Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Hannah Arendt "Zur Person" Full Interview (with English subtitles)


CYNICAL: Ο Άιχμαν στην Αθήνα

CYNICAL: Ο Άιχμαν στην Αθήνα

Ο Άιχμαν στην Αθήνα


Η Χάνα Άρεντ, το ’63, γράφει το βιβλίο «ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ» στο οποίο περιγράφει στιγμές και σκέψεις που της γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης του, μέρος της οποία παρακολούθησε για κάποιες μέρες ζωντανά. Όπως υποδηλώνει και η υποσημείωση του τίτλου, «Η κοινοτοπία του κακού» ο Άιχμαν εκπλήσσει την Άρεντ διότι δεν αναγνωρίζει στο πρόσωπό του τα χαρακτηριστικά εκείνα τα οποία περιμένει κανείς να συναντήσει σ’ ένα τέρας, που επιβαρύνεται με εκατομμύρια δολοφονίες.
Ο Άιχμαν δεν στέλνει στα στρατόπεδα τους Εβραίους επειδή τους μισεί. «Δεν νοιώθω μίσος για τους Εβραίους» δηλώνει κατά τη διάρκεια της δίκης, «απλώς υπάκουα στις εντολές του Φύρερ, απλώς υπάκουα στο Νόμο, απλώς ήθελα να είμαι καλός στη δουλειά μου».
Η Άρεντ βρίσκει τον Άιχμαν εντελώς φυσιολογικό, ψυχολογικά ισορροπημένο και κοινότοπο και βγάζει το συμπέρασμα ότι δεν υποκρίνεται όταν λέει ότι απλώς θέλει να κάνει καλά τη δουλειά του εκτελώντας πιστά αυτό που υπαγορεύει ο Νόμος, δηλαδή ο Φύρερ. Ο Άιχμαν δεν εκπροσωπεί παρά τον γραφειοκράτη, τον άνθρωπο ενδιάμεσο κρίκο, που έχει το καθήκον να πάρει αυτή τη στοίβα με χαρτιά από το ένα τραπέζι και να τη μεταφέρει στο άλλο, ή να μεταφέρει μια εντολή από το ένα γραφείο στο άλλο.
Η δουλειά του γραφειοκράτη δεν είναι να σκέφτεται και να εκφράζει αμφιβολίες γιαυτό που του έχει ανατεθεί, δεν είναι να προτάσσει την ηθική του συνείδηση, αντιπαραβάλλοντάς την με την ηθική της εντολής, ούτε να προτείνει βελτιώσεις και αντιρρήσεις, παρά να παραλαμβάνει και να εκτελεί τις εντολές, διατηρώντας ακέραιη την αλυσίδα μεταβίβασης από την κεφαλή ίσαμε τον τελευταίο της κρίκο.
Ο Άιχμαν έχει αυτές ακριβώς τις ιδιότητες, και μέχρι το τέλος δεν αισθάνεται ενοχή για τις πράξεις που του αποδίδονται, μιας και δεν θεωρεί ότι τις έκανε. «Εγώ δεν σκότωσα ποτέ μου κανέναν άνθρωπο», ομολογεί. Ο Άιχμαν μπορεί αργότερα να λυπηθεί για τους Εβραίους που εξολοθρεύτηκαν στο Άουσβιτς, αλλά δυσκολεύεται να καταλάβει ότι κι αυτός ο ίδιος συνέβαλλε στο έγκλημα.
Πριν από κάμποσο καιρό, έγραφα για τον «Συναισθηματικό κόσμο της κ. Λαγκάρντ» την περίοδο που εξέφραζε τη συμπόνια της για τα φτωχά παιδιά του Νίγηρα, σε αντιπαράθεση με τα ελληνόπουλα, τα οποία θεωρούσε προνομιούχα και ανάξια να καταστούν λήπτες ευγενών συναισθημάτων. Τότε, είχα εκφράσει την άποψη ότι η κ. Λαγκάρντ αποστασιοποιείται ακούσια και αυθόρμητα, και ότι όντως νοιώθει συμπάθεια για τα φτωχά παιδιά του Νίγηρα, τα οποία γνωρίζει μέσα από τις ιλλουστρασιόν εικόνες του National Geographic, καθ’ ότι αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι τα παιδιά αυτά έφτασαν στο σημείο να προκαλούν συμπάθεια, όχι από κάποια φυσική θεομηνία, αλλά από τις πολιτικές του οργανισμού του οποίου προεδρεύει. Αυτό η κ. Λαγκάρντ δεν μπορεί να το δει, όχι γιατί παίζει άμυνα και κρύβεται, αλλά γιατί είναι ανήμπορη να αντιληφθεί και να σκεφτεί τις παράπλευρες συνέπειες πίσω και πέρα από τις εντολές που μεταβιβάζει.
Η κ. Λαγκάρντ, καθώς και όλοι οι όμοιοί της, όπως κι αυτοί που εκπροσωπούν την Τρόικα δεν είναι παρά μια τυπική γραφειοκράτισσα, που μεταφέρει εντολές από τα γραφεία των οικονομικών επιτελείων της στις κατά τόπους κυβερνητικές γραφειοκρατίες. Οι κάθε λογής «μονόδρομοι» δεν είναι παρά η αλυσίδα, ο δίαυλος εντολών που πρέπει να κρατηθεί ανέπαφος σε όλο του το μήκος, χωρίς να σπάσει.
Οι Λαγκάρντ, οι Τόμσεν, οι Μαζούχ, οι Μορς και οι λοιποί τόσο εδώ, όσο κι από όπου αλλού πέρασαν, υπακούουν σε ό,τι έχουν αποδεχτεί σαν αδήριτους και αναπόδραστους οικονομικούς νόμους και διαπράττουν, υπακούοντάς τους, μαζικά εγκλήματα για τα οποία ουδέποτε ένοιωσαν ή νοιώθουν υπεύθυνοι και ένοχοι. Προσπαθούν, απλά, να κάνουν τη δουλειά που τους ανατέθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να διατηρήσουν τη θέση τους, τα προνόμιά τους, ίσως και για να πάρουν προαγωγή.    
Όπως κι ο Άιχμαν τελικά…

ΥΓ. Η ταινία είναι της Μαργκερίτ φον Τρόττα και παίζεται αυτές τις μέρες στην Αθήνα

tovima.gr - Επιστολή του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη στον Αντ. Σαμαρά για τη Χρυσή Αυγή www.tovima.gr Επιστολή στον πρωθυπουργό έστειλε ο έλληνας ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης


www.tovima.grΕπιστολή στον πρωθυπουργό έστειλε ο έλληνας ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης

o Zizek περι του Σαδικού Θανάτου


Το έναυσμα για τούτη την ιδέα ενός δεύτερου θανάτου προέρχεται από τον Μαρκησιο Ντε Σαντ: . η σαδική ιδέα περί ενός ριζικού , απόλυτου εγκλήματος το οποίο απελευθερώνει τη δημιουργική δύναμη της φύσης ,

.................................................................................

ενέχει μια διάκριση ανάμεσα στους δυο θανάτους :


στον φυσικό θάνατο, που μετέχει του φυσικού κύκλου της γένεσης και της φθοράς, της συνεχούς μεταβολής της φύσης ,


και στον απόλυτο θάνατο- την καταστροφή , την εκρίζωση του ίδιου του κύκλου, η οποία απελευθερώνει τη φύση από τους ίδιους τους νόμους της και ανοίγει τον δρόμο για την ex nihilo δημιουργία νέων μορφών ζωής . Α


αυτή η διαφορά ανάμεσα στους δυο θανάτους μπορεί να συνδεθεί με τη σαδική φαντασίωση που αποκαλύπτεται στο γεγονός ότι στο έργο του , το θύμα είναι , κατά μια ορισμένη έννοια άφθαρτο.


Μπορεί να βασανιστεί επ¨ άπειρο και να επιβιώσει , μπορεί να υπομείνει κάθε μαρτύριο και να εξακολουθήσει να διατηρεί την ομορφια του. Ως εάν ,πάνω και πέρα από το φυσικό του σώμα (κομμάτι του κύκλου της γέννησης και της φθοράς) και συνεπώς πάνω και πέρα από τον φυσικό του θάνατο, να είχε ένα άλλο σώμα , ένα σώμα φτιαγμένο από μια άλλη ουσία, εξαιρούμενη από τον ζωτικό κύκλο-ένα υψηλό σώμα .




Slavoj Zizek :Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας , Μτφ Βίκυ Ιακώβου , Επιμέλεια Γιάννης Σταυρακάκης , Scripta , Αθήνα ,2006

ΠΡΟΣ ΤΗΝ Κ.Ε.Ε. ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ – ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΛΦΑ -ΒΗΤΑ

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ – ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΝΕΔΙΛΛΑΔΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ
Κύριοι
·         Οποιοσδήποτε γνωρίζει το Αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών στα "Μαθηματικά και Στοιχεία Στατιστικής" και το αντίστοιχο σχολικό βιβλίο, διαβάζοντας τα θέματα των Πανελλαδικών εξετάσεων, διαπιστώνει τα εξής:
α) Το επίπεδο των θεμάτων δεν έχει καμία σχέση με το επίπεδο δυσκολίας των ασκήσεων που περιέχονται στο σχολικό βιβλίο.
β) Το πλήθος των ωρών της εβδομαδιαίας διδασκαλίας του μαθήματος (2 ώρες), δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο στον εκπαιδευτικό να επιχειρήσει την διαπραγμάτευση τέτοιου είδους ασκήσεων εντός της σχολικής τάξης. Το αδύνατο του παραπάνω εγχειρήματος ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εκπαιδευτικός καλείται να κρατήσει το ενδιαφέρον και να εκπαιδεύσει μαθητές σε εξαιρετικά ανομοιογενή τμήματα (άλλοι δίνουν το μάθημα ενδοσχολικά, άλλοι σε πανελλαδικό επίπεδο, εκ των οποίων άλλοι ακολουθούν Θεωρητική κατεύθυνση και άλλοι Θετική-Τεχνολογική).
Θα επιθυμούσαμε να μας απαντήσετε ποιος είναι ο στόχος τέτοιου είδους θεμάτων, καθώς δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο λόγος είναι ο "προφανής": την απαξίωση της εκπαίδευσης μέσα στο δημόσιο σχολείο και την αναζήτηση της προετοιμασίας (και όχι της γνώσης) επί πληρωμή σε διάφορους άλλους "φορείς".
·         Σχετικά με το θέμα Γ2 και τη συμπλήρωση του πίνακα … επειδή είμαστε όλοι άνθρωποι, κάνουμε και λάθη. Είναι όμως απαράδεκτο να μην έχουμε το "ανάστημα" να τα παραδεχτούμε, ειδικά όταν βρισκόμαστε σε αυτές τις "θέσεις" και ακόμα χειρότερο να "επιβάλλουμε" λύση στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε, η οποία δεν έχει καμία … λογική (λέξη που θα έπρεπε να είναι συνυφασμένη με το αντικείμενο της εξέτασης). Πιο συγκεκριμένα:
o   Ζητά το ερώτημα μόνο τη συμπλήρωση του πίνακα; Τότε η απλή συμπλήρωση, να βαθμολογηθεί με άριστα (8 μόρια)
o   Ζητά το ερώτημα και δικαιολόγηση; (κάτι που "εννοείται" (!), καθώς η εκφώνηση άλλα λέει). Τότε η δικαιολόγηση να πάρει τη μερίδα του λέοντος, καθώς όσοι ασχολήθηκαν με αυτή, αφιέρωσαν τουλάχιστον 20 λεπτά και πιθανόν να μη πρόλαβαν να λύσουν κάποιο άλλο ερώτημα.
Αναρωτιόμαστε λοιπόν με ποια λογική στάλθηκε η … εντολή για τη βαθμολόγηση του πίνακα (αντιγραφή από Γ3) με 6 μόρια και η δικαιολόγηση με 2, καθώς δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο λόγος είναι ο "προφανής": να δώσουμε 6 μόρια δώρο στον "πολύ κόσμο" και να αποφύγουμε την γκρίνια για το επίπεδο δυσκολίας των θεμάτων.
·         Η επιστολή αυτή όμως δεν γράφτηκε μετά την παράλογη αυτή απόφαση της Κ.Ε.Ε., καθώς πολλοί από εμάς σκέφτηκαν καλοπροαίρετα και απέρριψαν τους "προφανείς" λόγους. Θεώρησαν μάλιστα ότι η κατάσταση θα εξομαλυνθεί με τα θέματα των Μαθηματικών κατεύθυνσης. Ώσπου ήρθε το Β3 !!!
Χωρίς αυτό θα μιλάγαμε απλά για … ¨άτσαλα" θέματα.
Αναρωτιόμαστε σε τι ακριβώς εξετάζεται ο υποψήφιος με το Β3; Τι σχέση έχει το ερώτημα αυτό με τους μιγαδικούς αριθμούς; Ποια είναι η συνάφεια του ερωτήματος με τα προηγούμενα; Μήπως στο μέλλον θα πρέπει να δίνουμε τρία πακέτα θεμάτων στους υποψήφιους για να διαλέγουν το ένα; Ένα με "τέτοια" θέματα Πανελλαδικών, ένα με θέματα του ΑΣΕΠ και ένα με θέματα μαθηματικών Ολυμπιάδων;
Μια άλλη σκέψη είναι το διαγώνισμα αυτό να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον από τους ψυχιάτρους, για τη διάγνωση πιθανής μελλοντικής αποκλίνουσας συμπεριφοράς σε ασθενείς που είναι σε θέση να απαντήσουν σε όλα τα ερωτήματα μέσα σε τρεις ώρες. Θα θέλαμε να πληροφορηθούμε αν ο λύτης της επιτροπής έλυσε τα θέματα και αν τα έλυσε αναλυτικά, πόση ώρα χρειάστηκε.
Επίσης όταν τελειώσει η βαθμολόγηση, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον από Στατιστικής απόψεως, να πληροφορηθούμε πόσα 100ρια βρέθηκαν Πανελλαδικά.
Δεν θα μπούμε στον πειρασμό να αναλύσουμε τη λέξη "άτσαλα" που χρησιμοποιήθηκε ως χαρακτηρισμός για τα υπόλοιπα ερωτήματα, γιατί αυτό είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση που πρέπει κάποτε να γίνει.

Ως συνάδελφοι Μαθηματικοί εκφράζουμε την ντροπή μας, καθώς βρισκόμαστε σήμερα έκθετοι απέναντι στους μαθητές μας, που τόσα χρόνια αγωνιζόμασταν να τους πείσουμε (και πολλοί το είχαν καταφέρει) να ψάξουν και να ανακαλύψουν στα Μαθηματικά τη σαφήνεια, τη λογική και την απλότητα.

Βαθμολογητές του 40ου Βαθμολογικού Κέντρου Πειραιά

(Ακολουθούν οι υπογραφές 43 Βαθμολογητών)

Μαχαιριές στα θρανία ( ενα αξιοπρόσεκτο κείμενο για την Παιδεία μας )



Μαχαιριές στα θρανία

            Αρκεί ν΄ αφουγκραστεί κανείς την άρρυθμη, βαριά ανάσα  πάνω από τα θρανία των υποψηφίων για να νιώσει το  αβάσταχτο βάρος των πανελλαδικών εξετάσεων στο τέλος της εφηβείας. Είναι η ώρα που οι βαθιές φονικές μαχαιριές ματώνουν το σύστημα, τους εκτελεστές του και τα ίδια τα παιδιά της ζωής. Είναι θλιβερό γεγονός ότι και το σημερινό Λύκειο, όπως και τα προηγούμενα παραμένει ένα εξετασιοκεντρικό σχολείο, παρ΄ όλες τις προσπάθειες που έγιναν για κάποιες αλλαγές με τις ερευνητικές εργασίες και τα διάφορα προγράμματα προστασίας περιβάλλοντος, υγείας και προαγωγής του πολιτισμού.
Η ελληνική κοινωνία, στο σύνολό της, έχει αναγάγει στο ύψιστο σημείο αξίας τη συμμετοχή και την επιτυχία των μαθητών της Γ΄ Λυκείου στις πανελλαδικές εξετάσεις. Οι  καθηγητές, υπό την πίεση του αναλυτικού προγράμματος και της εξεταστέας ύλης, δεν έχουν τη δυνατότητα να κινηθούν με χαλαρούς ρυθμούς , να πλησιάσουν το μαθητή, να σκύψουν στα προβλήματά του, ούτε και να παρεκκλίνουν στο ελάχιστο από τη μεθοδική διδασκαλία και μόνο της εξεταστέας ύλης . Η πίεση και το άγχος είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά που επικρατούν στην ψυχολογία κυρίως των καθηγητών και των μαθητών της Γ΄ Λυκείου, είναι αυτά ακριβώς  που δημιουργούν την καταξίωση ή την απαξίωση και το ενοχικό σύνδρομο στη σχολική κοινότητα.
            Μια παρόμοια κατάσταση βεβαίως επικρατεί και στο οικογενειακό περιβάλλον. Γονείς υπερπροστατευτικοί και αγχώδεις με μεγαλεπίβολα σχέδια για τα παιδιά τους  πιέζουν με το λόγο, το βλέμμα, τη χειρονομία ή και την ειρωνεία για περισσότερη μελέτη που τις περισσότερες φορές είναι αναγκαστική, χωρίς τη χαρά της απόλαυσης και της δημιουργίας. Η σύγκριση εξάλλου με τις σχολικές επιδόσεις άλλων ατόμων του άμεσου ή και έμμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος είναι εξαιρετικά ψυχοφθόρα.  Είναι όλα αυτά που σύρουν τους εφήβους στις αμέτρητες ώρες των θρανίων και των φροντιστηρίων και δεν αφήνουν  τον ελάχιστο χρόνο και χώρο σ΄αυτή την ηλικία που πρέπει να χαρεί , να δράσει, να αντιδράσει, να κλάψει , να σκεφτεί τις συνεχείς αλλαγές που συντελούνται.  
Αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον κατατάσσει στον αξιολογικό πίνακα της ιεραρχίας τους υποψήφιους φοιτητές και τις οικογένειές τους, ανάλογα με την επιτυχία στις πανελλαδικές εξετάσεις , (διαγωνισμό θα τον λέγαμε καλύτερα) παραμερίζοντας άλλα πιο ουσιώδη χαρακτηριστικά όπως: του ήθους ή των δεξιοτήτων και των επιδόσεων που μπορεί να έχει κάποιος σε άλλους μη αναγνωρισμένου κύρους τομείς της προσωπικότητας. Έτσι τα παιδιά που παρακολουθούν το ελληνικό Λύκειο και δεν αισθάνονται ότι αυτό αντιστοιχεί με τις ιδιαίτερες κλίσεις και τα ενδιαφέροντά τους, ασφυκτιούν αφόρητα χωρίς διέξοδο, και αν είναι από τη φύση τους εσωστρεφή και δεν αποκαλύπτουν εύκολα αυτά που νιώθουν, κάποια στιγμή εκκρήγνυνται με απρόβλεπτες συνέπειες .
Οι υποψήφιοι επίσης απαγοητεύονται και αγανακτούν με ιδιαίτερη ένταση, όταν τα θέματα στα οποία καλούνται να απαντήσουν πολύ απέχουν από το πνεύμα της διδασκαλίας και των απαιτήσεων του σχολικού βιβλίου και κινούνται σε Πανεπιστημιακό επίπεδο. Δυστυχώς η ευθύνη της εκάστοτε Κεντρικής Επιτροπής Εξετάσεων είναι καθοριστική για το ποδοπάτημα της προσωπικότητας και της ψυχολογίας του μαθητή που, ενώ έχει προετοιμαστεί, αποτυχαίνει, γιατί απαιτούνται γνώσεις που είναι πάνω από τις δυνατότητες αυτής της ηλικίας.  Τρανταχτό παράδειγμα αυτό που συνέβη φέτος με τα μαθήματα:  «Φυσική»  και «Μαθηματικά και στοιχεία Στατιστικής».  Τέτοιες απαιτήσεις μειώνουν το κύρος και την αξιοπιστία του θεσμού (που είναι τώρα πλέον έρμαιο στα χέρια των πανεπιστημιακών ) και υποβάλλουν τις οικογένειες σε πρόσθετους κόπους και θυσίες, αφού για να καλύψουν ένα τέτοιο εύρος γνώσεων είναι υποχρεωμένες να καταφύγουν στα ιδιωτικά φροντιστήρια. Έτσι η εκπαίδευση ολοένα και περισσότερο παύει να είναι δημόσιο αγαθό και γίνεται ιδιωτική υπόθεση του καθενός. Η σημερινή οικονομική κρίση δημιουργεί μεγαλύτερες ταξικές διαφορές και στο επίπεδο των σπουδών, αφού λίγοι θα μπορούν να ανταποκριθούν στο υπέρογκο κόστος.  Όλα αυτά αυξάνουν τα αισθήματα μειονεξίας των αδύναμων και προσθέτουν φονικές μαχαιριές στα σχολικά θρανία.
            Η στροφή επίσης των νέων προς τις ποικίλες εξαρτησιογόνες ουσίες είτε για λόγους μόδας και περιέργειας, είτε γιατί θέλουν να «φεύγουν» από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν συμβάλλει  και αυτή σε τυχόν ακραίες συμπεριφορές, όταν μάλιστα υποστούν και  πρόσθετο ψυχολογικό βάρος, όπως οι εξετάσεις.
            Τα ακραία φαινόμενα επιθετικής συμπεριφοράς των μαθητών που εμφανίζονται κάθε χρόνο με απόπειρες αυτοκτονίας και ακόμα με τη σκληρότερη όλων συμπεριφορών , τη φετινή μητροκτονία, πρέπει να μας προβληματίσουν ακόμη περισσότερο. Εμείς οι εκπαιδευτικοί-γονείς, φαίνεται, ότι έχουμε πρόσθετες ευθύνες, γιατί παρασυρμένοι και πιεζόμενοι από τον κεντρικό στόχο που είναι η επιτυχία στις σχολικές επιδόσεις δεν καταφέρνουμε να κάνουμε την αυτοκριτική μας. Καταπιέζουμε περισσότερο απ΄ όλους τα ίδια τα παιδιά μας, γιατί είμαστε οι άνθρωποι της δουλειάς και ξέρουμε από μέσα τα πράγματα, τους τρόπους, τους κόπους και τις θυσίες που απαιτούνται για μια θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Συνυπάρχουμε στο σχολείο και στο σπίτι τις περισσότερες ώρες του εικοσιτετραώρου και τους ασκούμε υπέρμετρη πίεση από ενδιαφέρον για το μέλλον τους, αφού δεν έχουμε περιουσίες και επιχειρήσεις να τους κληροδοτήσουμε. Γι΄ αυτό και οι περισσότεροι επιτυχόντες στις πανελλαδικές εξετάσεις προέρχονται από γονείς εκπαιδευτικούς. Αυτό όμως έχει κόστος και ρίσκο για ποικίλες μαχαιριές..  
Σε κάθε περίπτωση και με οποιοδήποτε αναλυτικό πρόγραμμα ή τύπο σχολείου και εξετάσεων οι έφηβοι θέλουν συναισθηματική στήριξη και προσπάθεια ώστε να τα βρίσκουν με το εαυτό τους και να γεφυρώνουν τις διαφορές τους με τον κόσμο των  μεγάλων οι οποίοι πολλές φορές κτίζουν τα δικά τους όνειρα στις πλάτες των παιδιών τους. Η συμβολή των ειδικών επιστημόνων θα πρέπει να πάψει να είναι ταμπού στην ελληνική κοινωνία και θα πρέπει να προσκαλούνται ως αρωγοί στις όποιες δύσκολες στιγμές του καθενός μας.  
Το νέο σχολείο που σχεδιάζεται σήμερα  θέλει μεγαλύτερη εντατικοποίηση, δίχως να αφήνει τους φεγγίτες ανοικτούς όπου το συναίσθημα και η παιδαγωγία  θα διαμορφώνουν ισορροπημένους ανθρώπους . Δυστυχώς οι τεχνοκράτες που  κυβερνούν  τον παγκόσμιο καπιταλισμό μετέτρεψαν την παιδεία σε μηχανή και τη   λαδώνουν   με τα λιπαντικά του μίσους απέναντι σε κάθε ανθρώπινη αξία και χαρακτηριστικό και μας μεταλλάσσουν όλους σε γρανάζια της μηχανής τους. Θα το δεχτούμε αδιαμαρτύρητα ντυμένοι στο χαρτί της επιστράτευσης ή θα συμμαχήσουμε με τις αδύναμες κοινωνικές ομάδες για να γίνουμε πιο δυνατοί απέναντι στη σκληρότητα της εποχής μας;
Ζάκυνθος 24-5-2013
Παύλος Φουρνογεράκης

-Βίλχελμ Ράιχ : η ζωή και το έργο του.. αναδημοσιευση απο το Μπλογκ ΠΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

-Βίλχελμ Ράιχ : η ζωή και το έργο του

raih.jpgΤο έργο του Wilhelm Reich (1897-1957) επηρρέασε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο έβλεπαν τα πράγματα αρκετοί της μεταπολιτευτικής γενιάς. Oι απόψεις του για τη  σχέση του μαρξισμού με την ψυχανάλυση, η συσχέτιση της σεξουαλικότητας με την πολιτική έκφραση, υπήρξαν πρωτοποριακές προσεγγίσεις. Από τη “Μαζική ψυχολογία του φασισμού” μέχρι τη “Σεξουαλική Επανάσταση”, ο Ραιχ έθετε τα θεμέλια μιας νέας αντίληψης που ξεπερνούσε κάθε τι παραδοσιακό. Τα γραπτά του αποτελούν ανεκτίμητες πηγές για την κατανόηση των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στο Μαρξισμό και τη ψυχανάλυση, χωρίς να απαιτούν την εξειδικευμένη προσέγγιση ή γνώση ενός σπουδαστή ψυχολογίας.
«… Η σεξουαλική καταπίεση της κοινωνίας αποτελεί ένα αντιδραστικό θέμα που έχει μεγάλη σημασία. Η κοινωνία δε μπορεί να κάνει χωρίς την ανασταλτική της επίδραση πάνω στις κοινωνικές διαδικασίες, γιατί: [...] προετοιμάζει την μετέπειτα υπακοή των ενηλίκων στην εξουσία του κράτους και του κεφαλαίου, καλλιεργώντας το φόβο απέναντι στην εξουσία σ’ όλα τα άτομα της κοινωνίας. – Ακρωτηριάζει τις κριτικές πνευματικές δυνάμεις των καταπιεσμένων μαζών. Η σεξουαλική απώθηση καταναλώνει ένα μεγάλο μέρος ψυχικής ενέργειας που θα χρησιμοποιόταν διαφορετικά σε πνευματική δραστηριότητα. – Τραυματίζει την ψυχική ακεραιότητα ενός τεράστιου αριθμού ανθρώπων. Αναστέλλει κι ευνουχίζει τή δύναμη για εξέγερση στα υλικά καταπιεσμένα άτομα. [...] Στο μέτρο πού μπορέσαμε να ανακαλύψουμε το κοινωνιολογικό νόημα της σεξουαλικής απώθησης και της καπιταλιστικής της λειτουργίας, δεν θάταν δύσκολο να βρούμε τις αντιφάσεις που δημιούργησε κι οποίες θα οδηγήσουν στην καταστροφή της.» (από: Σεξουαλική Επανάσταση” )
Δημοσιεύουμε στη συνέχεια  ένα άρθρο με τίτλο “Μαρξισμός και Ψυχανάλυση. Σημειώσεις πάνω στη ζωή και το έργο του Βίλχελμ Ράιχ ” του  Alessandro D’Aloia, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ιταλικού περιοδικού FalceMartello. Η αυθεντική ιταλική του έκδοση μπορεί να βρεθεί στο Marxismo e psicoanalisi (la figura di Wilhelm Reich).


 
Η εκπαίδευση του
Οι περισσότεροι ψυχαναλυτές, είτε είναι σπουδαστές, είτε επαγγελματίες, είτε απλοί ερασιτέχνες, δεν αναγνωρίζουν ούτε τον ιστορικό ρόλο, ούτε τις εργασίες του Ράιχ. Αυτό το γεγονός έκανε δυνατό πολλοί αναγνωρισμένοι διανοούμενοι, όπως αυτοί της «Σχολής της Φρανκφούρτης», να λεηλατήσουν με ευκολία τα έργα του (ιδιαίτερα εκείνα της πιο εμφανούς Μαρξιστικής περιόδου του) χωρίς να αποδίδουν έστω την ελάχιστη αναγνώριση στο Ράιχ και ακόμα περισσότερο, χωρίς να αντιλαμβάνονται την επιρροή της σκέψης του στις εργασίες του.
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν κάποιο ενδιαφέρον για τη ψυχολογία να μαθαίνουν ελάχιστα παραπάνω από τα κλασσικά έργα του Φρόιντ. Υπάρχει λοιπόν έλλειψη γνώσης για μια ολόκληρη σειρά από σπουδαίες εργασίες στον τομέα της ψυχολογίας, όπως αυτές του Ράιχ, οι οποίες είναι απαραίτητο να μελετηθούν ώστε να κατανοήσει κανείς πλήρως την ψυχανάλυση, τις σύγχρονές της αντιφάσεις και τη σημερινή ταξική της τοποθέτηση. Εάν αυτές οι εργασίες ήταν ευρύτερα γνωστές, τα λεγόμενα «μεταρρυθμισμένα» Φροϋδικά αξιώματα θα υποβαθμίζονταν παντελώς και οι αντιδραστικές τους εμπλοκές θα αποκαλύπτονταν.
Η πλέον γνωστή εργασία του Ράιχ είναι η «Σεξουαλική Επανάσταση», η οποία δημοσιεύτηκε στη Βιέννη το 1930. Γενικά τα επιστημονικά του πονήματα έχουν πολύ πλατύτερη εφαρμογή από του Φρόιντ, και περιλαμβάνουν εργασίες όπως: «Η Λειτουργία του Οργασμού», «Η Εισβολή της Καταναγκαστικής Σεξουαλικής Ηθικής», «Το Άτομο και το Κράτος» και «Η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού». Ο Ράιχ υπήρξε ενεργό μέλος της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρίας (IPS), η οποία είχε ιδρυθεί από τον Φρόιντ. Τον καιρό της πρώτης του δημοσίευσης («Η Λειτουργία του Οργασμού») είχε γίνει αποδεκτός από το ευρύ κοινό ως ο πλέον χαρισματικός από όλους τους μαθητές του Φρόιντ. Αλλά ακόμα και εντός αυτής της εργασίας υπάρχουν στην ουσία όλα εκείνα τα στοιχεία της σκέψης του, τα οποία επρόκειτο να τον φέρουν σε σύγκρουση με τον Φρόιντ στη «δεύτερή» του περίοδο.
Ο Ράιχ συμφώνησε με τον Φρόιντ πως η σεξουαλική ανάπτυξη αποτελεί τη θεμελιώδη προέλευση της συναισθηματικής διαταραχής. Μαζί εξέφρασαν τις ακόλουθες θέσεις: το μεγαλύτερο μέρος της ψυχολογικής δραστηριότητας κυριαρχείται από υποσυνείδητες διαδικασίες. τα παιδιά πολύ σύντομα αναπτύσσουν πολύ ενεργή σεξουαλικότητα. η σεξουαλική ενέργεια των παιδιών είναι η αιτία των περισσότερων ψυχολογικών διαδικασιών. η νηπιακή σεξουαλικότητα καταπιέζεται διαδοχικά και αυτό έχει πολύ σοβαρές συνέπειες για την συναισθηματική υγεία. η ηθική δεν προκύπτει από κανένα υπερφυσικό ον ή ως μια σειρά κανόνων, αλλά είναι παράγωγο της επιβαλλόμενης καταπίεσης πάνω στη σεξουαλικότητα των ατόμων, καθώς αυτά μεγαλώνουν σε ηλικία και γίνονται από παιδιά, έφηβοι και τελικά ενήλικοι.
Ο Ράιχ συνέχισε επιζητώντας την ανάπτυξη αυτών των ιδεών και την τεκμηρίωσή τους με πειστικά ευρήματα. Διερεύνησε και αποκάλυψε τις σχέσεις ανάμεσα στη σεξουαλική ζωή και την αστική ηθική, έπειτα προχώρησε στην καταγραφή, με τον ίδιο τρόπο, της σύνδεση της ίδιας της αστικής ηθικής με την αστική σεξουαλική καταπίεση και τις υποσυνείδητές τις επιδράσεις, που αποτελούν τις βασικές αιτίες των νευρώσεων. Έπειτα προώθησε την ιδέα πως μια σεξουαλική ζωή απελευθερωμένη από ενοχικά αισθήματα θα ήταν η καλύτερη θεραπεία για την καταπολέμηση αυτών των νευρώσεων. Κατέληξε λοιπόν στο συμπέρασμα πως μια τέτοια απελευθέρωση από τη ντροπή και την καταπίεση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω μιας μη-κυριαρχικής ηθικής, η οποία με τη σειρά της θα μπορούσε να έλθει μόνο μέσω ενός οικονομικού συστήματος που θα ξεπερνούσε και να καταργούσε την καταπίεση.
Ωστόσο, ο Φρόιντ σύντομα θα άλλαζε το περιεχόμενο των σκέψεών του και στην πορεία θα έσπαζε από εκείνες τις ιδέες που ο Ράιχ συμφωνούσε μαζί του και τις είχαν σαν κοινή αφετηρία. Το 1926, στο έργο «Η Απαγόρευση, Σύμπτωμα και Ανυπομονησία», ο Φρόιντ υποστήριζε πως, «…[είναι] η ανυπομονησία που παράγει την καταπίεση και όχι, όπως πίστευα στο παρελθόν πως η καταπίεση παράγει την ανυπομονησία…». Αυτό αποτελούσε στροφή 180 μοιρών. Η νέα θεωρία του Φρόιντ υποστήριζε πως η ανυπομονησία (σεξουαλική ανησυχία) ήταν κάτι ενδογενές, προερχόμενο εσωτερικά από τη ψυχή του ατόμου. Έτσι, ο Φρόιντ δε θεωρούσε πλέον πως ήταν παράγωγο από κοινού και εξωτερικών, κοινωνικών συνθηκών. Όλοι οι εξωτερικοί, αντικειμενικοί, περιβαλλοντικοί παράγοντες απλά απορρίπτονταν από τις αναλύσεις του Φρόιντ.
Το σύνολο των νέων ιδεών του Φρόιντ αποτέλεσαν το όχημα για όλες εκείνες τις θεωρίες που υποστηρίζουν πως όλα τα ανθρώπινα «σφάλματα» είναι έμφυτα στη φυσική ύπαρξη ανδρών και γυναικών (για παράδειγμα, η ιδέα πως υπάρχει ένα γονίδιο που προκαλεί την εγκληματικότητα). Αυτό είναι σε πλήρη αντίφαση με την υλιστική αρχή που υποστηρίζει πως οι κοινωνικές συνθήκες της ανθρωπότητας καθορίζουν τη γενική και την ατομική συνείδηση – όχι αντίστροφα. Από τη στιγμή που ο Φρόιντ απέρριψε την υλιστική φιλοσοφία, οι θεωρίες του δε μπορούσαν παρά να αποτελέσουν τίποτα περισσότερο από την έκφραση της αποδοχής της κοινωνίας ως έχει και με συνέπεια να αποκλείει την πιθανότητα διαμόρφωσης πραγματικών λύσεων για τα ιατρικά προβλήματα που διερευνώνται.
Αυτές οι αλλαγές στη θέση του Φρόιντ συνέβησαν σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο – στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Τότε η γενική διάθεση ήταν πως με τη διαφαινόμενη ασταμάτητη άνοδο του Ναζισμού, οι φασίστες σίγουρα θα διέλυαν την IPS, εάν αυτή δεν άλλαζε τα θεωρητικά της θεμέλια. Όπως φάνηκε, οι απειλές για καταστολή οδήγησαν στο να επηρεαστεί η σκέψη πολλών αστών διανοουμένων από το φόβο του Ναζισμού. Αυτό ισχύει ακόμα και για επιστήμονες που είναι υπεράνω κάθε υποψίας για συμπάθεια προς τους Ναζί. Ο Φρόιντ ήταν απλά ένας από τους αστούς επιστήμονες που επηρεάστηκαν με αυτόν τον τρόπο.
Η εργασία του
Ενώ ο Φρόιντ ασκούσε αυτολογοκρισία, το 1928 ο Ράιχ τόλμησε να γίνει μέλος του Αυστριακού Κομμουνιστικού Κόμματος (ACP). Γρήγορα έδειξε στοιχεία πολύ ενεργού αγωνιστή. Ήταν πεπεισμένος, σαν αποφασισμένος Μαρξιστής, πως ο μόνος τρόπος για να φέρει κανείς σε πέρας αποτελεσματική δράση ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα ήταν μέσω της πολιτικής δράσης, οργανωμένης από τους ίδιους τους εργάτες στους χώρους εργασίας τους. Την ίδια χρονιά ο Ράιχ, μαζί με άλλους αριστερούς γιατρούς, ίδρυσαν την Σοσιαλιστική Ένωση για Σεξουαλική Υποστήριξη και Έρευνα. Αυτή η ομάδα υποστηριζόταν από το ACP και οργάνωνε «κέντρα ψυχολογικής υποστήριξης». Ο στόχος τους ήταν να γίνουν τα πρώτα κλινικά κέντρα που θα δέχονταν ως ασθενείς εργαζομένους και θα αφοσιώνονταν στα ψυχολογικά τους ζητήματα- πολύ καλύτερα από το να κουράρουν βαρεμένους αστούς, που ήταν οι φυσικοί πελάτες των Φροϋδικών.
Πρέπει κανείς να λάβει υπόψη πως ο Ράιχ δεν είχε μια ουτοπική αντίληψη σχετικά με το ζήτημα πώς μπορούν να λυθούν οι ψυχολογικές ασθένειες των μαζών. Αυτό αποδεικνύεται από την πεποίθησή του πως οι νευρώσεις και οι συναισθηματικές διαταραχές παράγονται από μια δοσμένη κοινωνική δομή που είναι καπιταλιστική και ολοκληρωτική, όπως και από το επιστημονικά ορθό συμπέρασμα πως συντρίβοντας τον καπιταλισμό και χτίζοντας μια σοσιαλιστική κοινωνία, και ως εκ τούτου απαλλάσσοντας την κοινωνία από αυτά τα αρνητικά χαρακτηριστικά, οι ψυχολογικές διαταραχές θα καθίστατο απίθανες.
Η νέα ερευνητική ένωση του Ράιχ απολάμβανε ένα μακρύ πελατολόγιο, το μέγεθος του οποίου επέτρεπε τη διεξαγωγή εξαντλητικών, συνεπών και μεγάλης συχνότητας και έκτασης μελετών. Φυσικά, αυτό παρείχε κάποια άμεσα οφέλη στους εργάτες-ασθενείς. Απασχολούμενοι με ένα μεγάλο αριθμό κλινικών περιπτώσεων, πολύ μεγαλύτερο από αυτόν που οι Φροϋδικοί αναφέρουν στη δική τους δουλειά, ο Ράιχ μπορούσε να παρέχει εξαιρετική στατιστική επεξεργασία στην έρευνά του, η οποία τροφοδοτούσε τα συμπεράσματά του. Οι εργασίες που ακολούθησαν θα περιελάμβαναν έναν ασύγκριτα μεγαλύτερο αριθμό παρατηρήσεων και περιπτώσεων από αυτόν που παρουσίαζαν οι «ανταγωνιστές» του.
Αυτές οι εμπειρίες έδιναν επίσης στον Βίλχελμ Ράιχ μια βαθιά κατανόηση πολλών κοινωνικών προβλημάτων. Για παράδειγμα, ο τεράστιος αριθμός περιστατικών ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης που αυξανόταν σαν αποτέλεσμα μιας περιόδου εξαναγκαστικής «δημογραφικής ανάπτυξης». Οι εμπειρίες του με εργάτες ισχυροποιούσαν επίσης την αντίθεσή του στην ανόητη ιδέα της ασηπτικής κλινικής εργασίας, η οποία ήταν η μέθοδος που όλοι οι άλλοι «επαγγελματίες» χρησιμοποιούσαν εκείνη την περίοδο. Ένιωθαν πως ήταν τελείως άχρηστο και ανώφελο να θέτει κανείς το ερώτημα της σύνδεσης της ψυχικής ασθένειας με τις πιθανές κοινωνικές της αιτίες.
Ο Ράιχ έγραψε τα ακόλουθα σχετικά με τις εμπειρίες εκείνης της εποχής:
 «Στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν είχαμε κανένα σοβαρό λόγο να δώσουμε στους ανθρώπους μια κατάλληλη ιατρική διάγνωση. Αντίθετα, το να χρησιμοποιήσουμε ένα τέτοιο εργαλείο θα σήμαινε πως κλείνουμε τα μάτια μπροστά στο βασικό πρόβλημα. Αυτό θα ήταν ηλίθιο, παρά εγκληματικό για τη μητέρα και το παιδί…εκείνες οι γυναίκες, εκείνα τα κορίτσια ήταν τελείως ανίκανα να αγαπήσουν ένα παιδί, να το φροντίσουν, να το βοηθήσουν να μεγαλώσει και να μην καταστρέψει τη ζωή του. Όλες εκείνες οι γυναίκες, χωρίς καμία εξαίρεση, ήταν τελείως διαταραγμένες από συναισθηματική άποψη. Όλες τους, χωρίς καμία εξαίρεση και πάλι, είχαν μια διαταραγμένη σχέση (αν υπήρχε καμία) με τον άνδρα που τους δημιούργησε το πρόβλημα. Ήταν ψυχρές,  κομματιασμένες από την καταπίεση, σαδίστριες βαθιά στη συνείδησή του  ή ανοιχτά μαζοχίστριες…στις περισσότερες περιπτώσεις είχαν τρία ή έξι παιδιά ή απλά έφερναν στο κόσμο τα παιδιά άλλων. Μισούσαν τα μωρά τους ακόμα και πριν αυτά γεννηθούν. Συχνά ήταν θύματα ξυλοδαρμού από αλκοολικούς συζύγους. Μισούσαν τα παιδιά που έβλεπαν γύρω τους. Το να μιλάει κανείς για την «αγία μητρική αγάπη» μπροστά σε τέτοια εγκληματική δυστυχία, θα ακουγόταν πραγματικά εγκληματικό.
Τέτοιες φοβερές συνθήκες οδήγησαν τον Ράιχ στην παραγωγή μιας εμβριθούς ανάλυσης σχετικά με την επίδραση της αστικής ηθικής στη ψυχολογική ανάπτυξη των γυναικών. Με τον τρόπο αυτό ο Ράιχ έδωσε μια σημαντική επιστημονική συμβολή στο ζήτημα της «απελευθέρωσης της γυναίκας». Σε αυτό το θέμα άσκησε ανοιχτή πολεμική ενάντια στους σύγχρονούς του «ειδικούς σεξουαλικής υγιεινής», οι οποίοι με ρητό τρόπο διακήρυτταν υπέρ της γυναικείας παρθενίας πριν από το γάμο. Ένας από αυτούς τους ειδικούς έγραψε, «Πρέπει να αναπτύξουμε και να καλλιεργήσουμε τη θηλυκή παρθενία ως τον μέγιστο εθνικό πλούτο. Πραγματικά μόνο χάρη στη γυναικεία παρθενία μπορούμε να έχουμε μια ασφαλή εγγύηση πως είμαστε παιδιά των πατεράδων μας και πως εργαζόμαστε και μοχθούμε για το δικό μας αίμα. Χωρίς μια τέτοια εγγύηση δεν υπάρχει καμία πιθανότητα για μια βαθιά και ασφαλή οικογενειακή ζωή, η οποία με τη σειρά της είναι ο απαραίτητος στυλοβάτης της εθνικής και ατομικής ευημερίας…Οι γυναίκες να μην είναι αφοσιωμένες στους συζύγους τους, είναι πολύ πιο επικίνδυνο από το οι άνδρες να μην είναι αφοσιωμένοι στις γυναίκες τους…» (Max Von Guber, “Hygiene des Geschlechtslebens dargestellt für Manne r “, Stuttgart 1930 – στα Αγγλικά, “Sexual Life Hygiene for Men”). Παρόλο που δεν ήταν αυτή η πρόθεση του συγγραφέα, αυτή η παράγραφος είναι πραγματικά μια ξεκάθαρη επιβεβαίωση του σημείου που ο Έγκελς έθεσε στο κλασσικό του έργο, «Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους» – ένα σημείο το οποίο ο Ράιχ εξέφρασε με τα δικά του λόγια, όταν έγραφε πως, «…η πιο άμεση συνέπεια της ατομικής ιδιοκτησίας είναι το συμφέρον για παρθενία πριν από το γάμο και η αφοσίωση εντός του γάμου προς το σύζυγο».
Αυτή η συνέπεια της ατομικής ιδιοκτησίας ουσιαστικά προκαλεί απώλεια του περιεχομένου της σεξουαλικής σχέσης ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες και την μετατρέπει σε κάτι που περιλαμβάνει μόνο μια σεξουαλική ζωή και τις προσωπικές επιλογές των ατόμων. Κατά συνέπεια η σεξουαλική σχέση γίνεται ένα κατασκεύασμα στο οποίο οι γυναίκες είναι καταδικασμένες να υποφέρουν τους μεγαλύτερους περιορισμούς, πιέσεις και αδικίες. Αυτό το συμπεράσματα επιβεβαιώθηκε και από τα αποτελέσματα της κλινικής στατιστικής. Πραγματικά, εκείνη την εποχή, περισσότερο από το 90% των γυναικών διαπιστώθηκε να έχουν κάποιου τύπου σεξουαλική διαταραχή, σε σύγκριση με «μόνο» το 60% των ανδρών. Αυτά ήταν τρομαχτικά και σοκαριστικά νούμερα και πραγματικά άλλαζαν τον ορισμό της «κανονικότητας» και συνέβαλλαν στο να θεωρηθούν οι σεξουαλικές διαταραχές ένα σημαντικό μαζικό πρόβλημα.
Χωρίς αμφιβολία τέτοιες φρικτές συνθήκες δεν ανησυχούσαν τους Ναζιστές που υποστήριζαν τη σεξουαλική υγιεινή και προωθούσαν θεωρίες όπως «το θηλυκό φυσικό ένστικτο της μονογαμίας». Βάσει τέτοιων σκουπιδοθεωριών, οι γυναίκες ήταν ικανές για σεξουαλική ικανοποίηση μόνο στην ηλικία ανάμεσα στα 20 και τα 25 χρόνια και μόνο εάν η σεξουαλική διείσδυση συνέβαινε με σκοπό την τεκνοποιία – και φυσικά, βάσει αυτών των θεωριών, υπήρχαν «φυσικές» αιτίες γι αυτό.
Ασφαλώς δεν μας αφήνει καθόλου έκπληκτους το γεγονός πως υπήρχε μια εξαιρετικά στενή σχέση ανάμεσα σε αυτές τις θεωρίες και στις θέσεις της Εκκλησίας. Η Εκκλησία πάντοτε υπήρξε πρωτοπόρα στην παραγωγή τέτοιων ιδεολογιών και δογμάτων που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στις κυρίαρχες τάξεις σε ολόκληρη την ιστορία. Πάντα έπαιζε έναν αποφασιστικό ρόλο στην υπηρεσία του κράτους, το οποίο εκείνη την εποχή δε μπορούσε παρά να συμπορευτεί με την Εκκλησία για την υπεράσπιση ενός από τους πιο θεμελιώδεις θεσμούς της αστικής κοινωνίας: του γάμου. Η ίδια η ύπαρξη του γάμου σα θεσμού της αστικής κοινωνίας αποκλείει κάθε πιθανότητα επίλυσης των αποτελεσμάτων μιας ηθικής που βασίζεται στην καταπίεση, είτε αυτές είναι ψυχολογικές (όπως διάφορες νευρώσεις και σεξουαλικές διαταραχές), ή φυσικές (για παράδειγμα, η άμβλωση). Πραγματικά, το τέλος της αστικής ηθικής, η οποία θα αποτελούσε τη μοναδική πραγματική λύση σε αυτά τα προβλήματα, αναγκαία θα υποβάθμιζε «αξίες» όπως η «παρθενία πριν το γάμο» και η συζυγική πίστη. Κατά συνέπεια, ο γάμος θα απελευθερωνόταν από τον παραδοσιακό του ρόλο, αυτόν του εξαναγκασμού για άνισο σεβασμό και έλεγχο, που τον απολαμβάνουν μόνο οι άντρες. Ένας τέτοιος ρόλος φαίνεται για παράδειγμα, στη λογική πίσω από την ιδέα πως εάν μια γυναίκα είναι πιστή δε χρειάζεται να προχωρήσει σε άμβλωση – λες και το μοναδικό πρόβλημα στην περίπτωση μιας άμβλωσης είναι η συζυγική πίστη.
 «Εάν βρίσκαμε έναν τρόπο να στειρώσουμε προσωρινά τις γυναίκες με μια διαδικασία εσωτερική και επαναλαμβανόμενη, τότε θα ήταν απολύτως απαραίτητο να ανακαλύπταμε και έναν τρόπο που θα πετύχαινε την πλατιά εξάπλωση τέτοιων τεχνικών καθιστώντας τις οικονομικά ανεκτές, εξασφαλίζοντας…ένα όφελος…για την υγιεινή. Τότε όμως θα έπρεπε να αντιμετωπίζαμε την απειλή που θα διαφαινόταν για την ίδια τη σεξουαλική λειτουργία και ηθική, ή ακόμα περισσότερο για τη ζωή και τον ίδιο τον πολιτισμό γενικά» (Max Marcuse, “Ο Γάμος: Η Φυσιολογία, η Ψυχολογία, η Υγιεινή και η Ευγενετική  του. Ένα Βιβλίο για το Γάμο, Berlin/Koln, 1927).
Η απαγόρευση των αμβλώσεων και της αντισύλληψης αφαιρεί από τις γυναίκες τον έλεγχο της ίδιας της ζωής και των σωμάτων τους, με την πιο προσωπική σφαίρα της ζωής να επέρχεται στην κυριαρχία της ανάγκης της αστικής ηθικής για τη διατήρηση της υποτέλειάς των γυναικών στους άνδρες. Ο απόλυτος σκοπός τέτοιων απαγορεύσεων είναι η διατήρηση των αστικών θεσμών, με στόχο την υπεράσπιση της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας. Παρόλο που η ιδέα της οικογένειας, που βασίζεται στον «ιερό γάμο», βρίσκεται σε βαθιά κρίση σήμερα, οι παραπάνω γραμμές διατηρούν το νόημά τους ακέραιες. Ολόκληρη η αστική ηθική είναι σε κρίση. Οι επισφαλείς συνθήκες σε όλες τις σφαίρες της ζωής έχουν προκύψει με ευθύνη του καπιταλισμού. Τα πάντα υπόκεινται σε αιφνίδιες αλλαγές. Ο νέος «λόγος του Θεού» είναι η «ευελιξία», και ο νέος θεός απ’ όπου προκύπτει αυτός ο λόγος είναι ο θεός -  «Κεφάλαιο». Τα ζητήματα της άμβλωσης και της αντισύλληψης έχουν αναδείξει με τη σειρά τους ένα νέο ζήτημα: ότι τόσο ο Βιβλικός «λόγος του Θεού», όσο και ο αστικός «νέος λόγος ενός νέου θεού» συνθέτουν τις θεολογικές αντιφάσεις εντός της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Ο θεωρητικός του πυρήνας και η διαμάχη με τους Φροϋδικούς
Νωρίτερα σ’ αυτό το άρθρο, εξηγήσαμε πώς η Φροϋδική ψυχανάλυση χάθηκε σε ένα τυφλό δρομίσκο μετά το 1926, όταν έκανε μια λανθασμένη παράκαμψη στην προσπάθεια να δικαιολογήσει εκείνη την προσέγγιση της κοινωνικής πραγματικότητας που ο Φρόιντ και η Ψυχαναλυτική Εταιρία (IPS) πήραν συνολικά εκείνη την εποχή προσπαθώντας να αποφύγουν την κοινωνική κριτική. Στο σημείο αυτό ωστόσο, πρέπει να επιστρέψουμε στο καθαυτό αντικείμενο, καθώς είναι σημαντικό να εξετάσουμε αυτή τη διαδικασία λεπτομερέστερα. Η άρνηση των Φροϋδικών να συνδέσουν τις κοινωνικές συνθήκες με τις ψυχικές διαταραχές, θέτοντάς ενστίκτου του θανάτου» ως έναν τρόπο εξήγησης για την καταγωγή αυτών των προβλημάτων. Σύμφωνα με τη νέα του σύλληψη, το ένστικτο του θανάτου ήταν ένα πρωτόγονο και αυτοκαταστροφικό κίνητρο που θέτει το άτομο πίσω σε μια αρχέγονη κατάσταση αδράνειας – μια κατάσταση στην οποία όλα τα πράγματα τείνουν να καταλήγουν. τις σε μια σχέση όπου η πρώτη θα είναι η «αιτία» και η δεύτερη το «αποτέλεσμά» της, τους οδήγησε, για να προσαρμοστούν, στην παραγωγή ενός μεγάλου αριθμού αντιδραστικών αξιωμάτων. Αφού αυτή η νέα άποψη δε μπορούσε να εξηγήσει επαρκώς κανένα ψυχολογικό πρόβλημα από αυτά που επιθυμούσε να λύσει, ο Φρόιντ αναγκάστηκε να εφεύρει τη θεωρία του «
Επειδή οι Φροϋδικές μέθοδοι θεραπείας σχετίζονταν με τέτοιες λαθεμένες θεωρητικές αρχές, όταν εφαρμόζονταν στην πράξη, δεν οδηγούσαν σε κανένα ιδιαίτερα θετικό αποτέλεσμα για τους ασθενείς. Τότε οι Φροϋδικοί οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα πως η «αυτοκαταστροφική αρχή», η οποία ήταν έμφυτη σε κάθε ανθρώπινο όν, είναι μια ασυνείδητη ανάγκη για τιμωρία που αγωνίζεται ενάντια στη φυσική ανάγκη για ικανοποίηση. Έτσι, για τους Φροϋδικούς, οι νευρώσεις έγιναν μια βιολογική κατάσταση των ανθρωπίνων όντων. Στη βάση αυτή της λογικής, οι ζωές των ατόμων στιγματίζονταν για πάντα από έναν «πρωτογενή μαζοχισμό». Αυτός ήταν λοιπόν ο λόγος για τον οποίο οι ασθενείς «αντιστέκονταν» στη θεραπεία, παραμένοντας άρρωστοι. Σύμφωνα με τους Φροϋδικούς, αναγκάζονταν για βιολογικούς λόγους να αντιστέκονται στην ανάκαμψή τους από τις διαταραχές! Ο Ράιχ συνέχισε να προωθεί την ιδέα πως οι ασθενείς ήταν άρρωστοι και ανισόρροποι εξαιτίας του φόβου τους πως θα τιμωρηθούν στην περίπτωση που θα λειτουργήσουν σύμφωνα με τις σεξουαλικές τους ορμές. Οι υποστηριχτές του «ενστίκτου του θανάτου» αυξάνονταν σε αριθμούς και κύρος με τέτοιο τρόπο που θυμίζει πολύ τη φήμη και την αποδοχή που απολαμβάνουν οι σύγχρονοι υποστηριχτές της θεωρίας του «Big Bang» (η «Μεγάλη Έκρηξη»). Σύντομα, οι Φροϋδικοί επιχείρησαν να εκτρέψουν τη ψυχολογική σκέψη από τις αρχικές ιδέες της αναγκαιότητας για κοινωνική πρόληψη των νευρώσεων μέσω μιας ευρείας μεταρρύθμισης των κανόνων συμπεριφοράς και πρακτικής και των κοινωνικών θεσμών που τους παράγουν και τους επηρεάζουν.
Το 1931, ο Φρόιντ δημοσίευσε την εργασία του με τίτλο, «Η Ασθένεια του Πολιτισμού». Σε αυτό το έργο υποστήριξε πως ολόκληρος ο πολιτισμός έχει χτιστεί στη βάση της καταπίεσης της σεξουαλικότητας και της εξιδανίκευσης των σεξουαλικών ορμών. Με αυτό εννοούσε πως η καταπίεση είναι απαραίτητη για τη δημιουργία, τη διατήρηση και την πρόοδο του πολιτισμού. πως η καταπίεση είναι προϋπόθεση για την ύπαρξη κοινωνικής δομής στην οποία η ανθρωπότητα πρέπει να υποκύπτει και πως πρέπει να μαθαίνει να εξιδανικεύει τις αρχέγονες ορμές της για να εκτρέπει την προσοχή και την ενέργειά της σε κοινωνικά αποδεκτούς στόχους. Αυτή η γραμμή αποτελεί μια ολοφάνερη και πλήρη συνθηκολόγηση με τον αστικό ιδεαλισμό και ηθική. Δεν κηρύττει τίποτα περισσότερα παρά την ίδια υποχωρητική και δουλοπρεπή ζωή που ανέκαθεν κήρυττε η οργανωμένη εκκλησία με σκοπό να παραπλανεί τις μάζες και να τους παραδίνει κάθε φορά στην υποταγή και την καταπίεση μέσα στους αιώνες.
Ο Ράιχ άσκησε κριτική στην εργασία του Φρόιντ, καθώς ο δεύτερος δεν έλαβε υπόψη του ερωτήματα όπως το «εάν» και «μέχρι ποιο σημείο» η πραγματικότητα των κοινωνικών συνθηκών υπήρξε οποτεδήποτε εκλογικευμένη ή όχι. Εάν υπήρξε ποτέ κάποια δομή να που στόχευε στην εξυπηρέτηση των αναγκών της ανθρωπότητας και στην προώθηση της ευτυχίας της, ή εάν ήταν πάντα δομημένη στη βάση της διατήρησης της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Σα Μαρξιστής ο Ράιχ είχε πλήρη συνείδηση πως ο «πολιτισμός» στον οποίο αναφερόταν ο Φρόιντ δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια συγκεκριμένη περίοδος ανάμεσα σε πολλές άλλες εποχές κατά τις οποίες η ανθρώπινη εξέλιξη διαπερνάει διαφορετικά στάδια κοινωνικής οργάνωσης. Ήταν ξεκάθαρο για το Ράιχ πως ο Φρόιντ προσπαθούσε να διατυπώσει γενικά συμπεράσματα για την απόλυτη φύση της ανθρώπινης ψυχής με δεδομένο απλά και μόνο ένα μοναδικό, μεταβατικό, ιστορικά καθορισμένο στάδιο ενός συνεχούς και μεταβαλλόμενου πολιτισμού. Και το χειρότερο ήταν πως ο Φρόιντ εμφάνιζε μια απαισιόδοξη θέση, που έδινε έμφαση στην αδράνεια κάθε δοσμένης κοινωνίας.
Μια αντίστοιχη γενίκευση βρίσκεται στη θεωρητική βάση του περιβόητου «Οιδιπόδειου συμπλέγματος» που διατύπωσε ο Φρόιντ. Το σύμπλεγμα εξαρτάται από την ύπαρξη μιας οικογένειας οργανωμένης σε μια συγκεκριμένη μονογαμική βάση – ένα φαινόμενο που είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών και ιστορικών σταδίων ανάπτυξης. Το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα προσπαθεί να εξηγήσει την ανάπτυξη της σεξουαλικής προσωπικότητας του ατόμου, κάνοντας αναφορά στη σεξουαλική προσωπικότητα των γονέων (σε μια διαλεκτική διαδικασία, όπου η εμπειρία και όχι η βιολογία είναι ο καθοριστικός παράγοντας) – αλλά αυτή η αναφορά είναι σχετική (και όχι απόλυτη) με αυτή τη συγκεκριμένη οικογενειακή δομή. Έτσι, η Φροϋδική θεωρία του Οιδιπόδειου συμπλέγματος δε μπορεί να εξηγήσει με πληρότητα τα ζητήματα που τίθενται. Στην πραγματικότητα, ενώ στη θεωρία υπάρχει ένας ρόλος που τον παίζει η σεξουαλικότητα των παιδιών, αυτός παραμένει ακαθόριστος σε ολόκληρη την πορεία του συμπλέγματος. Αυτό σημαίνει πως στη σύνθεση των αντισταθμιστικών επιθυμιών για το θάνατο του γονέα του ίδιου φύλου και της σεξουαλικής έλξης για το γονέα του αντίθετου βρίσκεται ολόκληρο το ψυχολογικό προφίλ του ενηλίκου.
Η αδυναμία της εκπλήρωσης αυτών των επιθυμιών του παιδιού οφείλεται στην κοινωνική και πολιτισμική δομή, η οποία επιβάλλει την καταπίεση αυτής της συμπεριφοράς. Η ίδια η δράση της καταπίεσης επηρεάζει την ανάπτυξη της ατομικής προσωπικότητας, μέσω μιας διαδικασίας που ο Φρόιντ ονόμασε «πρωτόγονη παρόρμηση εξιδανίκευσης». Αυτή η καταπίεση είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη μιας πολιτισμένης, ισορροπημένης, υγιούς κοινωνικής ζωής, μέσα στις πραγματικές συνθήκες της κοινωνίας. Αλλά ενώ αυτή η διαδικασία «εξιδανίκευσης» (η οποία παρεμπιπτόντως επιβάλλεται στο παιδί εξωτερικά από την κοινωνία στην οποία το παιδί έχει γεννηθεί) επιτρέπει στο Φρόιντ να εξηγήσει την ανάπτυξη των ψυχολογικών χαρακτηριστικών των ατόμων σε μία «πολιτισμένη κοινωνία» (που είναι μια κοινωνία οργανωμένη γύρω από τη μονογαμική οικογένεια), δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αναπτύξει θεραπείες που να καταπολεμούν τις νευρώσεις που στους ενηλίκους επαναλαμβανόμενα επιβάλει η ολοκληρωτική ηθική. Αυτό συμβαίνει επειδή κάθε θεραπευτική μέθοδος που προκύπτει από την οπτική του Φρόιντ δε μπορεί παρά μόνο να καταπραΰνει την καταπίεση των παρορμήσεων, καθώς καμία από αυτές δεν τολμά να ερωτηθεί σχετικά με την κοινωνική αναγκαιότητα της καταπίεσης. Αντιθέτως, η καταπίεση γίνεται διαρκώς αποδεκτή, παρόλο που αποτελεί την απόλυτη αιτία των νευρώσεων.
Επιπρόσθετα, η πιθανότητα, σε πρακτικούς όρους, κάποιο άτομο να εξιδανικεύσει τις παρορμήσεις του μέσω κάποιας δημιουργικής δραστηριότητας, μπορεί να ισχύει μόνο για ένα μικρό κοινωνικό στρώμα. Οπωσδήποτε, δε μπορεί να ισχύει για τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, τις αλλοτριωμένες μάζες. Αυτά τα άτομα δεν έχουν κανένα τρόπο για να αποκτήσουν ικανοποίηση μέσω των δραστηριοτήτων που τους προσδιορίζει η απασχόλησή τους. Η πιθανότητα να εκτρέψουν τις σεξουαλικές τους ενέργειες προς δημιουργικές δραστηριότητες και έτσι να τους επιτραπεί να «δώσουν διέξοδο» στις σεξουαλικές τους τάσεις, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα σε οποιαδήποτε κοινωνία που επιβάλει την καταπίεση. Η αποτελεσματική εξιδανίκευση αυτών των παρορμήσεων εξαρτάται από την ελευθερία να μπορεί να επιλέξει κανείς την προσωπική του διέξοδο για δραστηριότητα. Όμως, αυτό είναι ένα προνόμιο που απολαμβάνει μόνο μια πολύ μικρή μειοψηφία – η ελίτ: εκείνοι που έχουν καταφέρει να εκπληρώσουν ακριβώς τη ζωή που θέλουν και εκείνοι που απλά δεν έχουν καμιά ανησυχία για την υλική τους  επιβίωση. Για οποιονδήποτε άλλο, την  πολύ μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου δηλαδή, η λέξη «εξιδανίκευση» είναι τελείως απαλλαγμένη από κάθε θεραπευτική αξία. Η ενασχόληση με το αντικείμενο της εξιδανίκευσης χωρίς να αναφέρεται κανείς στα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα είναι απλά τόσο αφηρημένη και αποκομμένη από την πραγματικότητα, που δε μπορεί να είναι παραγωγική και χρήσιμη.
Η απομάκρυνση από την ΔΨΕ (IPS)
Μέχρι τώρα είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη πως η θεμελιώδης φύση των διαφορών που χωρίζουν τον Ράιχ από τις «εσωτεριστικές» ιδεολογίες που αποδέχτηκε η ΔΨΕ (Διεθνής Ψυχαναλυτική Εταιρία) δε θα μπορούσε παρά να οδηγήσει στην αναπόφευκτη διαγραφή του από την Εταιρία, η οποία πέρασε το 1934. Η «επίσημη» αιτιολογία που δόθηκε από την ΔΨΕ για τη διαγραφή ήταν η πολιτική στράτευση του Ράιχ. Αυτό ήταν μια ιδιαιτέρως ειρωνική εξέλιξη, καθώς το πλήρως Σταλινικό πλέον Κ.Κ. Αυστρίας είχε διαγράψει τον Ράιχ ως «αστό ψυχολόγο» ένα χρόνο πριν! Το Κ.Κ. Αυστρίας κατά τη διάρκεια της μάχης για τη θεμελίωση μιας «προλεταριακής κουλτούρας» δεν έδινε χώρο στη ψυχολογία, την οποία προσδιόριζε σαν τη «μόδα των αστικών σαλονιών» (που για την περίπτωση των Φροϋδικών δεν είχε και άδικο!). Το αποτέλεσμα αυτής της λογικής ήταν πως ένας ψυχολόγος δε μπορούσε να είναι Μαρξιστής. Ωστόσο οι πραγματικοί λόγοι για την διαγραφή του Ράιχ βρίσκονταν ασφαλώς αλλού.
Ο κύριος λόγος ήταν η έκδοση από τον Ράιχ του «Η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού» το 1933. Το βιβλίο αυτό έφερε προβλήματα στον Ράιχ και εντός της ΔΨΕ, καθώς αυτή η ομάδα προσπαθούσε να μη συγκρουστεί με τις Ναζιστικές υπαγορεύσεις. Όσο για το Κ.Κ. Αυστρίας, το βασικό ενδιαφέρον της Σταλινικής του ηγεσίας ήταν πως ο Ράιχ είχε δώσει το περίγραμμα και είχε αναλύσει ορισμένες από τις ιδιαιτερότητες του μαζικού χαρακτήρα του φασισμού, για παράδειγμα τη λατρεία της προσωπικότητας, και πως παρόλο που ο Ράιχ αναφερόταν στο φασισμό, οι κριτικές του θα μπορούσαν να ιδωθούν σαν επιθέσεις στο Σταλινισμό και στις συγκρίσιμες μεθόδους του.
Ο Ράιχ και ο Τρότσκι
Ήταν σε αυτή την περίοδο που ο Ράιχ ήρθε πιο κοντά στις ιδέες του Τρότσκι. Ο Ράιχ είχε πειστεί για τη «θεμελιώδη ορθότητα» των γραπτών του Τρότσκι σχετικά με την άνοδο του Ναζισμού στη Γερμανία. Η χειρότερη καταστροφή στην ιστορία της Γερμανικής πολιτικής συνέβη το 1933, και άνοιξε τα μάτια του Ράιχ και πολλών άλλων για τον αντεπαναστατικό ρόλο του Σταλινισμού. Ο Ράιχ σύντομα ήρθε σε επαφή με μετανάστες, μέλη της Αριστερής Αντιπολίτευσης και έγραψε έπειτα μια επιστολή στον Τρότσκι στην οποία του πρότεινε συνεργασία μακράς διάρκειας. Στο γράμμα αυτό, γραμμένο τον Οκτώβριο του 1933, ο Ράιχ εξήγησε πως «Είμαι πεισμένος πως η οπτική σας είναι θεμελιωδώς ορθή και ακολουθώ με ιδιαίτερη προσοχή τη δουλειά και τις δραστηριότητες της Αριστερής Αντιπολίτευσης» (M. Konitzer, Reich, Erre Emme, σελίδα 178 της Ιταλικής Έκδοσης).
Ο Ράιχ γνώριζε πως ο Τρότσκι είχε δείξει ενδιαφέρον στα επιτεύγματα και την ανάπτυξη της ψυχολογικής επιστήμης. Ο Τρότσκι πίστευε πως οι αρχικές θεωρίες του Φρόιντ ήταν απόλυτα υλιστικές – παρόλο που ο ίδιος ο Φρόιντ διατηρούσε μια ιδεαλιστική φιλοσοφική οπτική. Ήταν πεπεισμένος πως ο Ρώσος ψυχολόγος Παβλόφ θα έπρεπε να ενοποιήσει και να συνθέσει τις θεωρίες του με τις ανακαλύψεις του Φρόιντ. Σε μια ομιλία που έδωσε το 1932, ο Τρότσκι υποστήριξε πως «χάρη στην ιδιοφυΐα του Σίγκμουντ». Η απάντηση του Τρότσκι στην πρόταση του Ράιχ για συνεργασία ήταν πως αυτή πράγματι θα έπρεπε να προσδοκάται, αλλά επίσης παραδέχτηκε πως ο ίδιος δε γνώριζε σε βάθος τα ψυχαναλυτικά ζητήματα. Φρόιντ, η ψυχανάλυση ανασήκωσε το πέπλο αυτού που ποιητικά ορίζεται ως ανθρώπινη ψυχή
Μια συζήτηση ξεκίνησε στις αρχές του 1936, η οποία όμως δυστυχώς δεν αποτέλεσε την «προσδοκώμενη» αρχή μιας συνεργασίας. Ήδη από τότε οι ιδέες του Ράιχ είχαν αρχίσει να εκφυλίζονται. Το 1936, ο Ράιχ είχε ήδη καταβάλει υπερβολικές προσπάθειες για να επεκτείνει την εφαρμογή των ψυχαναλυτικών κανόνων σε πολιτικά ζητήματα και την κοινωνιολογία. Ακόμα και όταν η ταυτοποίηση του Ράιχ με τις Μαρξιστικές ιδέες ισχυροποιήθηκε, αυτός πάντα υποτιμούσε και υποβάθμιζε την αναγκαιότητα χτισίματος του επαναστατικού κόμματος και ιδιαίτερα αρνιόταν την αναγκαιότητα μιας Διεθνούς. Όπως έγραψε αργότερα στην αυτοβιογραφία του, «Κατά τη

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

λαϊκισμός και μεταδημοκρατία

Παρουσιάση βιβλίου Σταυρακάκη-Σεβαστάκη Ιανός 13/12/12 : ΛΑΙΚΙΣΜΟΣ


Αντιρατσιστικός νόμος ή αντιρατσιστικό φρόνημα ; / Παναγιώτης Μαντζούφας (Επικ. Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ ) ΤΑ ΝΕΑ 21/5/2013.



Αντιρατσιστικός νόμος ή αντιρατσιστικό φρόνημα

Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να καταθέσει νομοσχέδιο για την καταπολέμηση σοβαρών μορφών ρατσιστικής και ξενοφοβικής συμπεριφοράς ήλθε ως αμήχανη, πλην αναμενόμενη, αντίδραση του πολιτικού συστήματος στις διαρκώς αυξανόμενες, σε αριθμό και ένταση, ρατσιστικές επιθέσεις των δύο τελευταίων χρόνων. Το φαινόμενο έχει επισημανθεί τόσο από το Συμβούλιο της Ευρώπης όσο και από της Εθνική επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ενώ ελληνικός και ξένος τύπος έχει κάνει σχετικά αφιερώματα. Η ελληνική πολιτεία αντιδρά με το κλασσικό και μάλλον συνηθισμένο τρόπο που είναι η ψήφιση ενός νέου νόμου σε αντικατάσταση του ήδη ισχύοντος και σπανίως εφαρμοζόμενου ν. 927/1979 κατά των ρατσιστικών διακρίσεων. Είναι άραγε αυτός ο ενδεδειγμένος τρόπος για την αντιμετώπιση του προβλήματος;
Είναι ανεπαρκής η ισχύουσα νομοθεσία για την καταπολέμηση της ρατσιστικής βίας που χρειάζεται επειγόντως συμπλήρωση με νέες επιβαρυντικές μορφές και νέα εγκλήματα ή μήπως παίζουμε το παιχνίδι των υπονομευτών της δημοκρατίας συρόμενοι στο πεδίο όπου η ποινικοποίηση του δράστη ενισχύει το ρόλο του αντισυστημικού παραβάτη που καταγγέλλει την σαπίλα του συστήματος;
Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες η ελευθερία της έκφρασης αντιμετωπίζεται ως ιερό δικαίωμα εφόσον μέσω αυτής δεν προσβάλλεται η προσωπικότητα φυσικών και νομικών προσώπων, ενώ επιτρέπει να καταγγελθούν ως χείριστες οι βασικές αξίες της δημοκρατικής συγκρότησης της κοινωνίας και το ίδιο το Σύνταγμα μας. Από καταβολής δημοκρατικών και φιλελεύθερων δημοκρατιών ο μισαλλόδοξος και ρατσιστικός λόγος μας θύμιζε, και κάποτε με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο(μεσοπόλεμος), πόσο εύθραυστη και ίσως ουτοπική μπορεί να αποδειχθεί η φιλελεύθερη συναίνεση γύρω από την οποία οφείλει να οργανώνεται ο κοινός μας βίος. Με τραγικό τρόπο οι δημοκρατίες μάθανε να συμβιώνουν με τους αρνητές τους, αποφεύγοντας να γίνουν επιθετικές αν δεν θέλανε να υπονομεύσουν τα ίδια τους τα αξιακά θεμέλια. Μοιραία λοιπόν, οποιαδήποτε προσπάθεια να απαγορεύσουμε τον ρατσιστικό λόγο οφείλει να αναμετρηθεί με τα όρια μεταξύ της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας της έκφρασης και της υποχρέωση της πολιτείας να προστατεύει την ζωή, την τιμή και την ελευθερία των πολιτών αίροντας διακρίσεις που θεμελιώνονται στην εθνικότητα, τη φυλή, την γλώσσα και τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Αρκετοί νόμοι της ελληνικής πολιτείας ποινικοποιούν πράξεις και λόγους που προσβάλλουν τα παραπάνω θεμελιώδη αγαθά, ιδιαίτερα αν η εγκληματική πράξη συνοδεύεται με μίσος για την εθνικότητα, τη φυλή, το  θρήσκευμα ή το γενετικό προσανατολισμό ενός προσώπου που σε αυτή την περίπτωση τυποποιείται ως επιβαρυντική περίπτωση(άρθρο 79 Π.Κ). Βέβαια είναι διαφορετική η προτροπή σε πράξεις βίας και μίσους κατά προσώπων λόγω χρώματος, φύλου, θρησκείας και εθνικής καταγωγής και διαφορετικός ο δημόσιος εγκωμιασμός αποτρόπεων πράξεων με ρατσιστικό υπόστρωμα ή η άρνηση ιστορικών γεγονότων. Η πρώτη δικαιολογημένα προβλέπεται στο νομοσχέδιο και τιμωρείται με πολύ αυστηρότερες ποινές σε σχέση με το παρελθόν, ενώ η δεύτερη συνιστά ένα έγκλημα γνώμης που όσο και αν είναι αποκρουστικό για την πλειοψηφία των πολιτών, είναι δύσκολα συμβατή με ένα ποινικό σύστημα που τιμωρεί την πράξη και όχι το φρόνημα.
Εξίσου προβληματική μπορεί να αποδειχθεί και η σύνδεση των παραπάνω πράξεων φυσικών προσώπων με την λειτουργία συλλογικών πολιτικών φορέων και με ποινές που επιβάλλονται στα τελευταία. Η αντικειμενική ευθύνη του νομικού προσώπου-πολιτικού κόμματος για τις πράξεις των μελών του μπορεί να βρει πεδίο εφαρμογής και πέραν της δραστηριότητας της Χρυσής Αυγής και να οδηγήσει σε ένα κυνήγι μαγισσών όπου οι θύτες θα μετατρέπονται σε θύματα και το αντίστροφο.
Ωστόσο, η πρωτοβουλία της κυβέρνησης δεν στερείται σημασίας, ακόμα και σε συμβολικό επίπεδο, αρκεί να αποφύγουμε υπερβολές, όπως η ποινικοποίηση της έκφρασης ακόμα και προσβλητικών -για την συλλογική ιστορική μνήμη- απόψεων, ενώ η αποτελεσματικότητα παρόμοιων μέτρων δεν συνδέεται μόνο με την ευστοχία των ρυθμίσεων αλλά συναρτάται κυρίως με την ετοιμότητα των οργάνων της τάξης να επιβάλλουν τη νομιμότητα και την επιθυμία των πολιτών να συγκροτήσουν ένα αντιρατσιστικό μέτωπο. Τα δύο τελευταία δυστυχώς δεν υπάρχουν και πρέπει να καλλιεργηθούν συστηματικά στο εκπαιδευτικό σύστημα και να αποτελέσουν κεντρικά σημεία του δημόσιου διαλόγου. Έτσι, η προτροπή των νεοναζιστών για ρατσιστική βία θα προσκρούει στην σθεναρή βούληση της πολιτείας και των πολιτών να υπερασπίζονται μια κοινωνία ισονομίας, δηλαδή να δώσουν μια πολιτική απάντηση στη βία και το ρατσισμό και όχι να προσθέσουν μια ακόμα ψηφίδα στην παραδοσιακή ελληνική πολυνομία.
                                                          Παναγιώτης Μαντζούφας
       

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου