αγροτικό λαϊκισμό των μεσοδυτικών και νότιων περιοχών των ΗΠΑ όπου υπεύθυνοι για την τραγική κατάσταση των φτωχών αγροτών θεωρούνται «η κυβέρνηση, οι τραπεζίτες, σιδηροδρομικές εταιρείες, η Καθολική Εκκλησία, οι Εβραίοι κι οι Μαύροι».
 Σήμερα, σε μια εποχή όλο και πιο απρόσωπου και ακατανόητου για τους πολλούς κοινωνικού ανταγωνισμού οι εκπρόσωποι της Νέας Ακροδεξιάς εμφανίζονται σαν να λένε: «η πραγματικότητα είναι απλή, επίτηδες την κάνουν να φαίνεται περίπλοκη γιατί υπάρχει συνομωσία», σε μια επίδειξη δήθεν ειλικρίνειας. Έτσι ο ακροδεξιός λόγος αποκτά ένα σχεδόν σαρκικό πλεονέκτημα.

 Ο αποδιοπομπαίος τράγος, ο εχθρός, είναι εξαθλιωμένος, κακοντυμένος, μυρίζει άσχημα, μας κλέβει τις δουλειές: αποκτά το πρόσωπο του μετανάστη. Τηλελαϊκισμός και δημοκρατία Το 1859 ο John Stuart Mill στο περίφημο δοκίμιό του On Liberty διατύπωσε τρία επιχειρήματα υπέρ της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιδεών μέσω του Τύπου: oι απόψεις που αποσιωπούνται από την κυβέρνηση ή την κοινωνία μπορεί να αποδειχτούν σωστές. Ακόμα και αν μια άποψη αποδειχθεί λανθασμένη, συχνά περιέχει ψήγματα αλήθειας και τέλος ακόμα και αν κάποια άποψη ταυτίζεται με την αλήθεια, αν δεν αμφισβητηθεί σύντομα, θα μετατραπεί σε νεκρό δόγμα αντί για ζώσα αλήθεια. Ο Mill διατυπώνοντας τη θεωρία της ελευθερίας του τύπου δεν μπορούσε να φανταστεί τους πολύπλοκους τρόπους με τους οποίους τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας κατασκευάζουν την κοινωνική πραγματικότητα, περιορίζουν το εύρος των νοημάτων και διαμορφώνουν καθημερινά το περιεχόμενο των σκέψεων, συζητήσεων και πράξεων των ατόμων.

Στην τηλεδημοκρατία των ημερών μας η διαφήμιση μεταμορφώνει τις εκπομπές σε υπηρέτες της. Τα τηλεοπτικά προγράμματα σχεδιάζονται για να προβάλουν διαφημίσεις. Για να προσελκύσουν την προσοχή του κοινού και να υπάρξει χώρος για την επόμενη σειρά διαφημίσεων, οι απόψεις πρέπει να αναπτύσσονται γρήγορα, τα πλάνα να είναι σύντομα και τα ηχητικά σήματα συντομότερα. Οι αφηγήσεις περικόπτονται. Κι έτσι προκύπτει και η αλλαγή του τρόπου σκέψης.
Το να σκέφτεσαι, σήμερα, ορθά σημαίνει να σκέφτεσαι με ισομέρεια και ταχύτητα, να αφαιρείς το βάθος των πραγμάτων, να αρκείσαι σε μια γρήγορη ανάγνωση των αναφορών και στοιχείων, να μην βουλιάζεις στην υποκειμενικότητα του πάθους. Στο 1984 του Όργουελ το Mintrue (Ministry of Τrue) διέθετε ειδικό τμήμα για την «προλετροφή» που στη «Νέα ομιλία» της Ωκεανίας σήμαινε τα ηλίθια θεάματα που προσέφερε το κράτος στις μάζες. Σήμερα τα reality shows είναι ίσως η πιο παραδειγματική έκφραση του σύγχρονου ατομικιστικού τηλελαϊκισμού. Δημιουργούν την εντύπωση του νατουραλισμού καθώς παρατηρούμε τους άλλους όπως τους εαυτούς μας.

Το κοινότοπο βαφτίζεται «αυθεντικό». Τα realities δίνουν στους θεατές την ψευδαίσθηση της λαϊκής εξουσίας, επιβάλλοντας καταδίκες για το ποιος θα αποχωρήσει. Ως ενσάρκωση της κραυγαλέας ασημαντότητας, τα reality shows δίνουν την ευκαιρία στο ανώνυμο «μοναχικό» πλήθος να αντικρίσει τηλεναρκισσιστικά την ίδια του την κενότητα. (…)

Δυσφορία στη Δημοκρατία Τηλελαϊκισμός και δημοκρατία
Το 1859 ο John Stuart Mill στο περίφημο δοκίμιό του On Liberty διατύπωσε τρία επιχειρήματα υπέρ της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιδεών μέσω του Τύπου: oι απόψεις που αποσιωπούνται από την κυβέρνηση ή την κοινωνία μπορεί να αποδειχτούν σωστές. Ακόμα και αν μια άποψη αποδειχθεί λανθασμένη, συχνά περιέχει ψήγματα αλήθειας και τέλος ακόμα και αν κάποια άποψη ταυτίζεται με την αλήθεια, αν δεν αμφισβητηθεί σύντομα, θα μετατραπεί σε νεκρό δόγμα αντί για ζώσα αλήθεια.

Ο Mill διατυπώνοντας τη θεωρία της ελευθερίας του τύπου δεν μπορούσε να φανταστεί τους πολύπλοκους τρόπους με τους οποίους τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας κατασκευάζουν την κοινωνική πραγματικότητα, περιορίζουν το εύρος των νοημάτων και διαμορφώνουν καθημερινά το περιεχόμενο των σκέψεων, συζητήσεων και πράξεων των ατόμων.

Στην τηλεδημοκρατία των ημερών μας η διαφήμιση μεταμορφώνει τις εκπομπές σε υπηρέτες της. Τα τηλεοπτικά προγράμματα σχεδιάζονται για να προβάλουν διαφημίσεις. Για να προσελκύσουν την προσοχή του κοινού και να υπάρξει χώρος για την επόμενη σειρά διαφημίσεων, οι απόψεις πρέπει να αναπτύσσονται γρήγορα, τα πλάνα να είναι σύντομα και τα ηχητικά σήματα συντομότερα. Οι αφηγήσεις περικόπτονται. Κι έτσι προκύπτει και η αλλαγή του τρόπου σκέψης.
Το να σκέφτεσαι, σήμερα, ορθά σημαίνει να σκέφτεσαι με ισομέρεια και ταχύτητα, να αφαιρείς το βάθος των πραγμάτων, να αρκείσαι σε μια γρήγορη ανάγνωση των αναφορών και στοιχείων, να μην βουλιάζεις στην υποκειμενικότητα του πάθους. Στο 1984 του Όργουελ το Mintrue (Ministry of Τrue) διέθετε ειδικό τμήμα για την «προλετροφή» που στη «Νέα ομιλία» της Ωκεανίας σήμαινε τα ηλίθια θεάματα που προσέφερε το κράτος στις μάζες. Σήμερα τα reality shows είναι ίσως η πιο παραδειγματική έκφραση του σύγχρονου ατομικιστικού τηλελαϊκισμού. Δημιουργούν την εντύπωση του νατουραλισμού καθώς παρατηρούμε τους άλλους όπως τους εαυτούς μας. Το κοινότοπο βαφτίζεται «αυθεντικό». Τα realities δίνουν στους θεατές την ψευδαίσθηση της λαϊκής εξουσίας, επιβάλλοντας καταδίκες για το ποιος θα αποχωρήσει. Ως ενσάρκωση της κραυγαλέας ασημαντότητας, τα reality shows δίνουν την ευκαιρία στο ανώνυμο «μοναχικό» πλήθος να αντικρίσει τηλεναρκισσιστικά την ίδια του την κενότητα.

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου