Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Σεβαστάκης Νικόλας Αλ. Πολιτικά παιχνίδια με την ηθική της κρισης /Απο το ΒΗΜΑ

Σεβαστάκης Νικόλας Αλ.   Πολιτικά παιχνίδια με την ηθική της κρισης /Απο το ΒΗΜΑ


Λίγο πριν από την αποκαλυπτική πρεμιέρα του «νέου πακέτου μέτρων», η πολιτική σκηνή ξαναγνωρίζει το παιχνίδι με τις λίστες, τις φήμες και τις ιστορίες από ένα δύσοσμο παρασκήνιο. Νέο υλικό προσφέρεται σε δόσεις για να εξάψει ενδεχομένως τη φαντασία των πολιτών, των καταπονημένων από τα προγνωστικά καταστροφής ή σωτηρίας που εκπορεύονται από τους συνήθεις μετεωρολόγους: πολιτικούς, οικονομικούς ειδήμονες, αυτοσχέδιους και επαγγελματίες αφηγητές της κρίσης.



Ας δούμε όμως το συνολικό κάδρο όπου πρέπει να εντάξουμε και αυτά τα τελευταία επεισόδια.



Εδώ και δυόμισι χρόνια λοιπόν έγιναν πολλές προσπάθειες ώστε η λεγόμενη πολιτική των μνημονίων να αποκτήσει κάποιου είδους ηθική νομιμοποίηση μέσα από το επιχείρημα περί της ιδιαίτερης ελληνικής παθογένειας. Σε πολλές δημόσιες αναλύσεις το τελικό συμπέρασμα υπέρ των προγραμμάτων βίαιης «δημοσιονομικής προσαρμογής» ερχόταν έπειτα από πυρά κατά του παρασιτικού και ανεύθυνου τρόπου ζωής των προηγούμενων δεκαετιών. Ετσι, μια πολύ συγκεκριμένη οικονομική και κοινωνική πολιτική, αυτή δηλαδή η οποία ακολουθείται από τα κυβερνητικά σχήματα όλης της περιόδου, καλύφθηκε συστηματικά πίσω από φράσεις για την αναμόρφωση ηθών και νοοτροπιών. Απέναντι μάλιστα στις φωνές των αντιδρώντων και στις λογής κοινωνικές διαμαρτυρίες, ένα τμήμα των ελίτ φάνηκε να προτάσσει τον ιδεαλισμό της θυσίας και της καρτερίας ώσπου να υπάρξει κάποιο φως στον ορίζοντα.



Ωστόσο αυτή η ιδεαλιστική ρητορική δεν είναι ακίνδυνη υπόθεση. Η αναφορά σε υψηλές αξίες (θυσία, «νέος πατριωτισμός», πνεύμα ευθύνης) προϋποθέτει ότι διατηρείται μια κάποια αξιοπιστία στην ηγέτιδα πολιτική τάξη και στις ελίτ. Η προσφυγή των ελίτ σε ηθικές ερμηνείες και χαρακτηρισμούς για το ελληνικό πρόβλημα κινδυνεύει από τη δημοσιότητα του ενός ή του άλλου σκανδάλου, των υποθέσεων της μεγάλης επιχειρηματικής και πολιτικής διαφθοράς. Και αυτό μπορεί να συμβεί ανεξάρτητα από το αν το εκάστοτε σκάνδαλο έχει πραγματική βάση ή όχι. Τα λόγια περί ενάρετης διακυβέρνησης πολύ γρήγορα μπορούν να στραφούν εναντίον όσων τα εκστομίζουν: ιδιαίτερα όταν η δημόσια ατμόσφαιρα δηλητηριάζεται κάθε λίγο από φήμες και πληροφορίες όπως οι πρόσφατες.



Κανένα σύστημα εξουσίας δεν μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά χωρίς κοινωνικές συμμαχίες. Μια από τις αιτίες για την προσφυγή σε εύκολες ηθικές κρίσεις ήταν ότι δεν συγκροτήθηκε καμία τέτοια συμμαχία, έστω στη βάση του νεοφιλελεύθερου μεταρρυθμισμού. Μπορούμε μάλιστα να κάνουμε μιαν άλλη, πολύ πιο ανησυχητική, υπόθεση: οι προσπάθειες για τον εξωραϊσμό των πολιτικών της λιτότητας με την ηθικοποίηση των προβλημάτων, διηύρυνε ακόμη περισσότερο το χάσμα μεταξύ λαού και πολιτικού συστήματος. Η εκρηκτική άνοδος των αντιπολιτικών διαθέσεων και του πλέον ισοπεδωτικού αντικοινοβουλευτισμού έγινε η άλλη όψη, η πίσω πλευρά της κυρίαρχης ηθικολογίας. Κατά κάποιον τρόπο ο αυτόματος στιγματισμός κάθε κοινωνικής αντίδρασης ως ανεύθυνου λαϊκισμού έλαβε ως απάντηση από το κοινωνικό σώμα μια αντίστοιχη απόρριψη του πολιτικού συστήματος ως εγγενώς διεφθαρμένου.



Σε αυτά τα δύο χρόνια φιλοτεχνήθηκε επιμελώς η εικόνα μιας ένοχης κοινωνίας και μιας άρρωστης δημοκρατίας. Κάθε καρκίνωμα της καθημερινότητας, κάθε απάτη ή επιμέρους παλιανθρωπιά πολιτών και αξιωματούχων χρησιμοποιήθηκε για να δικαιωθεί η ιδέα της θεραπείας-σοκ. Τώρα πια μπορούμε να πούμε ότι αυτή η εικόνα δεν βοήθησε καθόλου τους κεντρώους μεταρρυθμιστές οι οποίοι και την προώθησαν για τους δικούς τους λόγους. Η ίδια αυτή εικόνα του άρρωστου σώματος επιτρέπει σήμερα στον ερεβώδη νεοφασισμό να εμφανίζεται με τον μανδύα αυτού που θα βάλει τέλος στη «δημοκρατική παρακμή».



Σημαίνουν όλα αυτά ότι δεν έπρεπε να υπάρξει συζήτηση και για τις ηθικές διαστάσεις της κρίσης; Οτι η ανάδειξη των προβλημάτων χαμηλής ή υψηλής διαφθοράς είναι πολιτικά εσφαλμένη; Καθόλου. Αλλά η αναγκαία συζήτηση για τις στρεβλώσεις της ελληνικής δημοκρατικής εμπειρίας θυσιάστηκε σε επιχειρήσεις για ηθικό στιγματισμό τού εκάστοτε αντιπάλου. Οι υποθέσεις διαφθοράς στην κρατική μηχανή και στο Δημόσιο χρησιμοποιήθηκαν συνήθως με ρηχό τρόπο: είτε για κομματικές και ενδοκομματικές προγραφές είτε για αφοριστικές καταδίκες στο σάπιο κράτος και στο «Δημόσιο των προνομιούχων», ώστε να δικαιολογηθούν οι περικοπές και οι εκποιήσεις.



Ο χρόνος της κρίσης παρ' όλα αυτά δεν μένει ακίνητος και παγωμένος. Εχουμε προσπεράσει πια το στάδιο της καχυποψίας και της δυσφορίας. Η πικρή αλήθεια είναι ότι για μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας η καχυποψία έχει μετατραπεί σε μίσος. Η δυσπιστία για την πολιτική τάξη έχει δώσει τη θέση της στην εκ προοιμίου βεβαιότητα για την ενοχή όλων, για την υπαιτιότητα των πάντων.



Υπάρχουν άραγε περιθώρια αναστροφής αυτής της μηδενιστικής τάσης που παγιώνεται αποκτώντας μονιμότερα χαρακτηριστικά; Σε τέτοιου είδους ερωτήματα δεν υπάρχουν ουδέτερες και πολιτικά άχρωμες απαντήσεις. Η εξυγίανση, η κοινωνική ανόρθωση και η αποκατάσταση του κύρους της πολιτικής δεν έχουν το ίδιο νόημα για όλους. Απομένει στις πολιτικές δυνάμεις να αποσαφηνίσουν η καθεμία τα ιδιαίτερα περιεχόμενα, τις προτεραιότητες, τις κοινωνικές συμμαχίες που θα δώσουν πολιτικό σχήμα και μορφή σε αυτές τις λέξεις. Το βέβαιο είναι ότι μια τέτοια αποσαφήνιση θα γίνει ακόμη δυσκολότερη αν ενισχυθούν περισσότερο οι τάσεις κοινωνικού κανιβαλισμού και τα υπόγεια ρεύματα μίσους στην κοινωνία. Οπως και σε άλλα θέματα, η διαχείριση των υποθέσεων διαφθοράς μπορεί να εκτραπεί από τον σκοπό της χάριν του θεάματος και της «επικοινωνίας»: και αυτά τα δύο, το θέαμα και η επικοινωνία, είναι οι καλύτεροι σύμμαχοι της συγκάλυψης και της θολούρας που προετοιμάζει τη συγκάλυψη.





Ο κ. Νικόλας Αλ. Σεβαστάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Φόβος της Κατάρρευσης- D. Winnicott/αναδημοσιευση απο τον Heroico Desembarazo

Φόβος της Κατάρρευσης- D. Winnicott
Heroico Desembarazo




Posted on Σεπτεμβρίου 29, 2012 by heroicodesembarazo

Ο φόβος της κατάρρευσης αφορά την πρωταρχική αγωνία της κατάρρευσης της οργάνωσής του υποκειμένου. Το νοσηρό σύνδρομο έχει να κάνει με το φόβο της κατάρρευσης που όμως έχει υπάρξει ήδη ως εμπειρία και κρύβεται βαθιά στο ασυνείδητο. Ασυνείδητο εδώ σημαίνει την ανικανότητα του εγώ να συγχωνεύει, να συμμαζεύει τα φαινόμενα στο εσωτερικό του κατά τον δια-συνδετικό του χαρακτήρα.



Τώρα, αν έχει βιωθεί ήδη ο φόβος της κατάρρευσης, ποιος ο λόγος που ενοχλεί το υποκείμενο και στο παρόν; Επειδή υπάρχει, αλλά τότε δεν υπήρχε το κατάλληλο εγώ για να το συμμαζέψει στην εσωτερική του εμπειρία. Το εγώ αναζητά ψυχαναγκαστικά την παρελθοντική βιωμένη εμπειρία του στο μέλλον. Στην ουσία, ο ασθενής του παρόντος απλούστατα δεν ήταν εκεί, όταν βίωνε την εμπειρία της κατάρρευσης. Για τον Ουίννικοτ, η μεταβίβαση είναι αυτή που θα τον κάνει να θυμηθεί την παρελθοντική εμπειρία του θανάτου, να αρθεί δηλ. η απώθηση με τη βίωση αυτού που συνέβη στο παρελθόν.



Παράδειγμα-υποπερίπτωση : ο φόβος θανάτου



Σε μία περίπτωση, στην ασθενή είχαν ξεκινήσει διαταραχές προγεννητικά από ένα μητρικό πανικό συν το ότι ο τοκετός είχε επιπλακεί από έναν μη διαγνωσθέντα πρόδρομο πλακούντα. Η ασθενής ζητούσε επίμονα “Αυτό που σας ζητώ να κάνετε είναι να με βοηθήσετε να αυτοκτονήσω για έναν αληθινό λόγο αντί για έναν ψεύτικο”. Ο Ουίννικοτ δεν κατάφερε να καθυστερήσει το σωματικό θάνατο μέχρι τα φυσικά γεράματα. Η γυναίκα αυτοκτόνησε. Η αφάνιση ήδη είχε επέλθει στο παρελθόν. Στη γυναίκα αυτή ο θάνατος είχε ήδη επέλθει πολύ νωρίς αλλά δεν ήταν δυνατό η ίδια να το εγγράψει ως εμπειρία ώστε να αποκτήσει νόημα η αφάνιση. Εδώ, το περιβάλλον(επιπλοκές και μητρικός πανικός τουλάχιστον) σφετερίστηκε τον ψυχικό χώρο του βρέφους διακόπτοντας την οντολογική του συνέχεια.



Από το ο φόβος της κατάρρευσης σελ. 25-32



Ζακ Αλέν Μιλέρ: Για τον έρωτα (ΙΙ) ∞ Α π ε ι ρ 8 /Αναδημοσίευση από το Στο ντιβάνι με το Λακάν

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012  Ζακ Αλέν Μιλέρ: Για τον έρωτα (ΙΙ)






HW: «Ο έρωτας είναι πάντα αμοιβαίος» είπε ο Λακάν. Αληθεύει αυτό ακόμη στο παρόν πλαίσιο; Τι σημαίνει;





JAM: Αυτή η πρόταση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά χωρίς να γίνεται κατανοητή ή γίνεται κατανοητή με λάθος τρόπο. Δεν σημαίνει ότι το να είσαι ερωτευμένος με κάποιον είναι αρκετό για να είναι ερωτευμένος και εκείνος μαζί σου. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανόητο. Σημαίνει : «Αν σε έχω ερωτευτεί, είναι επειδή είσαι αξιαγάπητος. Εγώ είμαι αυτός που ερωτεύεται αλλά και εσύ ανακατεύεσαι σε αυτό, επειδή υπάρχει κάτι σε εσένα που με κάνει να σε ερωτευτώ. Είναι αμοιβαίο επειδή υπάρχει ένα πίσω-μπρος: η αγάπη που έχω για εσένα είναι το ανταποδοτικό αποτέλεσμα του αίτιου της αγάπης που είσαι για μένα. Έτσι εμπλέκεσαι και εσύ. Ο έρωτάς μου για εσένα δεν είναι απλώς δικό μου ζήτημα αλλά και δικό σου. Ο έρωτας μου λέει κάτι για σένα που πιθανώς να μην το γνωρίζεις». Αυτό δεν εγγυάται ούτε στο ελάχιστο ότι κάποιος θα ανταποκριθεί στον έρωτα του άλλου: όταν αυτό συμβαίνει είναι πάντα της τάξης του θαύματος , δεν υπολογίζεται προκαταβολικά.





HW: Δεν τον ή την βρίσκουμε τυχαία. Γιατί αυτός ο άνδρας ή γιατί αυτή η γυναίκα ;





JAM: Είναι αυτό που ο Φρόιντ ονομάζει Liebesbedingung , η κατάσταση της αγάπης, το αίτιο της επιθυμίας. Είναι ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ή σύνολο χαρακτηριστικών που οδηγούν το άτομο να επιλέξει τον/ την αγαπημένο/η. Αυτό διαφεύγει εξολοκλήρου των νευροεπιστημών, επειδή είναι μοναδικό σε κάθε άνθρωπο, εξαρτάται από την μοναδική του προσωπική ιστορία του. Για παράδειγμα ο Φρόιντ αναφέρει για έναν ασθενή του ότι αίτιο της επιθυμίας του ήταν η γυαλάδα μιας γυναικείας μύτης.





HW: Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς στον έρωτα θεμελιωμένη σε τέτοια ασήμαντα πράγματα!





JAM: Η πραγματικότητα του ασυνείδητου ξεπερνά την φαντασία. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα θεμελιώνονται στην ανθρώπινη ζωή , ιδιαίτερα όσον αφορά τον έρωτα σε μικρά πράγματα, σε «θεϊκές λεπτομέρειες». Είναι αλήθεια ότι στους άντρες βρίσκεις τέτοια αίτια επιθυμίας , τα οποία είναι όπως τα φετίχ. Η παρουσία τους είναι απαραίτητη για να πυροδοτηθεί η διαδικασία της αγάπης. Μικροσκοπικές ιδιαιτερότητες, ενθύμια του πατέρα, της μητέρας, του αδελφού, της αδελφής, κάποιου/ας από την παιδική ηλικία επίσης παίζει σημαντικό ρόλο στην επιλογή ερωτικού αντικειμένου από την γυναίκα. Αλλά η γυναικεία μορφή της αγάπης είναι περισσότερο ερωτομανιακή παρά φετιχιστική: θέλουν να αγαπηθούν και το ενδιαφέρον , η αγάπη που τους δείχνεται είναι συχνά sine qua non για την πυροδότηση της αγάπης τους ή τουλάχιστο της συγκατάθεσής τους. Αυτό το φαινόμενο βρίσκεται στην βάση του φλερτ των ανδρών στις γυναίκες.





HW: Αποδίδεις κάποιον ρόλο στις φαντασιώσεις;





JAM: Στις γυναίκες οι φαντασιώσεις είτε συνειδητές είτε ασυνείδητες έχουν αποφασιστικό ρόλο για τη θέση της jouissance από ότι η επιλογή του ερωτικού αντικειμένου. Για τους άντρες ισχύει το αντίθετο. Για παράδειγμα μια γυναίκα μπορεί να φτάνει σε οργασμό (απόλαυση) με την προϋπόθεση ότι φαντάζεται κατά τη συνουσία ότι την χτυπούν, τη βιάζουν, ή ότι είναι μια άλλη γυναίκα ή ότι είναι κάπου αλλού, απούσα.





HW: Και η αντρική φαντασίωση;





JAM: Την συναντούμε στην ιστορία του έρωτα με την πρώτη ματιά. Το κλασικό παράδειγμα που σχολιάστηκε από το Λακάν στη νουβέλα του Γκαίτε , το αιφνίδιο πάθος του Βέρθερου για τη Σαρλό τη στιγμή που τη βλέπει για πρώτη φορά καθώς ταΐζει τα παιδιά τριγύρω της. Εδώ είναι η μητρική ποιότητα της γυναίκας που πυροδοτεί τον έρωτα. Ένα άλλο παράδειγμα παρμένο από την πρακτική μου είναι το εξής: ένα αφεντικό στα 50 του βλέπει υποψηφίους για τη θέση γραμματέως. Μια νεαρή γυναίκα 20 χρονών έρχεται. Αμέσως της δηλώνει τον έρωτά του. Αναρωτιέται τι του συνέβη και ξεκινά ανάλυση. Εκεί αποκαλύπτει τι πυροδότησε την αντίδρασή του. Στη γυναίκα συνάντησε χαρακτηριστικά που του θύμισαν τι ήταν στην ηλικία των 20 όταν πήγε στην πρώτη του συνέντευξη για δουλειά. Κατά κάποιον τρόπο ερωτεύτηκε τον εαυτό του. Σε αυτά τα δύο παραδείγματα βλέπουμε τις δύο πλευρές του έρωτα που διαχώρισε ο Φρόιντ: είτε ερωτεύεσαι κάποιον/α που προστατεύει ,σε αυτή την περίπτωση τη μητέρα ή ερωτεύεσαι την ναρκισσιστική εικόνα του εαυτού σου.





HW: Ακούγεται σαν να είμαστε κούκλες!





JAM: Όχι μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας τίποτα δεν γράφεται προκαταβολικά , δεν υπάρχει πυξίδα, προκαθορισμένη σχέση. Η συνάντησή τους δεν είναι προγραμματισμένη όπως είναι μεταξύ του σπερματοζωαρίου και του ωάριου. Δεν έχει να κάνει ούτε με τα γονίδιά μας. Οι άνδρες και οι γυναίκες μιλούν, ζουν σε έναν κόσμο λόγου, και αυτό είναι καθοριστικό. Οι τροπικότητες του έρωτα είναι εξαιρετικά ευαίσθητες στην περιβάλλουσα κουλτούρα. Κάθε πολιτισμός διακρίνεται για τον τρόπο που δομεί τη σχέση μεταξύ των φύλων. Τώρα στη Δύση, στις κοινωνίες μας που είναι φιλελεύθερες, νομικο-δικαιϊκές το «πολλαπλό» είναι έτοιμο να εκθρονίσει το «ένα». Το ιδεώδες μοντέλο του μεγάλου έρωτα για μια ζωή αργά χάνει έδαφος αντιμέτωπο με το ταχύ ραντεβού, ,τον ταχύ έρωτα και ένα πλήθος εναλλακτικών, διαδοχικών ακόμη και ταυτόχρονων ερωτικών σεναρίων.





HW: Και η αγάπη με μακροπρόθεσμους όρους; Στην αιωνιότητα;





JAM: Ο Μπαλζάκ είπε: «κάθε πάθος που δεν είναι αιώνιο είναι φρικτό». Αλλά μπορεί ο δεσμός να κρατήσει για μια ζωή μέσα στην εγγραφή του πάθους; Όσο περισσότερο ένας άνδρας αφιερώνεται σε μια γυναίκα, τόσο περισσότερο τείνει να αποδεχτεί μια μητρική σήμανση για αυτόν: περισσότερο εξαϋλωμένη και απλησίαστη παρά αγαπημένη. Οι παντρεμένοι ομοφυλόφιλοι αναπτύσσουν αυτή τη λατρεία της γυναίκας καλύτερα: Ο Αραγκόν τραγουδάει τον έρωτα του για την Έλσα. Όταν πεθάνει είναι γεια σας αγόρια! Και όταν μια γυναίκα γαντζώνεται σε έναν άντρα ,τον ευνουχίζει. Έτσι το μονοπάτι είναι στενό. Το καλύτερο πεπρωμένο για τη συζυγική αγάπη είναι η φιλία, αυτό είναι ουσιαστικά αυτό που είπε ο Αριστοτέλης.





HW: Το πρόβλημα είναι ότι οι άντρες λένε ότι δεν καταλαβαίνουν τι θέλουν οι γυναίκες και οι γυναίκες δεν ξέρουν τι περιμένουν οι άντρες από αυτές...





JAM: Ναι. Αυτό που έρχεται ως αντίρρηση στην αριστοτελική λύση είναι ότι ο διάλογος μεταξύ των δύο φύλων είναι αδύνατος όπως είπε ο Λακάν με έναν στεναγμό. Οι ερωτευμένοι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να συνεχίζουν να μαθαίνουν την γλώσσα του άλλου επ’ αόριστον, ψηλαφώντας, αναζητώντας τα κλειδιά, κλειδιά που είναι πάντα ανακλήσιμα. Ο έρωτας είναι πάντα ένας λαβύρινθος από παρεξηγήσεις όπου η έξοδος δεν υπάρχει.





Αναρτήθηκε από kraftwerk στις 12:57 π.μ.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

ποιό ειναι το παράξενο με το Τώρα ;

το παράξενο με το Τώρα είναι ότι όλοι καταλαβαίνουμε ότι ζούμε εντελώς ιστορικές στιγμές αλλά δεν έχουμε ιδέα τι Είδους ιστορικές στιγμές είναι αυτές


ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΑΝ ΚΑΤΙ ΠΡΟΒΑΤΑ ΕΠΙ ΣΦΑΓΉ

ΕΊΜΑΣΤΕ ΣΑΝ ΚΆΤΙ ΠΡΌΒΑΤΑ


που βελαζουν όλα μαζί

όταν τα πλησιάζει ο λύκος

ο Λύκος



ο βοσκός είναι άσχετος

τα πρόβατα αγκαλιάζονται σφιχτά

και ο Λύκος παθαίνει
έναν παροξυσμό σφαγής

απάντηση στον Ούλη

εχοντας αρκετη πειρα πλεον απο το ...Ιντερνετ και τον πολεμο νευρων


εχω να πώ οτι δεν υπάρχει καμια απολύτως ελπίδα να τα βγαλεις περα με...'' κακοπιστους συνομιλητες που προσπαθουν απλώς να σου σπασουν τα νευρα :



Η μεθοδοςειναι απλή και ειναι η εξής:



α ) στελνουν μέηλ η σχολια στα μπλογκια απο οπου δεν βγαινει το παραμικρο νοημα



β) προσπαθεις καλοπιστα να βγαλεις ακρη απαντωντας

γ) ακολουθουν  ενα σχόλια τιγκα στην ψυχρη προσβολή και κακία πασπαλισμένο ομως με μπολικη πουδρα ωστε να μη καταλαβαινει ευκολα καποιος τριτος τοην προσβολή παρα ο .. στοχος



δ) επειδή ο ...στοχος ειναι μονος του σπιτι του και καλοπροαιρετος και δεν το περιμένει δεχεται την προσβολή ξαφνικά και απροσδοκητα .. Του ανεβαινει το αιμα στο κεφαλι και απαντα εν θερμώ ..



ε αυτο ηταν: οι εν λόγω σχηματιζουν σμηνος και αρχιζουν να πυροβολουν βασιζομενοι στην εν θερμώ αντιδραση του ..Στην αναμπουμπουλα οι τριτοι ΔΕΝ καταλαβαινουν πια τιποτε και στην καλυτερη μεν περιπτωση απομακρυνονται και δεν θελουν να ξανακουσουν στην δε χειροτερη συντασσονται με τους ψυχρους εκτελεστες εναντιον του ..εκαστοτε στοχου ..





Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Η γυναίκα που ταράζει την Εκκλησία των ανδρών/apo to BHMA

Αντωνιάδου Μαρία


 Η γυναίκα που ταράζει την Εκκλησία των ανδρών

Η πιο παρεξηγημένη προσωπικότητα που «έθαψε» ο Ευαγγελιστής Λουκάς, αλλά κλαίει μαζί με την Παναγία κάτω από τον Σταυρό του Μαρτυρίου, αποκαλύπτεται...

Στα Μάγδαλα, σ’ εκείνη την εμπορική πόλη της δυτικής ακτής της Γαλιλαίας, λέγεται ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε η πανέμορφη Μαρία που στο διάβα των αιώνων χαρακτηρίστηκε πόρνη. Η Μαρία η αφοσιωμένη μαθήτρια του Χριστού. Η Μαρία που δεν κρύφτηκε μετά τη Σταύρωση του Κυρίου της, όπως οι άρρενες μαθητές του. Η Μαρία η πρώτη από τις γυναίκες μαθήτριές του. Η Μαρία η Μαγδαληνή, η δραστήρια, ικανή, εύπορη γυναίκα που τον ρόλο της αποσιώπησε ένας Ευαγγελιστής, νόθευσε ένας Πάπας, αδίκησε η Ιστορία, δήθεν αναγνωρίζοντάς την σε ευφάνταστα σενάρια ερωτισμού. Και όμως, ο ίδιος ο διδάσκαλός της την ανέδειξε σε μαθήτριά του ισότιμη με τους άνδρες που τον περιέβαλλαν και η Εκκλησία σε Ισαπόστολο. Οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί θεολόγοι, όπως ο καθηγητής Πέτρος Βασιλειάδης, σήμερα μιλάνε για μια παρεξηγημένη προσωπικότητα, θύμα της ανδροκρατούμενης κοινωνίας.





Στους προχριστιανικούς αιώνες, αλλά και χρόνια μετά τη Γέννηση και τη Σταύρωση, οι γυναίκες ήταν κλεισμένες στον οίκο τους. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν μόνο οι μετρημένες στα δάχτυλα γυναίκες φιλόσοφοι, οι πόρνες, οι εταίρες, οι δούλες και οι πωλήτριες των λαϊκών αγορών. Ο Χριστός όμως αναστατώνει την κοινωνία και το ιερατείο με το κήρυγμά του και προκαλεί την μήνιν τους επειδή περιδιαβαίνει τις πόλεις και τα χωριά της Ιουδαίας με τους 12 Απόστολους και τις γυναίκες μαθήτριές του. Η Μαρία και η Μάρθα, οι αδελφές του Λαζάρου, η Μαρία του Κλωπά, η Μαρία του Ιακώβου και η Σαλώμη του Ζεβεδαίου βρίσκονται πάντα κοντά στον Χριστό και όλες βοηθούν στη διάδοση του μηνύματός του αναπτύσσοντας το φιλανθρωπικό έργο του. Και είναι οι μόνες που βρίσκονται κοντά του την ώρα της Σταύρωσης και λίγο αργότερα, εκείνα τα άγρια χαράματα, όταν ξεπερνώντας τον φόβο των μαθητών πήγαν με τα μύρα να αλείψουν το σώμα του νεκρού Χριστού γεμάτες από αγωνία για το πώς θα κυλήσουν τον λίθο που σφράγιζε το μνήμα του. Αυτές ήταν οι πρώτες που το είδαν άδειο και αντίκρισαν Αναστημένο τον Χριστό και έλαβαν την εντολή να κηρύξουν την έγερσή του από τους νεκρούς στους φοβισμένους και κρυμμένους Αποστόλους. Ανάμεσά τους πάντα η Μαρία η Μαγδαληνή, αρωγός, συντονίστρια, ηγέτιδα. «Η Μαγδαληνή έχει την προσωπικότητα ενός φυσικού ηγέτη που υποτάσσεται μόνο στην αυθεντία του Ιησού» λέει η ερευνήτρια της ιστορίας της κυρία Κατερίνα Δροσιά.

Τα παιδικά της χρόνια άγνωστα. Κανένας δεν μπορεί να προσδιορίσει την ηλικία που είχε όταν άκουσε τον Χριστό να κηρύττει για πρώτη φορά, αν και πιθανολογείται ότι η πρώτη τους συνάντηση έγινε στα όρη Μάγδαλα. Γνωστός όμως είναι ο πρώτος που προσπάθησε να αποσιωπήσει την ιστορία της. Ηταν ένας γιατρός από την Αντιόχεια, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, ο γνωστός στους αιώνες Ευαγγελιστής Λουκάς. Ο άνθρωπος που συγγράφει το Ευαγγέλιό του τουλάχιστον σαράντα χρόνια μετά την Ανάσταση και ρίχνει τον πρώτο λίθο στη φήμη της Μαρίας: «Και ήταν οι δώδεκα μαζί Του και μερικές γυναίκες που ήταν θεραπευμένες από πνεύματα κακά και από ασθένειες, η Μαρία, που καλείται Μαγδαληνή, από την οποία είχαν εξέλθει εφτά δαιμόνια...». Η αναφορά του Λουκά στα επτά δαιμόνια και κυρίως η αντίστοιχη που γίνεται στη μεταγενέστερη προσθήκη στο Ευαγγέλιο του Μάρκου, πέντε αιώνες αργότερα, θα της αποδώσουν τον τίτλο της πόρνης. Κι όμως, ο Απόστολος Ματθαίος στο δικό του Ευαγγέλιο εκθειάζει τη στάση των γυναικών, και μεταξύ τους πρώτη της Μαρίας της Μαγδαληνής, σε δύο κορυφαίες στιγμές του Θείου Πάθους, τη Σταύρωση και την Ανάσταση, αντίθετα με των Αποστόλων. Ακόμη και ο Λουκάς το παραδέχεται: «Ηρθαν στο μνήμα μαζί και με μερικές άλλες (...), βρήκαν την πέτρα μετατοπισμένη κι ενώ έμεναν εκεί απορώντας παρουσιάστηκαν ξαφνικά μπροστά τους δύο άντρες με ρούχα που λαμποκοπούσαν (...) "Tι αναζητάτε τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς; Δεν είναι εδώ. Aναστήθηκε". (...) Ετσι, επέστρεψαν από το μνήμα και τα διηγήθηκαν όλα αυτά στους ένδεκα μαθητές και σε όλους τους υπόλοιπους. (...) Ηταν η Mαρία η Mαγδαληνή, η Iωάννα, η Mαρία η μητέρα του Iακώβου και οι άλλες που ήταν μαζί τους. Σ' εκείνους όμως τα λόγια αυτά φάνηκαν σαν ανοησίες...». Ετσι ο Λουκάς εμφανίζει, στο Ευαγγέλιό του, τον Πέτρο να συναντά πρώτος τον αναστημένο Χριστό. Αλλά αντίθετα ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού, Ιωάννης, όπως επίσης ο Ματθαίος και ο Μάρκος, λένε ότι ο Χριστός εμφανίζεται για πρώτη φορά μετά την Ανάστασή Του στη Μαρία• και ακούγεται το γνωστό στους αιώνες: «Μη μου άπτου»!







Οι πρώτοι χριστιανικοί χρόνοι

Ο Πάπας καταδίκασε τη Μαρία...

Πολλοί μελετητές, θεολόγοι και ιστορικοί προσπάθησαν να ταυτίσουν στα πρώτα χριστιανικά χρόνια τη Μαρία τη Μαγδαληνή, τη Μαρία την αδελφή του Λαζάρου, με την ανώνυμη αμαρτωλή γυναίκα που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού ζητώντας συγχώρεση. Ανάμεσά τους μεγάλες προσωπικότητες, όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Τερτυλλιανός αλλά και ο Ωριγένης καλλιέργησαν αυτή την άποψη. Και το 550 μ.Χ. η «ανίερη» ταύτιση επικυρώθηκε και με τη σφραγίδα του Πάπα Γρηγορίου του Α'. Τότε, στα χρόνια της Μίας και Αδιαίρετης Εκκλησίας, ο Πάπας Γρηγόριος δηλώνει απευθυνόμενος στους κληρικούς του: «Εκείνη την οποία ο Λουκάς αποκαλεί αμαρτωλή γυναίκα και ο Ιωάννης ονομάζει Μαρία πιστεύουμε πως είναι η Μαρία που από μέσα της διώχθηκαν επτά δαιμόνια σύμφωνα με τον Μάρκο. Και τι άλλο μπορούν να σημαίνουν αυτά τα επτά δαιμόνια αν όχι τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Είναι ολοφάνερο αδελφοί μου πως αυτή η γυναίκα προηγουμένως χρησιμοποίησε τα μύρα για να αρωματίσει τη σάρκα της και να την προετοιμάσει για ακόλαστες πράξεις. Ο,τι λοιπόν προηγουμένως το επεδείκνυε με τόσο σκανδαλώδη τρόπο, τώρα τη βλέπουμε να το προσφέρει στον Θεό με αρετή. Τα γήινα μάτια της που ορέγονταν την αμαρτία τώρα εξαγνίζονται μέσα από τα δάκρυα της αμαρτίας». Με αυτό τον τρόπο λέει ο καθηγητής Π. Βασιλειάδης «παγιώθηκε ο μύθος της Μαρίας της Μαγδαληνής ως της πόρνης με τη χρυσή καρδιά». Και παρ' ότι στον ανατολικό xριστιανισμό αυτές οι ερμηνείες απορρίφθηκαν νωρίς, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία συνέχισε να τις καλλιεργεί επί αιώνες για να τις αποσύρει αθόρυβα μόλις το 1969.







Δοξασίες

Ερωμένη, σύντροφος και μητέρα

Οι δοξασίες των δυτικών θεολόγων για τη Μαρία Μαγδαληνή και την πραγματική σχέση της με τον Χριστό δεν αποτέλεσαν μόνο την αφορμή για την εφεύρεση των γνωστών μυθιστοριών για το περίφημο Γκράαλ, το ιερό και βασιλικό αίμα και τον ρόλο των ναϊτών ιπποτών. Προκάλεσαν ή δικαιολόγησαν ποταμούς αίματος στη μεσαιωνική Ευρώπη. Κι όμως, όλοι γνωρίζουν από τα απόκρυφα Ευαγγέλια, αλλά και από το Ευαγγέλιο που φέρεται να έγραψε η ίδια η Μαγδαληνή, όπως λένε στις μελέτες τους οι Σάββας Αγουρίδης και Πέτρος Βασιλειάδης, ότι φαίνεται να κατείχε εξέχουσα θέση μεταξύ των μαθητών του Ιησού. Οι θεολόγοι λένε σήμερα ότι δεν υπάρχει καμία υποψία πως η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν πόρνη, ερωμένη, σύντροφος ή σύζυγος του Ιησού ή μητέρα των φυσικών παιδιών του. Ηταν μια απόστολος και προβεβλημένη μαθήτρια του Ιησού, με το έργο της οποίας ελάχιστοι ασχολήθηκαν. Επί 20 αιώνες οι περισσότεροι στροβιλίζονται στις υποτιθέμενες ερωτικές ή συζυγικές της σχέσεις της με τον Χριστό, ή με το εάν ήταν πόρνη και μετανόησε, ή με το εάν τα επτά δαιμόνια συμβόλιζαν τα στάδια της μύησής της. Ηταν αδύνατον να δεχτούν ότι είχαν να κάνουν απλώς με μια ηγετική γυναικεία φυσιογνωμία. Η ανύπαντρη ή νεαρή χήρα γυναίκα που με τα χρήματα τα οποία διέθετε από την οικογένειά της στήριζε οικονομικά τη διακονία των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων πάντα δεχόταν αμφισβητήσεις. Αλλωστε στο Ευαγγέλιο που της αποδίδεται η ίδια αφηγείται: «Τότε η Μαρία έκλαψε και είπε στον Πέτρο: "Αδελφέ μου, τι σκέπτεσαι; Νομίζεις ότι τα επινόησα μόνη στην καρδιά μου, ή ότι ψεύδομαι για τον Σωτήρα;". Ο Λεβί απάντησε και είπε στον Πέτρο: "Πέτρο, πάντοτε ήσουν ευέξαπτος. Τώρα σε βλέπω να μάχεσαι εναντίον της γυναίκας, όπως εναντίον των αντιπάλων. Αλλά αν ο Σωτήρας την έκανε άξια, πραγματικά, ποιος είσαι εσύ για να την απορρίψεις;"».



Αισιόδοξη(Winnicott) vs Απαισιόδοξη(Freud) Ψυχανάλυση by heroicodesembarazo /αναδημοσιευση

Αισιόδοξη(Winnicott) vs Απαισιόδοξη(Freud) Ψυχανάλυση


Posted on Σεπτεμβρίου 23, 2012 by heroicodesembarazo





Για τον Winnicott το παιδί αμύνεται για να υπάρξει ως ένα και μόνο άτομο. Κατά συνέπεια, μία άμυνα, πχ η παιδική επιθετικότητα, δεν έχει λόγο ύπαρξης, εφόσον η υποτιθέμενη απειλή αποδεικνύεται ανύπαρκτη. Κυρίαρχη είναι ακόμη και μέσα στη σκιά του θανάτου, η ελπίδα. Σε αντίθεση με τον Φρόυντ κατά τον οποίο η ενόρμηση του θανάτου είναι συστατικό στοιχείο του ψυχικού οργάνου, για τον Ουίννικοτ είναι αμυντικό κατασκεύασμα. Για τον Ουίννικοτ ο θάνατος έλαβε χώρα, για τον Φρόυντ είναι εξ ορισμού κομμάτι της ζωής μας. Προφανώς, ανοίγονται δύο διαφορετικοί δρόμοι όχι μόνο για τη ψυχαναλυτική πρακτική αλλά και γενικότερα για τη ζωή αλλά και τον πολιτικό αγώνα.



(πρβλ φόβος της κατάρρευσης, D.W.Winnicott, Άγρα, 2005, σελ. 43 σχόλιο του Π. Αλούπη)



Share this: Μοιραστείτε το

EmailPrintPress This

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Αμφιτρύωνας του Μολιέρου – Lacan

Objet petit a /ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΙΡΗ

Objet petit a








Ο όρος αυτός έχει συχνά μεταφραστεί ως "αντικείμενο (μικρό α)" αλλά ο Lacan επέμενε ότι πρέπει να παραμένει αμετάφραστος, "αποκτώντας έτσι,ούτως ειπείν, το status ενός αλγεβρικού σημείου " ( Sheridan, 1977: xi,βλ.ΑΛΓΕΒΡΑ).





Το σύμβολο α (το πρώτο γράμμα της λέξης autre, ή "άλλος" είναι ένα από τα πρώτα αλγεβρικά σημεία που εμφανίζονται στο έργο του Lacan,και εισάγεται για πρώτη φορά το 1955 μαζί με το ΣΧΗΜΑ L.Γράφεται πάντοτε με πεζά και πλάγια γράμματα για να τονιστεί το γεγονός ότι αφορά τον μικρό άλλο,σε αντίθεση με το κεφαλαίο "Α" του μεγάλου Άλλου.Αντίθετα με τον μεγάλο Άλλο που αντιπρωσοπεύει μια ριζική και μη αναγώγιμη ετερότητα,ο μικρός άλλος είναι "ο άλλος που δεν είναι καθόλου άλλος,αφού τον συμπληρώνει κατ' ουσίαν το εγώ,σε μια σχέση που είναι πάντοτε ανακλαστική,εναλλακτική" (Σ2,321).Στο σχήμα L ,λοιπόν τα σύμβολα α και α' αντιστοιχούν αδιακρίτως στο ΕΓΩ και στον ΟΜΟΙΟ/ΚΑΤΟΠΤΡΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ,και ανήκουν καθαρά στη φαντασιακή τάξη.

Το 1957 ,όταν ο Lacan εισάγει το μαθήμιο της φαντασίωσης ($ΙΙ α),το σύμβολο α αρχίζει να γίνεται αντιληπτό ως αντικείμενο της επιθυμίας.Πρόκειται για το φαντασιακό ΜΕΡΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ,ένα στοιχείο που φαντασιώνεται ως κάτι που μπροεί να χωριστεί από το υπόλοιπο του σώματος.Ο Lacan αρχίζει τώρα να διακρίνει το α, το αντικείμενο της επιθυμίας,από την κατοπτρική εικόνα,την οποία συμβολίζει πλέον ως i(α).



Στο σεμινάριο του 1960-1, ο Lacan συναρθρώνει το objet petit a με τον ελληνικό όρο άγαλμα (που σημαίνει μια προσφορά στους Θεούς,ένα κόσμημα ή ένα μικρό γλυπτό που απεικονίζει έναν Θεό) τον οποίο υιοθετεί από το Συμπόσιο του Πλάτωνα .Όπως ακριβώς το άγαλμα είναι ένα πολύτιμο αντικείμενο κρυμμένο μέσα σε ένα συγκριτικά ευτελές κουτί,έτσι και το objet petit α είναι το αντικείμενο της επιθυμίας που αναζητούμε στον άλλο(Σ8, 177).



Από το 1963 και μετά,το σύμβολο α έρχεται πιο κοντά στο πραγματικό,αν και δεν χάνει ποτέ τη φαντασιακή του διάσταση.Το 1973,για παράδειγμα, ο Lacan δηλώνει και πάλι ότι είναι φαντασιακό (Σ20,77).Από το σημείο αυτό και μετά το α συμβολίζει το αντικείμενο που δεν μπορεί ποτέ να αποκτηθεί, που είναι στ' αλήθεια το ΑΙΤΙΟ της επιθυμίας,αντί για αυτό προς το οποίο τείνει η επιθυμία,γι' αυτό εξάλλου και ο Lacan το ονομάζει τώρα "αντικείμενο- αίτιο" της επιθυμίας.Objet petit α είναι κάθε αντικείμενο που θέτει σε κίνηση την επιθυμία,ιδίως τα μερικά αντικείμενα που καθορίζουν τις ορμές.Οι ορμές δεν επιδιώκουν την απόκτηση του objet petit α,αλλά μάλλον περιστρέφονται γύρω από αυτό (Σ11,179).Το objet petiti α, είναι το αντικείμενο του άγχους αλλά και το απώτερο μη αναγώγιμο απόθεμα της libido (Lacan,1962-3,σεμινάριο της 16ης Ιανουαρίου 1963).Παίζει έναν αυξανόμενα σημαντικό ρόλο στη λακανική έννοια της θεραπείας,στην οποία ο αναλυτής πρέπει να θέσει τον εαυτό στη θέση ενός ομοιώματος του objet petiti α, του αιτίου της επιιθυμίας του αναλυόμενου.



Στα σεμινάρια του 1962-3 και του 1964,το objet petit α ορίζεται ως το υπόλοιπο,το υπόλειμμα (γαλλικά reste ),εκείνο που μένει μετά την εισαγωγή του συμβολικού στο πραγματικό.Οι απόψεις αυτές αναπτύσσονται περαιτέρω στο σεμινάριο του 1969-70,στο οποίο ο Lacan διατυπώνει τους τύπους των τεσσάρων ΛΟΓΩΝ.Στον λόγο του κυρίου,ένα σημαίνον προσπαθεί να αντιπροσωπεύσει το υποκείμενο για όλα τα άλλα σημαίνοντα,διαδικασία που παράγει αναπόφευκτα ένα περίσσευμα.Το πλεόνασμα αυτό είναι το objet petit α, ένα πλεόνασμα νοήματος,και ένα πλεόνασμα απόλαυσης (υπερ-απόλαυση ή υπερ-απολαμβάνειν [γαλλικά plus-de-jouir]).Η έννοια αυτή εμπνέεται από τη μαρξιστική έννοια της υπεραξίας :το α είναι το περίσσευμα την jouissance που δεν έχει "αξία χρήσης",αλλά επιμένει προς χάριν και μόνον της απόλαυσης.



Το 1973,ο Lacan συνδέει το objet petit α με την έννοια του ΟΜΟΙΩΜΑΤΟΣ,υποστηρίζοντας ότι το α είναι ένα "ομοίωμα του είναι" (Σ20 : 87).Το 1974 το θέτει στο επίκεντρο του κόμβου των Borromeo,στον τόπο στον οποίο αλληλοδιασταυρώνονται οι τρεις τάξεις (πραγματικό,συμβολικό και φαντασιακό).





Εισαγωγικό λεξικό της Λακανικής Ψυχανάλυσης

Dylan Evans/μτφ.Γιάννης Σταυρακάκης /σελ.212

ελληνικά γράμματα



επιμέλεια-δημοσίευση CaRiNa

______________________





Αναρτήθηκε από CaRiNa στις 11:11:00 μ.μ.

η αγάπη μας

μια άνω τελεία,
ένα κόμμα
ένα σημείο στίξης ,
το μεσοδιάστημα
μεταξύ εισπνοής και εκπνοής
ενα  διάλειμμα
 το ανάμεσα
στον Ύπνο και τον ξύπνο
τα μαλλιά σου
 τα μάτια σου
η ανάσα σου ..
τα χρόνια που πέρασαν
το στήθος σου..
η προσδοκία
 η στιγμή
 Η αγάπη
Η αγάπη μας

τουλάχιστον ας κρατησουμε την ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ....


υποψίες.................

Da Vinchi.JPG

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

κυρίες και κύριοι τα επιχειρηματα σας ειναι...

αίολα

Κατριν Ντενεβ

οταν κοιμαμαι
βλέπω στα ονειρα μου παλιες ταινιες
 Τις ομπρελες του Χερβούργου


Κατριν Ντενεβ
Την Ωραια  της Ημερας
Υστερα
Ξυπνάω
και βλέπω αυτον τον εφιαλτη

ο πολεμος του χρόνου και της επικαιροτητας

ATELIERduROMAN_12-1.jpg

Πώς οι μέλισσες επιλέγουν το επάγγελμα που τους ταιριάζει

Χημικοί διακόπτες στα γονίδια καθορίζουν αν μια εργάτρια μέλισσα θα γίνει τροφός ή τροφοσυλλέκτρια
Πώς οι μέλισσες επιλέγουν το επάγγελμα που τους ταιριάζει

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

υπέρ-εγώ ,εγώ.φρουντ

Tα αισθήματα ενοχής για τον Φρουντ είναι η έκφραση της έντασης ανάμεσα στο υπέρ-εγώ και το εγώ. Με τη σύλληψη της έννοιας του ένστικτου της καταστροφής, ο Φρουντ αναγνώρισε πως. υπήρχε πολύ πιο πολλή καταστροφικοτητα από oση μπορούσε να ερμηνευτεί από το συσχετισμό με το σεξουαλικό ένστικτο : Αυτό που προκάλεσε τη σύλληψη της έννοιας ήταν η συχνότητα της αγριότητας στην ιστορία της ανθρωπότητας: πόλεμοι , επαναστάσεις , θρησκευτικούς διωγμοί . 

«Το κομμάτι της πραγματικότητας- λέει ο Φρόιντ- που βρίσκεται πίσω από όλα αυτά κα το αρνούμαστε ευχαρίστως , είναι ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένα πράο ,αξιαγάπητο πλάσμα , που το πολύ πολύ να αμυνθεί όταν το επιτεθούν , αλλά ότι στον ορμικό εφοδιασμό του περιλαμβάνει και μια σημαντική ποσότητα επιθετικής τάσης. Γι αυτό ο πλησίον του δεν είναι μόνο πιθανός βοηθός και σεξουαλικός αντικείμενο , αλλά και πειρασμός για να ικανοποιήσει πάνω του την επιθετικότητα του , να εκμεταλλευτεί την εργασία του χωρίς αμοιβή , να τον μεταχειρισθεί σεξουαλικά , να τον ταπεινώσει ,να τον βασανίσει , να τον σκοτώσει… (Homo hominis Lupus*» (Πλαύτος Asinaria ii,) , ….

Να τις καβαλά ο δαίμονας Η τιμωρία των σεξουαλικών παραπτωμάτων στις τοιχογραφίες εκκλησιών του ελληνικού χώρου/αναδημοσίευση βιβλιοπαρουσίασης απο το ΒΗΜΑ


Να τις καβαλά ο δαίμονας
Η τιμωρία των σεξουαλικών παραπτωμάτων στις τοιχογραφίες εκκλησιών του ελληνικού χώρου
Να τις καβαλά ο δαίμονας
«υ πόρνησες γινέκες». Τοιχογραφία του 1779 στην εκκλησία Αγία Παρασκευή της Καλομοίρας Τρικάλων

5
εκτύπωση 
 
Με τις παραστάσεις των αμαρτωλών στην Κόλαση «το γυμνό σώμα διεισδύει στους νάρθηκες των εκκλησιών» λέει ο ζωγράφος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Στέφανος Τσιόδουλος στη σύντομη αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη του Τιμωρία, η σκοτεινή πλευρά της σεξουαλικότητας. Και όχι απλώς διεισδύει, αλλά αποδίδεται με ωμή αναπαραστατική γλώσσα. Στην Κόλαση τιμωρούνται τα μέλη του αμαρτωλού με τα οποία διέπραξε τα αμαρτήματά του. Και ενώ δεν αναπαριστώνται παρά σπανίως τα ανδρικά γεννητικά όργανα, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα γυναικεία, τα οποία παραδίδονται «στη λαγνεία» των ανδρών θεατών.
Το θέμα που πραγματεύεται ο συγγραφέας παρέμενε ως τώρα αντικείμενο ενδιαφέροντος σχεδόν αποκλειστικά για τους ειδικούς επιστήμονες: πώς οι παραστάσεις της Κόλασης, όπως τις βλέπουμε σε πολλές εκκλησίες της Κύπρου, της Κρήτης, της Ηπείρου και άλλων περιοχών της ηπειρωτικής Ελλάδας από τον 13ο ως τον 19ο αιώνα, μας βοηθούν να κατανοήσουμε τα ήθη, τη μορφή της κοινωνίας και τις αντιλήψεις που επικρατούσαν για τη μετά θάνατον ζωή. Ακόμη, το πώς η εικαστική πραγμάτευση λειτούργησε ως πρόσχημα ώστε οι ζωγράφοι να μιλήσουν για τα σεξουαλικά ήθη και τις αντίστοιχες φαντασιώσεις.
Το βιβλίο περιλαμβάνει πλήθος φωτογραφιών από τοιχογραφίες των εκκλησιών που επισκέφθηκε και μελέτησε ο συγγραφέας, οι οποίες καλύπτουν πέντε αιώνες, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της μελέτης του, όχι μόνο γιατί είναι το υλικό της έρευνας αλλά και επειδή λειτουργούν ως αδιαμφισβήτητες αποδείξεις των επιχειρημάτων του. Αυτή η διπλή, ας πούμε, ανάγνωση καθιστά το βιβλίο γοητευτικό και ως αναγνωστική και ως εικαστική εμπειρία.
Από τη θέση των ανδρικών και γυναικείων σωμάτων στις τοιχογραφίες ο Τσιόδουλος εξάγει ενδιαφέροντα συμπεράσματα για την κοινωνική θέση των δύο φύλων. Τα ζευγάρια που κοιμούνται τη βραδιά της Αναστάσεως λ.χ. ή τις Κυριακές (αντί να πάνε στην εκκλησία) ζωγραφίζονται κατά κανόνα «από ψηλά» ώστε να εκτίθενται πλήρως τα σώματά τους. Ο άνδρας βρίσκεται κατά κανόνα ψηλότερα από τη γυναίκα, αλλά και όταν αυτό δεν συμβαίνει η στάση του σώματός του δείχνει την υπεροχή του. Οσοι «κοιμούνται» (δηλαδή κάνουν έρωτα) παραμελώντας τα θρησκευτικά τους καθήκοντα καταδικάζονται και αυτοί στο πυρ το εξώτερον. Στην προκειμένη περίπτωση τιμωρείται ο έρωτας αυτός καθαυτόν - και ας είναι νόμιμος.
Σε πολλές παραστάσεις αντί για τη λέξη «πόρνη» χρησιμοποιείται η λέξη «πουτάνα». Οι ζωγράφοι καταφεύγουν στο λαϊκό ιδίωμα - άλλωστε οι σχετικές επιγραφές των τοιχογραφιών είναι όλες τους ανορθόγραφες, που σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με ζωγράφους οι οποίοι δεν είναι λόγιοι.
Οι γυναίκες που «κλέπτουν» (από τα περιβόλια) τα «κολοκήθηα» και τα «λάχανα» και τα «πράσα» τιμωρούνται στην Κόλαση να τις καβαλά ένας δαίμονας. Ετσι, ο ζωγράφος, με την πρόφαση της τιμωρίας, μπορεί ελεύθερα να αναπαραστήσει γυμνό το γυναικείο σώμα. Οι γυναίκες «που βυζαίνουν τουρκόπαιδα», ή «χαλούν την προξενεία», ή είναι «μαγίστρες» καταλήγουν και εκείνες στην Κόλαση, όπως και «οι πόρνοι», «οι πόρνισες» και οι «αρσενοικοίτες».
Στην Κόλαση όμως βασανίζονται όχι μόνον όσοι και όσες διαπράττουν «ηθικά» παραπτώματα, αλλά και κοινωνικά: οι ζωοκλέφτες (αν και αυτοί είναι οι λιγότεροι), οι μπακάληδες, οι ράφτες και κυρίως οι μυλωνάδες, οι «κρασοπούλοι» (όποιοι πωλούν κρασί) και οι παραυλακιστές (αυτοί που οργώνοντας το χωράφι τους μπαίνουν και στο χωράφι του διπλανού κλέβοντας έτσι μέρος από τη γη του).
Σκληρές τιμωρίες τους περιμένουν, όπως ο μυλωνάς να κουβαλά κρεμασμένη από τον λαιμό τη μυλόπετρά του και ο κρασοπούλος ένα βαρέλι κρασί, ενώ τους καβαλούν δαίμονες. Υπάρχουν όμως και χειρότερα: το σούβλισμα και το ψήσιμο. Ας σημειωθεί ότι το σούβλισμα ήταν διαδεδομένη μορφή βασανισμού και θανάτωσης την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Συχνά οι δαίμονες που καβαλούν τους αμαρτωλούς καπνίζουν καπνοσύριγγα (τσιμπούκι). Αυτό αποδεικνύει φυσικά ότι το κάπνισμα ήταν μια συνήθεια που δεν αποδεχόταν η Εκκλησία. Για παράδειγμα, σε μια τοιχογραφία του 1739, στο Παρεκκλήσιο του Κοιμητηρίου της Μονής Γρηγορίου στο Αγιον Ορος, διαβάζουμε την επιγραφή «όπηος καλόγερος πήνη καπνό τον ηπηρετούν η διαβολή». Για αυτό άλλωστε ακόμα και σήμερα οι αγιορείτες μοναχοί λένε αστεϊζόμενοι πως «ο καπνός είναι το λιβάνι του διαβόλου». (Και, για να θυμηθούμε τον λαϊκό βάρδο Χρήστο Κυριαζή, «τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια έχουν κλείσει τα καλύτερα τα σπίτια».)

Φαλλικά σύμβολα
Οι σαδιστικές σκηνές αφθονούν στις τοιχογραφίες. Πέρα όμως από την ωμότητα και τη σκληρότητά τους, πιστοποιούν ότι λειτουργούσαν εξισορροπητικά. Ο φόβος της τιμωρίας και της αιώνιας κόλασης στη μέλλουσα κρίση θα απέτρεπαν τον μυλωνά, τον κρασοπούλο και τον παραυλακιστή από το να υποπέσουν σε οικονομικά εγκλήματα.
Ο συγγραφέας προβαίνει και σε αρκετές άλλες ερμηνείες, συμβολικού χαρακτήρα. Λόγου χάριν, κάποια εργαλεία (όπως τα φτυάρια, τα χωνιά ή τα φουρνόξυλα) δεν μετατρέπονται μόνο σε όργανα βασανισμού, αλλά επέχουν και θέση φαλλικών συμβόλων. Οι αμαρτωλοί άνδρες παρουσιάζονται εκθηλυσμένοι στην κόλαση, αφού «η παθητικότητα συνδέεται με το γυναικείο φύλο, ενώ είναι ασύμβατη με τα στερεότυπα περί ανδρισμού». Οι εικόνες λοιπόν λειτουργούν και «ως μηχανισμός ντροπής» ώστε να μη διασαλευθεί η κοινωνική τάξη και ο όποιος παραδοσιακός πολιτισμός.
Αρκετές από τις εικόνες των τοιχογραφιών στο βιβλίο παρουσιάζονται για πρώτη φορά.
Ο Στέφανος Τσιόδουλος θίγει ένα μεγάλο θέμα το οποίο σχετίζεται με τον τρόπο που λειτούργησε η λαϊκή φαντασία επί αιώνες όσον αφορά τη σκοτεινή της πλευρά. Από μια άποψη μπορεί να είναι και η πιο ενδιαφέρουσα. Το βιβλίο του αποτελεί μια καλή αρχή ώστε να περιμένουμε στο μέλλον και ευρύτερες αναπτύξεις.

Η εργατική τάξη πάει στο λύκειο/Γιατί οι άγγλοι μαθητές εργατικής προέλευσης διαλέγουν τα επαγγέλματα των γονιών τους. Μια πρωτοποριακή κοινωνιολογική έρευνα της δεκαετίας του 1970Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος/αναδημοσιευση βιβλιοκριτικής απο το ΒΗΜΑ

Η εργατική τάξη πάει στο λύκειο
Γιατί οι άγγλοι μαθητές εργατικής προέλευσης διαλέγουν τα επαγγέλματα των γονιών τους. Μια πρωτοποριακή κοινωνιολογική έρευνα της δεκαετίας του 1970

Αγγλοι μαθητές στο μετρό του Λονδίνου. Το βιβλίο του Πολ Γουίλις, πρωτοποριακό για την εποχή του, θίγει κάποια διαχρονικά ζητήματα της μέσης εκπαίδευσης



 
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 σε μια βιομηχανική πόλη της Δυτικής Αγγλίας o βρετανός κοινωνιολόγος Πολ Γουίλις μελέτησε μια παρέα δώδεκα μαθητών λυκείου οι οποίοι προέρχονταν από εργατικές οικογένειες και αυτοαποκαλούνταν «μάγκες». Ο Γουίλις συνέχισε να τους μελετά και αφότου έπιασαν την πρώτη τους χειρωνακτική δουλειά.
Το ερώτημα της έρευνας ήταν «γιατί τα παιδιά των εργατών διαλέγουν επαγγέλματα της εργατικής τάξης, μένοντας έτσι καθηλωμένα στην τάξη των γονιών τους;». Ο συγγραφέας απαντά ότι οι «μάγκες» θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανώτερους από τους καθηγητές και τους υπόλοιπους μαθητές (τα «φυτά») που δεν ήξεραν την αληθινή ζωή. Οι καθηγητές και τα «φυτά» δέχονταν τις αξίες του σχολείου, όπως πειθαρχία, έμφαση στην πνευματική αντί για τη χειρωνακτική εργασία και ισότητα ευκαιριών μέσω της απόκτησης μορφωτικών προσόντων.
Οι «μάγκες» απέρριπταν αυτές τις αξίες και συγκροτούσαν τη δική τους «αντι-σχολική» κουλτούρα, η οποία είναι συναφής με την κουλτούρα που αναπτύσσεται στην αλυσίδα παραγωγής. Οπως οι μαθητές κάνουν αντίσταση, δίνοντας το δικό τους νόημα στη σχολική καθημερινότητα, έτσι και οι εργάτες προσπαθούν να προσδώσουν το δικό τους νόημα σε ό,τι κάνουν, αντιστεκόμενοι στους κανόνες και στους ρυθμούς της μισθωτής εργασίας.
Ηδη, ενόσω ήταν ακόμη μαθητές, οι «μάγκες» πίστευαν ότι η πραγματική ζωή βρισκόταν εκτός σχολείου, δηλαδή στις αγγλικές παμπ και στα εργοστάσια στα οποία θα κατέληγαν αυτοβούλως μετά την αποφοίτησή τους. Οι «μάγκες» δεν πίστευαν ότι, αν μελετούσαν, θα έβρισκαν καλύτερες δουλειές. Η σχολική αποτυχία τούς φαινόταν εξίσου αναπόφευκτη όσο και αδιάφορη. Θεωρούσαν περίπου φυσικό ότι θα κατέληγαν σε δουλειές παρόμοιες με εκείνες των γονιών τους.

Ο μύθος της κοινωνικής ανόδου
Ο Γουίλις ερμηνεύει το πώς λαμβάνει χώρα η ταξική αναπαραγωγή στο μικροεπίπεδο των ενδοσχολικών σχέσεων. Συμπληρώνει έτσι αυτό που ξέρουμε για το μακροεπίπεδο των κοινωνικών σχέσεων: η ανοδική κοινωνική κινητικότητα είναι μικρή ακόμη και στις πιο «ανοιχτές» κοινωνίες. Αφενός, λίγα παιδιά από εργατικά στρώματα μεταπηδούν χάρη στην εκπαίδευση σε στρώματα ανώτερα από εκείνα των γονιών τους. Αφετέρου, οι ευκαιρίες για κοινωνική «άνοδο» είναι περιορισμένες, αφού συνήθως ανεβαίνει κανείς μόνο ένα σκαλί της κοινωνικής στρωμάτωσης, όπως π.χ. όταν παιδιά εργατών γίνονται υπάλληλοι.
Ο Γουίλις, σήμερα καθηγητής στο Πρίνστον, ανήκει στη θεωρητική σχολή των «πολιτισμικών σπουδών» του Μπέρμιγχαμ. Ως προς τη θεωρία, αντίθετα με τους δημοφιλείς σε μας στρουκτουραλιστές μαρξιστές (Αλτουσέρ, Πουλαντζάς), ο συγγραφέας δεν θεωρεί την ταξική αναπαραγωγή ένα προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα της λειτουργίας ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους. Εισάγει μια θεωρητική πρωτοτυπία εξηγώντας το πώς η αντι-κουλτούρα που διαμορφώνουν οι γόνοι της εργατικής τάξης δεν τους απομακρύνει από την τάξη τους αλλά μάλλον διευκολύνει την πρόσδεσή τους σε αυτήν.
Επιπλέον δεν εξιδανικεύει τους «μάγκες» μόνο και μόνο επειδή είναι παιδιά εργατών. Αντιθέτως, αναδεικνύει τα σεξιστικά και ρατσιστικά μοτίβα της κουλτούρας τους. Ο Γουίλις εισάγει και μια μεθοδολογική πρωτοτυπία παρακολουθώντας από πολύ κοντά τη ζωή των μαθητών και κατά το δυνατόν συμμετέχοντας ο ίδιος στη ζωή τους. Αντιπαραβάλλει τους «μάγκες» με άλλες ομάδες μαθητών και συνομιλεί με γονείς, καθηγητές, συμβούλους επαγγελματικού προσανατολισμού και διευθυντικά στελέχη του σχολείου.

Εκπαίδευση και διέξοδοι
Το βιβλίο είναι πολυσέλιδο και η ανάγνωσή του απαιτεί την προσήλωση του αναγνώστη, καθώς τα αποσπάσματα των συνομιλιών του Γουίλις με μαθητές και καθηγητές είναι πολύ εκτενή. Επ' αυτού η μεταφράστρια κάνει σπουδαία δουλειά. Επιπλέον, ο συγγραφέας κάποτε διατηρεί τη δύσκαμπτη κοινωνιολογική γλώσσα στην οποία δυστυχώς εκφράζονται πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες και άλλοτε υπερβαίνει αυτή τη γλώσσα. Την υπερβαίνει διότι, ενώ ο Γουίλις είναι αριστερός, δεν καταφεύγει στα συνήθη μαρξιστικά σχήματα που ανάγουν οτιδήποτε συμβαίνει στο σχολείο στις αντιφάσεις του καπιταλισμού.
Αντιθέτως, ερμηνεύει με τρόπο πρωτοποριακό για την εποχή του τις ενδοσχολικές δομές και σχέσεις και τους αρμούς που συνδέουν το σχολείο με την καπιταλιστική κοινωνία με όρους κουλτούρας και αντι-κουλτούρας και με όρους διαρκούς ανασημασιοδότησης του σχολείου και της εργασίας εκ μέρους των κοινωνικών υποκειμένων.
Σωστά παρατηρεί ο επιμελητής Γιάννης Πεχτελίδης στην εξαιρετικά κατατοπιστική εισαγωγή του ότι το Μαθαίνοντας να δουλεύεις έχει σημασία για τους έλληνες αναγνώστες. Προφανώς η σημερινή Ελλάδα δεν αντιστοιχεί με τη βιομηχανική Αγγλία της δεκαετίας του 1970, θα λέγαμε όμως ότι αξίζει να διαπιστωθεί εμπειρικά το αν οι τάσεις που ερμηνεύει ο Πολ Γουίλις έχουν το «λειτουργικό ισοδύναμό» τους στη σχολική κουλτούρα και στις επαγγελματικές διεξόδους των παιδιών των μεταναστών στα ελληνικά σχολεία.
Πάντως το βιβλίο δεν είναι χρήσιμο επειδή, όπως μάλλον τελετουργικά αναφέρει ο Πεχτελίδης, μπορεί να φωτίσει τον ρόλο της εκπαίδευσης και τις προοπτικές των νέων σε περίοδο ανάπτυξης του ηγεμονικού σχεδίου του νεοφιλελευθερισμού. Το βιβλίο του Γουίλις είναι σημαντικό διότι, κοιτάζοντας το σχολείο με τη ματιά των μαθητών που προκαλούν «ρωγμές» στο κυρίαρχο αξιακό σύστημα, αφενός δεν αναπαράγει εύκολες γενικεύσεις για τα σχέδια του διεθνούς κεφαλαίου, αφετέρου υποδεικνύει τα όρια της ισότητας των ευκαιριών και των βελτιωτικών επεμβάσεων στην εκπαίδευση.

Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ιουλιέτα ή Διαφωτισμός και ηθική/αναδ.απο το Στο ντιβάνι με το Λακάν

Ιουλιέτα ή Διαφωτισμός και ηθική (ΙΙΙ)


Στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού η έννοια της ενόρμησης θανάτου σχετίζεται με την μίμηση. Ωστόσο αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι Α/Χ  την αποδέχονται. Η καταστροφικότητα είναι το τίμημα που πληρώνει κανείς όταν παραιτείται από την ικανοποίηση των ενορμήσεών του(Ιακώβου,2007:184) και δεν προέρχεται από μια εγγενή τάση. Το Αυτό μειώνει τις απαιτήσεις του κάτω από την πίεση του υπερεγώ.  Σε αντίθεση με το Ζίζεκ οι πράξεις της σαδικής Ιουλιέτας όπως υποστηρίζουν οι Α/Χ δεν αποτελούν έκφραση της ενόρμησης θανάτου την ύπαρξη της  οποίας δεν αποδέχονται, αλλά  αποτυπώνουν την συγκρότηση ενός ισχυρού Εγώ όπου έχει συντελεστεί η απώθηση με συγκεκριμένο τίμημα.
Θεωρούμε ότι η ανάλυση της σαδικής Ιουλιέτας από τους Α/Χ μπορεί να παραβληθεί με αυτή του Ζίζεκ και να χαρακτηριστεί ως διαμετρικά αντίθετη ενώ εκκινεί από κοινές παραδοχές, δηλαδή την ταυτότητα της καντιανής κατηγορικής προσταγής με την επιθυμία της Ιουλιέτας ή την ταυτότητα του Λόγου με την κυριαρχία. Ο Ζίζεκ όπως και ο Α/Χ δέχεται την στενή σχέση της καντιανής κατηγορικής προσταγής με το πρόταγμα της Ιουλιέτας ωστόσο αποδίδει θετικό περιεχόμενο σε αυτή τη συσχέτιση. Ο Ζίζεκ υποστηρίζει ότι η εγκληματική πράξη της Ιουλιέτας, αποτελεί μια πράξη χειραφέτησης, συνιστά διέλευση της θεμελιώδους φαντασίωσης. Η Ιουλιέτα καταστρέφει τη συμβολική τάξη, οδηγούμενη από την ενόρμηση θανάτου και δημιουργεί τον κενό χώρο ώστε μια νέα συμβολική τάξη να εδραιωθεί. Η συναισθηματική απάθεια με την οποία τελεί τα εγκλήματά της επιβεβαιώνουν ότι η πράξη της εκτείνεται πέραν της αρχής της ευχαρίστησης. Η Ιουλιέτα αποτελεί ένα τυπικό επαναστατικό πρότυπο κοινωνικού μετασχηματισμού για τον Ζίζεκ το οποίο εμφορείται από μια ψυχαναλυτική ηθική που δεν θεμελιώνεται στην έννοια του Αγαθού.
Οι Α/Χ αντιθέτως θεωρούν ότι η σαδική Ιουλιέτα αποτελεί προάγγελο και προτύπωση του ολοκληρωτισμού είτε με τη μορφή του ναζισμού/φασισμού είτε με τη μορφή του κρατικού σοσιαλισμού. Ο Διαφωτισμός είχε και μια σκοτεινή όψη η οποία εκφράστηκε παραστατικά μέσα από την Ιουλιέτα. Η συναισθηματική απάθειά της και οι εγκληματικές πράξεις της δεν δείχνουν τίποτα παρά μια επίθεση του Λόγου στον εαυτό του, φανερώνουν αντίφαση στον πυρήνα του διαφωτιστικού προτάγματος για αυτονομία. Η Ιουλιέτα δεν εκφράζει τίποτα άλλο παρά το αστικό υποκείμενο που είναι ικανό για κάθε είδους θηριωδία εκτελεσμένη με απόλυτα ορθολογικό τρόπο. Η σαδική Ιουλιέτα αποτελεί την ανάδυση ενός ισχυρού Εγώ όπου οι ενορμήσεις έχουν περισταλεί κάτω από τον έλεγχο που επιβάλλει η αρχή της πραγματικότητας. Βέβαια αυτή η περιστολή των ενορμήσεων οδηγεί στην συναισθηματική απάθεια, στην ανηδονία, στον συνεχή υπολογισμό και αυτοέλεγχο της συμπεριφοράς.
Τέλος η διαφορετική ψυχαναλυτική ερμηνεία αποτελεί τη βαθύτερη διαφορά μεταξύ του Ζίζεκ και των Α/Χ στην διάσταση που δίνουν στη σαδική Ιουλιέτα. Ο Ζίζεκ ερμηνεύει τη συμπεριφορά της μέσα από ένα καθαρά λακανικό πλαίσιο όπου δίνεται έμφαση στην πρώτη τοπική του Φρόιντ αλλά ταυτόχρονα υιοθετείται η ενόρμηση θανάτου από τη δεύτερη τοπική. Βέβαια στη λακανική ψυχανάλυση επικρατεί ένας μονισμός της ενόρμησης, κάθε ενόρμηση σεξουαλική ή άλλη αποτελεί έκφραση της ενόρμησης θανάτου. Αντιθέτως  οι Α/Χ αποδέχονται την δεύτερη τοπική αλλά επηρεασμένοι από την Εγώ-ψυχολογία απορρίπτουν την ενόρμηση θανάτου.


Ιουλιέτα ή Διαφωτισμός και ηθική (ΙΙ)


Η απάθεια σύμφωνα με τους Α/Χ γίνεται χαρακτηριστικό της αυθεντικής αστικής ύπαρξης.  Πρόκειται για την απόσυρση του ατομικού αυθορμητισμού στην ιδιωτική σφαίρα. Η ευαισθησία, η συναισθηματική εμπλοκή αποτελεί μια κατάσταση μη επιθυμητή, επικίνδυνη. Όπως λέει η φίλη της Ιουλιέτας, Κλαιρβίλ : «η ψυχή μου είναι σκληρή, διότι δεν θα προτιμούσα την ευαισθησία από την ευτυχή απάθεια που απολαμβάνω. Ω, Ιουλιέτα… απατάσαι  ίσως ως προς την επικίνδυνη ευαισθησία, για την οποία τόσοι μωροί καμαρώνουν». Η απάθεια αποτελεί μια στρατηγική αντιμετώπισης των συναισθημάτων κάποιου. Η ιδιωτικότητα είναι η αναγνώριση της επισφάλειας και της αδυναμίας της αστικής τάξης μπροστά στον κίνδυνο της συναισθηματικής έκθεσης .
Έτσι σύμφωνα με τους Α/Χ η συναισθηματική απάθεια η οποία θεωρείται σημαντική τόσο από τον Καντ για την υπηρέτηση του καλού όσο και στο Σαντ για την εκπλήρωση του κακού, αποτελεί γνώρισμα της αστικής κοινωνίας και βασική συνιστώσα του εργαλειακού λόγου. Η απάθεια θεωρήθηκε ένα καθήκον απαραίτητο τόσο στην άσκηση της αρετής όσο και στην διάπραξη του εγκλήματος.  Ο Λόγος κατέστη αδύνατος να παράγει επιχειρήματα ενάντια στο φόνο και το έγκλημα όπως σημειώνουν οι Α/Χ. Έτσι ο χαρακτήρας του Διαφωτισμού είναι αντιφατικός όσο και αν οι απολογητές του επιδιώκουν να καλύψουν αυτό το γεγονός μέσα από αρμονιστικές διδασκαλίες (σελ 197).
Η περιγραφή των ιδιωτικών αμαρτωλών παθών του Σαντ δεν αποτελεί παρά προκαταβολική ιστοριογραφία των δημόσιων αρετών της εποχής του ολοκληρωτισμού (σελ 198). Η απαθής Ιουλιέτα αποτελεί μια έκφραση της φασιστικής βίας αλλά και του  σοσιαλισμού όπως υποστηρίζουν οι Α/Χ: «ο Σαντ φαντάστηκε όλη την πορεία του κρατικού σοσιαλισμού, στα πρώτα βήματα του οποίου ναυάγησαν  ο Σαιν Ζυστ και ο Ροβεσπιέρος…. Η ιστορία της Ιουλιέτας και της Ιουστίνης αποτελεί την ιστορία της σκέψης ως οργάνου της κυριαρχίας» (σελ 196). Η Ιουλιέτα και η Ιουστίνη  αποτελούν την νεωτερική αποτύπωση αυτής της κυριαρχίας που αποτινάζει το μυθικό επικάλυμμα κάτω από το οποίο αυτή εκφράζεται στην ομηρική Οδύσσεια.  Οι Α/Χ αναλύουν στο παράρτημα Ι με τίτλο Οδυσσέας ή Μύθος και διαφωτισμός την προαπεικόνιση του αστικού υποκειμένου στο ομηρικό έργο. Θα αναφερθούμε εν συντομία σε αυτό επικεντρώνοντας στα κοινά χαρακτηριστικά που αποδίδονται στον Οδυσσέα και τη σαδική Ιουλιέτα. Ο Οδυσσέας σε διάφορες περιπέτειές του βρίσκεται απέναντι σε πειρασμούς τους οποίους τελικά αρνείται.
Ο Οδυσσέας δεν αφήνεται στο τραγούδι των σειρήνων άνευ όρων, δεν παραδίδεται στην λήθη που προτείνουν οι Λωτοφάγοι βρισκόμενος σε μια κατάσταση όπου δεν γνωρίζει εργασία και αγώνα. Τέλος ο Οδυσσέας αρνείται την ερωτική ευτυχία που του υπόσχεται η Κίρκη. Ο Οδυσσέας λοιπόν δεν ενδίδει στις αρχαϊκές τάσεις του, τις επιθυμίες του, στην ηδονή. Αντιθέτως χαρακτηρίζεται από αυτοέλεγχο και πειθαρχία, περιστέλλει την προσωπική του ευχαρίστησή του προκειμένου να επιτύχει κάποιους σκοπούς. Η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από την θυσία της ευχαρίστησής του, έχει ως κόστος την απομάκρυνση από την εσωτερική του φύση, από την αρχαϊκή οικονομία της επιθυμίας. Ο Οδυσσέας μέσα από την απάρνηση της προσωπικής ευτυχίας του φαίνεται να κινείται όπως και η Ιουλιέτα πέρα από την αρχή της ευχαρίστησης. Η αυτοπειθαρχία, ο έλεγχος πάνω στον εαυτό του μπορεί να συσχετιστεί με τη συναισθηματική απάθεια με την οποία η Ιουλιέτα εκτελεί τις εγκληματικές της πράξεις.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η φροϋδική ερμηνεία του Οδυσσέα μέσα από την οποία μπορούμε να κατανοήσουμε και την συμπεριφορά της σαδικής Ιουλιέτας. Ο Οδυσσέας εκφράζει μια διαδικασία εκπολιτισμού, περιστολής των ενορμητικών απαιτήσεων  και την ανάδυση του Εγώ. Ο Οδυσσέας για τους Α/Χ όπως και η σαδική Ιουλιέτα εκφράζουν το αυτόνομο Εγώ της νεωτερικότητας που διέπεται από την αρχή της πραγματικότητας.
Για να μελετήσουμε καλύτερα την ερμηνεία της σαδικής Ιουλιέτας και του Οδυσσέα πρέπει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η Κριτική θεωρία οικειοποιείται την φροϋδική ψυχανάλυση.Η Κριτική θεωρία εστίασε στην πρώτη τοπική του Φρόυντ και όχι στη δεύτερη. Έτσι κυριαρχεί η δεύτερη τοπική της διάκρισης του ψυχικού οργάνου σε αυτό, εγώ και υπερεγώ (Ιακώβου,2007:182) και όχι η διάκριση συνειδητού, προσυνειδητού και ασυνείδητου της πρώτης τοπικής. Ωστόσο φαίνεται ότι δεν ακολουθούν τον Φρόιντ στην δεύτερη εννοιολόγηση των ενορμήσεων. Υποστηρίζουν την διάκριση των ορμών σε σεξουαλικές και αυτοσυντήρησης αρνούμενοι να αποδεχτούν την διάκριση σε ενορμήσεις του Έρωτα και του Θανάτου. Μάλιστα ο Χόρκαχάιμερ και ο Φρομ κατά τη δεκαετία του 40 ασκούν κριτική στις ενορμήσεις θανάτου με το επιχείρημα ότι αυτές συνιστούν παλινδρόμηση στο βιολογισμό και οδηγούν στην αποδοχή των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων (Ιακώβου,2007:183). Οι Α/Χ στρέφονται σε μια παρέκκλιση από την κλασσική ψυχανάλυση, στην Εγώ-ψυχολογία για να ερμηνεύσουν τη σαδική Ιουλιέτα. Η Εγώ-ψυχολογία παραβλέπει την πρώτη τοπική του Φρόιντ και δίνει έμφαση στη δεύτερη τοπική την οποία όμως διαστρέφει. Ενώ δέχεται τον διαχωρισμό του ψυχικού οργάνου σε Εγώ, Υπερεγώ και Αυτό , απορρίπτει την ενόρμηση θανάτου και επικεντρώνεται στην ενίσχυση του Εγώ ως βασικό στόχο της ανάλυσης (Μιλέρ,2003:80).

Αριστερά και Λακανική Σκέψη ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ/ ΑΥΓΗ.ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ, Η Λακανική Αριστερά, εκδόσεις Σαββάλας,


 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 16/09/2012

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ*

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ, Η Λακανική Αριστερά, εκδόσεις Σαββάλας, σελ. 361

Το βιβλίο δεν ανήκει στην κατηγορία των εισαγωγικών επιστημονικών αφηγήσεων. Πρόκειται για σύγγραμμα πολιτικής θεωρίας και εφαρμοσμένης πολιτικής ανάλυσης. Ο Γ. Σταυρακάκης επιχειρεί και πετυχαίνει τη «χαρτογράφηση» της λακανικής προβληματικής, περί της σχέσης της έννοιας του Πραγματικού με το πολιτικό στοιχείο, χρησιμοποιώντας ως ισχυρά «γεωδαιτικά» στοιχεία τόσο τις επιστημολογικές τομές της λακανικής θεωρίας όσο και την αυστηρή κριτική πολιτικών στοχαστών και φιλοσόφων, που χρησιμοποίησαν με διαφορετική θεωρητική και αναλυτική ένταση ο καθένας τη λακανική ψυχανάλυση στην πολιτική επιστήμη και φιλοσοφία που έγραψαν. Αλλά γιατί «λακανική αριστερά» και όχι «λακανική δεξιά»; Μήπως γιατί οι πολιτικές πεποιθήσεις των Καστοριάδη, Λακλάου, Μουφ, Ζίζεκ, Μπαντιού, στοχαστών που χαρακτηρίζονται ως «λακανικοί» και συνδιαλέγεται μαζί τους ο Γ. Σταυρακάκης, τοποθετούνται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος; Όχι βέβαια! Αν δούμε τη δυναμική ιεραρχία των λακανικών εννοιών, θα καταλάβουμε ότι η πολιτική ανάλυση που είναι δυνατόν να παραχθεί από αυτές, δεν μπορεί να είναι δεξιάς ρητορικής. Ας τα δούμε όμως όλα αυτά λίγο πιο συγκεκριμένα:

Μια μικρή παράλλαξη
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Διαλεκτικές της Απάρνησης», επιχειρείται μια αναμέτρηση και κυρίως μια δριμεία κριτική του τρόπου που διασταυρώνεται στο έργο των αριστερών διανοούμενων που προαναφέρθηκαν, το θετικό με το αρνητικό, η έλλειψη με την πλήρωση, το κενό με το συμπαγές, το συμβολικό με το πραγματικό κ.λπ. Αν όμως προσέξουμε καλύτερα, η ενότητα αυτή δεν αποτελεί μόνο κριτική προσέγγιση της θεωρητικής μεταχείρισης που επιφυλάσσουν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς στις λακανικές ιδέες, αλλά κι ένα ιστορικό των εσωτερικών εντάσεων του υλισμού. Αυτή η δεύτερη πτυχή του α’ μέρους του βιβλίου μπορεί να παραχθεί από μια ενδεχομενική ανάγνωσή του, από μια φαινομενική μετατόπιση του αντικειμένου που πραγματεύεται (τις διαλεκτικές της απάρνησης να τις δούμε ως τις περιπέτειες του υλισμού) και που προκαλείται από μια αντίστοιχη μετατόπιση της θέσης ανάγνωσης (μια parallax view θα έλεγε ο Ζίζεκ). Αυτή η άλλη ματιά, ισχυρίζομαι, μπορεί να δικαιολογήσει καλύτερα τον τίτλο του βιβλίου και να αποκαλύψει μια πιο δομική σχέση της λακανικής θεωρίας με την αριστερά, απ’ ότι η «φαινομενολογική» σχέση των εξεταζόμενων συγγραφέων με τον αριστερό ριζοσπαστισμό.

Ουσιοκρατία και Κονστριουξιονισμός
Αν κάτι χαρακτηρίζει τη συντηρητική -δεξιά- σκέψη δεν είναι τόσο ο ιδεαλισμός ή η αναφορά στο άτομο, όσο η ουσιοκρατία. Οι θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου θεωρούν πως ο άνθρωπος είναι υπέρμετρα ατομιστής (το έχει σαν ουσία του) και γιαυτό απαιτείται η οργάνωση της κοινωνίας σε κράτος για να μην επικρατήσει, με καταστρεπτικό τρόπο, η φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Στη χομπσιανή εκδοχή του κοινωνικού συμβολαίου φαίνεται έκδηλα πως η οργάνωση της κοινωνίας σε κράτος προϋποθέτει ένα «παγωμένο» κοινωνικό σύμπαν, μια απόλυτη ειρήνευση να κοιμίζει το ανθρώπινο κτήνος1.
Ο υλισμός αντιπαρατέθηκε στην ουσιοκρατία με τη μορφή του κονστριουξιονισμού. Ο Στίρνερ, στην εποχή του Μαρξ, και ο Καστοριάδης, στη δεκαετία του ‘60, είναι περιπτώσεις κονστριουξιονιστών. Θεωρούν πως ο άνθρωπος δεν έχει ουσία αλλά πως αυτή η ουσία αποτελεί κοινωνική «κατασκευή», μια μη-πραγματικότητα. Οι αναρχικοί, επίσης, θεωρούν το κράτος και το έθνος μια κοινωνική κατασκευή και όχι μια «φύση». Αν, όμως, οι «ουσίες» και οι «φύσεις» είναι κοινωνικές κατασκευές, ένα είδος ψευδούς συνείδησης, τότε θα πρέπει να απαντηθεί το εξής ερώτημα: Αν δεν υπάρχει ουσία τι υπάρχει; Η απάντηση του κονστριουξιονισμού είναι η «κενότητα»2. Ο πραγματικός άνθρωπος είναι κενός και γιαυτό απεριόριστα μετασχηματιζόμενος. Η κοινωνία έχει ασυγκράτητες δυνάμεις θέσμισης, σύμφωνα με τον Στίρνερ και τον Καστοριάδη, οι οποίοι έτσι από κονστριουξιονιστές γίνονται ακραίοι νομιναλιστές.
O Μαρξ, αντίθετα, δεν επιμένει στην «κατασκευή» αλλά στην «παραγωγή»3. Είναι δυνατόν μια «κατασκευή» να παραγάγει άλλες «κατασκευές». Η ιδεολογία είναι μια τέτοια «κατασκευή» που παράγεται και παράγει. Άρα, δεν είναι μόνο η κενότητα στη θέση της ουσίας, ως άλλη ουσία. Δεν υπάρχει ουσία στα ανθρώπινα πράγματα γιατί, κατά τον Μαρξ, υπάρχει μια διαδικασία παραγωγής που επιτρέπει το μετασχηματισμό τους. Ναι, υπάρχουν «κατασκευές» αλλά ορισμένες από αυτές αποκτούν μια τέτοια υλική-διαμορφωτική δύναμη (όπως η κατασκευή «έθνος»), που από μορφές ψευδούς συνείδησης γίνονται πραγματικοί ιστορικοί παράγοντες, πιο πραγματικοί από την ίδια την πραγματικότητα. Ορισμένες από τις «κατασκευασμένες» ιδεολογίες δεν είναι οι απλές ιδεολογίες αλλά οι κυρίαρχες και έτσι ο κοινωνικός μετασχηματισμός δεν γίνεται μια «φυσική» διαδικασία αλλά αποτελεί προϊόν της πάλης των τάξεων.
Ο Λακάν, από τη μεριά του, θεωρεί ότι το υποκείμενο είναι θεμελιωδώς διχασμένο. Προσδιορίζεται βέβαια από το συμβολικό επίπεδο, από το Όνομα του Πατρός, αλλά το Πραγματικό κάνει την παρουσία του, κάθε φορά, μέσω μιας υλικότητας που δεν αναπαρίσταται. Η κενότητα του υποκειμένου είναι «σχισμή» που αναπνέει. Το κενό επιδρά με το μη κενό, η έλλειψη με την πλήρωση, η αρνητικότητα με τη θετικότητα. Έτσι, ενώ ο Καστοριάδης καταλήγει στην ανακάλυψη της χιμαιρικής θετικότητας του ανθρώπου, ο Λακάν μας λέει ότι οι αγκυλώσεις υπάρχουν ακόμα και στις πιο δυναμικές καταστάσεις θέσμισης. Ακόμα και αν το υποκείμενο δεν έχει ουσία, αλλά χαρακτηρίζεται από την κενότητα του Στίρνερ, παρόλα αυτά είναι ένα υποκείμενο ενιαίο. Εξίσου ενιαίο είναι και το «αυτόνομο υποκείμενο» του Καστοριάδη. Το υποκείμενο του Λακάν όμως είναι διχασμένο, όπως διχασμένο είναι και το κοινωνικό σώμα στον Μαρξ.

Απόλαυση (jouissance) και υπεραξία
Τα πράγματα δεν κατασκευάζονται απλώς αλλά παράγονται, όπως παράγονται και τα νοήματα από τη συμβολική τάξη. Όμως, το να παραδεχθούμε απλώς ότι τα πράγματα παράγονται, με κάποιο τρόπο, χωρίς να δούμε για ποιο λόγο παράγονται και για ποιο λόγο διατηρούνται, μετασχηματίζονται ή καταρρέουν οι τρόποι παραγωγής τους, είναι σαν να επιστρέφουμε στην ουσιοκρατία. Είναι εξαιρετικά βολική σκέψη! Τα πράγματα άρχισαν κάποτε να παράγονται γιατί κάποιος ή μια ανάγκη τα ζήτησε, και έκτοτε συνεχίζουν και παράγονται. Το νόημα παράγεται από ένα κυρίαρχο σημαίνον που «ράβει» όλη την σημαίνουσα αλυσίδα και τη συγκρατεί. Έτσι γινόταν πάντα, έτσι συνεχίζεται και γίνεται. Όμως, γιατί ορισμένες «ραφές» ξηλώνονται ενώ άλλες αντέχουν και στις πιο σκληρές συνθήκες; Ο Γ. Σταυρακάκης, ευφυώς, έχει εντοπίσει την έλλειψη στο έργο του Λακλάου. Ο τελευταίος, ενώ έχει συμπεριλάβει όλη την σημειωτική–ρηματική θεμελίωση του Πολιτικού που του προσφέρει η έννοια του Συμβολικού, και ενώ έχει αποδεχθεί την αρνητική διάσταση του Πραγματικού (ως αυτού που δεν επιδέχεται συμβολοποίηση) στη διαμόρφωση των πολιτικών δομών, δεν έχει προχωρήσει, όσο θα έπρεπε, στην αποδοχή του «συμπτώματος» και της «απόλαυσης» ως των θετικών διαστάσεων του Πραγματικού. Οι νοηματικές και πολιτικές δομές, όπως και τα συμπτώματα, που αντιστέκονται με πετυχημένο τρόπο στη φθορά και τελικά ηγεμονεύουν, δεν το οφείλουν μόνο στη συμβολική «ραφή» αλλά και στο είδος της «απόλαυσης» που προσφέρουν και που το υποκείμενο δεν θέλει να εγκαταλείψει. Η «απόλαυση» όμως δεν περιορίζεται μόνο στο να εξηγεί την ανθεκτικότητα κοινωνικών δομών και ταυτοτήτων. Από συμπληρωματικός όρος της συμβολικής τάξης και της δημιουργικής της δύναμης γίνεται ο πραγματικά κυρίαρχος όρος της ψυχικής παραγωγής και του σύμπαντος των συμπτωμάτων. Γίνεται υπεραπόλαυση! Όπως ακριβώς η παραγωγή αγαθών στο καπιταλισμό δεν εξηγείται από τις ανάγκες που καλύπτουν αυτά τα αγαθά αλλά από κάτι που ο Μαρξ ανέδειξε τον «συμπτωματικό» του χαρακτήρα4, την εκμετάλλευση. Στον καπιταλισμό η παραγωγή δεν είναι η ικανοποίηση της ζήτησης αλλά η αναζήτηση της υπεραξίας.

Ριζικός μετασχηματισμός του κοινωνικού. Κατασκευή ή μεταστροφή της ιστορίας;
Δεν θα μπούμε στην ουσία της σφοδρής αλλά δικαιολογημένης κριτικής που κάνει ο Γ. Σταυρακάκης στον Ζίζεκ, στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου και στην εμφάνιση της επαναστατικής-«απροϋπόθετης» πράξης που, υποτίθεται, καταλύει όλη τη συμβολική τάξη. Θα πρέπει να ειπωθεί όμως και σε σχέση με τα προηγούμενα το εξής: Η απάντηση του υλιστικού κονστριουξιονισμού στην αντιδραστική ουσιοκρατία γεννά δύο είδη φαντασιώσεων. Η πρώτη φαντασίωση είναι η χιμαιρική-ουτοπική φαντασίωση: Όπως έχει κατασκευαστεί το κράτος και το έθνος των αστών, έτσι και το αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο μπορεί να κατασκευάσει τη δική του κοινωνία. Η εκρηκτική δημιουργικότητα -θετικότητα- των κοινωνικών υποκειμένων που ξεπηδά από την κατάλυση της συμβολικής τάξης της αστικής εξουσίας μετασχηματίζει ριζικά το κοινωνικό και το πολιτικό.
Η δεύτερη φαντασίωση περιγράφεται πολύ καλά από τον Μαρξ στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», στο σημείο που μιλά για την απαίτηση του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος να δημιουργηθούν, μέσω κρατικής βοήθειας, παραγωγικοί συνεταιρισμοί σε βιομηχανία και γεωργία. Στο σημείο αυτό ο Μαρξ λέει: «Η σοσιαλιστική οργάνωση της συνολικής εργασίας αντί να ξεπηδά από την επαναστατική διαδικασία μετατροπής της κοινωνίας, ξεπηδά από την κρατική βοήθεια... μπορεί κανένας να χτίσει μια καινούργια κοινωνία όπως φτιάχνει έναν καινούργιο σιδηρόδρομο». Πρόκειται για το πρόγραμμα της κεντρώας σοσιαλδημοκρατίας. Πρόκειται για την πίστη στην απεριόριστη θετικότητα του κομματικού βολονταρισμού και του κράτους-εργαλείου.
Τα παραπάνω προγράμματα είναι ορθολογικά αλλά μη ρεαλιστικά. Η απόλυτη εμπιστοσύνη στις υποκειμενικές δυνάμεις δεν είναι ένδειξη αυτοπεποίθησης αλλά καταφυγή σε ένα φαντασιακό και απλουστευμένο σύμπαν, δηλαδή, φόβος για την κοινωνική πολυπλοκότητα. Η λακανική προβληματική της διαλεκτικής σχέσης της αρνητικότητας με τη θετικότητα, της συμβολικής τάξης με το Πραγματικό, μας λέει ότι εκεί που συγκροτείται η εξουσία, εκεί στο ίδιο σημείο υπάρχουν οι όροι αμφισβήτησης της. Εκεί που συγκροτείται η αντίσταση και η αποδόμηση της εξουσίας, εκεί ακριβώς μπορεί η εξουσία να επανασυγκροτηθεί. Εκεί που υπάρχει η έλλειψη, υπάρχει το πλεόνασμα. Η αστική κοινωνία είναι μια κόλαση για τον εργάτη, γι’ αυτόν που δεν διαθέτει ιδιοκτησία, όμως ποια είναι η απάντηση; Μια καταφυγή στην ουτοπία θα συνιστούσε επιστροφή σε προηγούμενες κοινωνικές μορφές, όπως αυτές του κοινοτισμού, που όμως δεν θα διέθεταν καμία αναπαραγωγική δύναμη. Μια αγκύλωση σε ένα «καλό» κράτος θα ήταν επένδυση στον όρο της αστικής αντίφασης που θέλουμε να υπερβούμε.
Ανακεφαλαιώνοντας: Τόσο ένα είδος μαρξισμού όσο και η λακανική θεωρία μπορούν να συναντηθούν στο πεδίο που επιχειρούνται οι αγώνες ενός υλισμού απέναντι σε κάθε μορφής ιδεαλισμό. Αυτή η συνάντηση, μάλιστα, συμβαίνει και στον τόπο ενός συγκεκριμένου υλισμού. Ο τόπος συνάντησης δεν είναι ο υλισμός των «κατασκευών» αλλά ο υλισμός της «εκμετάλλευσης» όλων των αντιφάσεων της αστικής κοινωνίας, ο υλισμός της έντασης μεταξύ αρνητικότητας και θετικότητας. Έτσι, η επιθυμία παραμένει ο ριζικός μετασχηματισμός του κοινωνικού και του πολιτικού, μόνο που αυτός ο μετασχηματισμός δεν θα πάρει τη μορφή μιας νέας «κατασκευής» αλλά τη μορφή μιας νέας χρήσης των κοινωνικών αντιφάσεων. Αντί για μια «σοσιαλιστική κατασκευή» δίπλα στις «αστικές κατασκευές» επιχειρείται κάτι πιο δύσκολο και ίσως πιο συναρπαστικό: Η μεταστροφή του ιστορικού πεδίου με άξονα την έννοια της εκμετάλλευσης.

Ισχυρές, ανίσχυρες και φαινομενικά ανίσχυρες ταυτότητες
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Διαλεκτικές της Απόλαυσης», αποτελεί το εμπειρικό κομμάτι της προβληματικής του Γ. Σταυρακάκη, στο οποίο επιχειρείται μια αναλυτική προσέγγιση σύγχρονων ισχυρών ή αδύναμων ταυτοτικών συγκροτήσεων, όπως της «εθνικής ταυτότητας», της «ευρωπαϊκής ταυτότητας» και του «καταναλωτισμού». Η προσέγγιση των υπό εξέταση ταυτοτήτων γίνεται με βάση τις στρατηγικές έννοιες της jouissance - απόλαυσης και της συγκίνησης, με στόχο τη διερεύνηση των συνεπειών που έχουν στη λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας οι τρόποι με τους οποίους παράγονται αυτές οι ταυτότητες, καθώς και τα είδη των απολαύσεων, των παθών και των συναισθημάτων που κυκλοφορούν εντός τους. Η εμπειρική προσέγγιση γίνεται με έναν ενθουσιώδη τρόπο, από τον συγγραφέα, που αποκαλύπτει εύστοχα τις συνέπειες του περάσματος των «δυτικών» κοινωνιών από την εποχή των «απαγορεύσεων» στην εποχή των «επιβεβλημένων» ηδονών. Το είδος του λιμπιντικού δυναμικού και ο τρόπος που αυτό παροχετεύεται στα υποκείμενα που συμμετέχουν σε μια ταυτοτική κατασκευή προσδιορίζουν την ευκολία ή τη δυσκολία με την οποία μπορεί να τροποποιηθεί αυτή, αλλά και την επιτυχία ή την αποτυχία της ίδιας της διαδικασίας της ταύτισης.
Στο σημείο αυτό υπάρχει και η εξής ένσταση-ερώτημα, ως προς τον τρόπο που ο συγγραφέας προσεγγίζει την «ευρωπαϊκή ταυτότητα» στο έκτο κεφάλαιο, δηλαδή ως μια ρηματική δομή αδύναμων αποτελεσμάτων ταύτισης, αν την συγκρίνουμε με τις αντίστοιχες ισχυρές ταυτότητες που μελετά στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου και που στηρίζονται στην ιδέα του έθνους.
Είναι δυνατόν να εμφανιστεί μια ταυτότητα (ας πούμε η «ευρωπαϊκή») ως μια κατασκευή χαμηλού λιμπιντικού δυναμικού που συνεχώς «αποτυχαίνει» να δημιουργεί ισχυρές δεσμεύσεις σε υποκείμενα, ενώ στη πραγματικότητα να πρόκειται για μια ισχυρή ταυτότητα που φαίνεται ως ανίσχυρη αλλά δεν είναι; Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποδοσφαιρική ιδεολογία κάποιου υποκειμένου (το σε ποια ομάδα κατατάσσει τον εαυτό του αλλά και πόσο φανατικός οπαδός θεωρείται) δημιουργεί ισχυρότερα αποτελέσματα από την ευρωπαϊκή ιδεολογία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένας διαχειριστικός και τεχνοκρατικός λόγος για την οικονομία δεν επιφέρει αποτελέσματα ταύτισης, τόσα όσα επιφέρει ένα φλογερό σύνθημα υποστήριξης μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. Όμως εδώ απαιτείται αρκετή προσοχή, διότι είναι πολύ πιθανόν να ισχύει ένα φαινόμενο παραγνώρισης-φετιχισμού του δυναμικού της ταυτότητας. Μπορεί τα αποτελέσματα ταύτισης να μην είναι τόσο ισχυρά, αλλά η κοινωνική δραστικότητα της ταυτότητας να είναι πανίσχυρη. Για παράδειγμα, η «απόλαυση του καπιταλιστή»5 μπορεί να μην εμφανίζεται με τη μορφή των συνήθων λαϊκότροπων και παθιασμένων συναισθημάτων αλλά να διαθέτει κρυφή ένταση. Η «απόλαυση του καπιταλιστή» είναι απεριόριστη και «τσακίζει» διαρκώς το κοινωνικό σώμα μέσα από τους φαινομενικά «ξενέρωτους» τεχνοκρατικούς κώδικες. Το νοιώθουμε ιδιαίτερα σήμερα, στην εποχή των μνημονίων. Η «απόλαυση του καπιταλιστή» αποτελεί πυρηνικό στοιχείο πολλών σύγχρονων ταυτοτήτων και ιδεολογικών πρακτικών, φαινομενικά ανίσχυρων και «ειρηνικών», αλλά φαντασιωτικά επιβλητικών και ιμπεριαλιστικών, και αυτό σίγουρα είναι ένα θέμα σοβαρό για περαιτέρω διερεύνηση.

Ο Πέτρος Σταύρου είναι οικονομολόγος

1. Δες την ενδιαφέρουσα σειρά αναρτήσεων με τον τίτλο «Από τον Μπακούνιν στον Λακάν» στο http://stodivanimetolacan.blogspot.gr/2012/03/blog-post_16.html.
2. Στο «Από τον Μπακούνιν στον Λακάν».
3. Ετιέν Μπαλιμπάρ, «Η Φιλοσοφία του Μαρξ», Εκδόσεις Νήσος, 1996.
4. Ο Λακάν έχει αναγνωρίσει τον Μαρξ ως τον εφευρέτη του συμπτώματος. Από τη σκοπιά της θεωρίας της αξίας θα λέγαμε ότι το «χρήμα» είναι η μετωνυμία της «αξίας».
5. Juan Domingo Sanchez Estop, « Οι τέσσερις λόγοι - που είναι πέντε - του Jacques Lacan: Μια κριτική της (όχι μόνο) πολιτικής οικονομίας, Περιοδικό «Θέσεις», Τεύχος 111, Απρίλιος - Ιούνιος 2010.


*Ο Πέτρος Σταύρου είναι οικονομολόγος

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Η βιοπολιτική της αυταρχικής δημοκρατίας και η διακυβέρνηση του επικίνδυνου σώματος


Τα παιδιά της γειτονιάς σου με πειράζουνε


Στίχοι: Παραδοσιακό
Μουσική: Παραδοσιακό
Εκτελέσεις:
Μαρίκα Παπαγκίκα
Αντώνης Διαμαντίδης, Νταλγκάς
Κώστας Νούρος
Γιώργος Νταλάρας
Ελένη Τσαλιγοπούλου
Αγάθωνας Ιακωβίδης


Σαν σουρώνω πέφτω κάτω και λασπώνομαι
σαν σουρώνω πέφτω κάτω και λασπώνομαι
βάζω μπρoς τα δυο μου χέρια και σηκώνομαι
βάζω μπρoς τα δυο μου χέρια και σηκώνομαι

Τα παιδιά της γειτονιάς σου με πειράζουνε
τα παιδιά της γειτονιάς σου με πειράζουνε
πάλι μεθυσμένος είσαι μου φωνάζουνε
πάλι μεθυσμένος είσαι μου φωνάζουνε
πηγη:
Τα παιδιά της γειτονιάς σου τα μπαγάσικα
τα παιδιά της γειτονιάς σου τα μπαγάσικα
θα τα πιάσω να τα δείρω να ‘ναι χάσικα
θα τα πιάσω να τα δείρω να ‘ναι χάσικα

 http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=556

. ενα Αξιοσημειωτο αρθρο σχετικά με τους διαφορους τραμπουκισμους:Κάτι συμβαίνει εδώ: Σχετικά με την «πολιτική της οργής» του Νικολα Σεβαστακη..αναδημοσιευση απο την Αυγη και τον left liberal SYNTHESIS



Κάτι συμβαίνει εδώ: Σχετικά με την «πολιτική της οργής»


του Νικολα Σεβαστακη


Έχουμε μιλήσει πολλές φορές για το πολιτικό παιχνίδι με τους κοινωνικούς φόβους που παίζεται στο όνομα μιας «ηθικής της ευθύνης». Αυτό το παιχνίδι έχει τους επαγγελματίες, τους χορηγούς, τους λειτουργούς του στα μέσα επικοινωνίας και στο χώρο της διανόησης. Σχηματικά λέμε ότι αυτός είναι ο χώρος του Μνημονίου, το πεδίο στο οποίο κινούνται, με διαφορετικές ταχύτητες και εντάσεις, όλες εκείνες οι φωνές που πιστεύουν ότι η οριστική υπέρβαση της Μεταπολίτευσης (το περιβόητο finis) πρέπει να είναι μια φυγή προς τα εμπρός με όρους ανταγωνισμού, απελευθέρωσης της επιχειρηματικότητας, εργασιακής και κοινωνικής πειθάρχησης σε μια ανώτερη καπιταλιστική «ορθολογικότητα».

Έχει ωστόσο ενδιαφέρον ότι, από μια άλλη πλευρά, κάποιες πολύ διαφορετικές δυνάμεις προβάλλουν με τη σειρά τους την ίδια επιθυμία υπέρβασης. Μοιράζονται ένα αντίστοιχης δραματικότητας ανορθωτικό-εξυγιαντικό πάθος. Μόνο που αυτές οι φωνές ομνύουν, όπως ισχυρίζονται, στο αντι-σύστημα και όχι στο σύστημα. Εμφανίζονται όλο και πυκνότερα ως ένα κομμάτι του κόσμου της διαμαρτυρίας και της λαϊκής αγανάκτησης. Σε ένα μπλογκ διεξάγεται αυτές τις μέρες μια «ψηφοφορία» με θέμα: σε ποιων τα σπίτια θέλετε να διαδηλώσετε περισσότερο; Από κάτω έχει μια σειρά ονομάτων ηγετικών στελεχών από τα δυο μεγάλα κόμματα. Το συγκεκριμένο μπλογκ είναι εξάλλου ένας από τους σπόνσορες της πρωτοβουλίας με το μεγαλειώδες όνομα «Κίνημα Λαού» η οποία διαδήλωσε έξω από το σπίτι του Άκη Τσοχατζόπουλου και του Σημίτη.

Δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη περίπτωση. Εδώ και πολλούς μήνες διαμορφώνεται μια πολυσυλλεκτική και ρευστή «παράταξη» των όσων λένε ότι δεν θέλουν να ανήκουν σε παρατάξεις, των όσων ισχυρίζονται ότι είναι ελεύθεροι ή ανεξάρτητοι ή ακηδεμόνευτοι Έλληνες. Η «φιλελεύθερη» δημοσιολογία κάνει τα πάντα για να ταυτίσει αυτή την ιδιαίτερη αντι-πολιτική δυναμική με τα διαφορετικής λογικής κινήματα κοινωνικής ανυπακοής και τις μορφές κινηματικής παρέμβασης της Αριστεράς. Αλλά και κάποια τμήματα της Αριστεράς θεωρούν ότι μπορεί και πρέπει να υπάρξει μια ενιαία μετωπική συσπείρωση με τους πάντες στη βάση Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο. Το θέμα έχει κρίσιμη σημασία καθώς ο χώρος της αντιπολιτικής αφύπνισης εμφανίζεται να ενσωματώνει επιλεκτικά αριστεροφανή αντι-ολιγαρχικά συνθήματα σε μια βάση που δεν έχει τίποτα το αριστερό.

Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος. Με ποια ακριβώς έννοια άραγε είναι αριστερή η χύμα αντικλεπτοκρατική ρητορική; Η ίδια συνθηματολογία θα μπορούσε να εκπορεύεται από ένα Tea Party ή από οποιοδήποτε μόρφωμα της νέας «λαϊκής δεξιάς», όπως αυτά που ανθίζουν στη Βόρεια και στην Ανατολική Ευρώπη. Ένα ακόμα παράδειγμα: πως μπορεί να υπάρξει συνεννόηση με φωνές οι οποίες διαβάζουν τη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση με όρους ξενοκρατίας και εθνικής προδοσίας; Από μια άποψη, τα «αμερικανο-εβραϊκά συμφέροντα», οι «εθνικές προδοσίες», η «διάλυση του κράτους μας», το κυνήγι του κλέφτη και του λαμόγιου, όλα αυτά τα θέματα και οι αντίστοιχες ευαισθησίες δεν ανήκουν παρά σε έναν κοινό τόπο πολύ κοντινό στο ακροδεξιό αυτονόητο. Και επειδή έχουμε κορεστεί από τους διάφορους ιεροκήρυκες του αυτονόητου και από τους κήνσορες της «κοινής λογικής», χρειάζεται να ξανασκεφτούμε σοβαρά το στοιχειώδες: ότι υπάρχουν διαφορετικές λογικές κοινωνικού κινήματος, λαϊκού ακτιβισμού, αντιφιλελεύθερου λόγου. Και μια πολύ πλούσια ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι υπάρχουν επίσης ποικίλες -- και ασύμβατες μεταξύ τους-- εκδοχές αντικαπιταλισμού και ριζοσπαστισμού. Ότι μια άβυσσος χωρίζει την κριτική αμφισβήτηση του συμβατικού κοινοβουλευτικού παιχνιδιού από τις καισαρικές και αυταρχικές επιθυμίες με «αμεσοδημοκρατική» μεταμφίεση.

Εδώ ωστόσο ξανασυναντούμε το πρόβλημα της «ευκολίας» και της απήχησης. Πολλά από τα σχήματα και τις εικόνες που εξαπλώνονται στο έδαφος της κοινωνικής μας κρίσης διαθέτουν μια μαγική δύναμη διείσδυσης στα συναισθήματα ευρύτερων στρωμάτων. Αναφέρομαι σε σχήματα του τύπου οι Γερμανοί τραπεζίτες και ο ελληνικός λαός, η δειλία και η τόλμη, οι δυνάστες και οι δυναστευόμενοι, οι κλέφτες και τα θύματά τους, οι ξεπουλημένοι και οι αδιάφθοροι. Μια συγκεκριμένη «πολιτική» της οργής μπορεί και να χτιστεί με τα υλικά της οικείας παραπλανητικής εθνικής θυματοποίησης που χρησιμοποιεί το κοινωνικό ζήτημα ως συμπλήρωμα μιας αντίληψης περί εθνικής ακεραιότητας και ελληνικής τιμής.

Το παράδοξο είναι άλλωστε ότι αυτός ο λόγος αντιγράφει πιστά την ηθικολογία των δυνάμεων της «αναμόρφωσης διά της λιτότητας». Μοιάζει με «αντισυστημική» αντανάκλαση της ρητορικής περί διαφθοράς και παρακμιακού πολιτικού συστήματος. Αλλάζουν απλώς τα πρόσημα και τα υποκείμενα που εκπροσωπούν την «ηθική σήψη».

Αυτό που συμβαίνει πλέον είναι ότι η κυρίαρχη γραμμή προσαρμογής στα κελεύσματα των αγορών οξύνει τα αισθήματα αδυναμίας και ασφυξίας σε τμήματα της κοινωνίας. Σε αυτό το έδαφος ξεφυτρώνουν γραφικές σωτηριολογίες και λογής εθνικο-ανορθωτικές δημαγωγίες. Ωστόσο τα όρια υπάρχουν και υπογραμμίζονται από τα ίδια τα σκληρά πολιτικά γεγονότα: από τη στιγμή που για κάποιους είναι της ίδιας τάξεως γεγονός η «εισβολή του ΔΝΤ στην πατρίδα» και η «Υπατία», δεν χωρούν κριτικές αφωνίες, πόσο μάλλον κατανόηση. Εκτός και αν στο όνομα του ανοίγματος σε όλες τις αντιστάσεις ο αριστερός πολίτης λησμονήσει ότι άλλο νεοφιλελευθερισμός και άλλο… νεοοθωμανισμός.

Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ


Πηγή :Αυγή
Ημερομηνία δημοσίευσης: 13/03/2011 (ΣτΝ: πολύ πριν εκδηλωθει το φαινομενο Χ. Α)


Υπέρ ζωής / G.K. Chesterton (1925) / danger.few!!!

13 Σεπτεμβρίου 2012

Υπέρ ζωής


[...] Η υλιστική θεωρία της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία η πολιτική και η ηθική δεν είναι παρά ένα ιδεολογικό «εποικοδόμημα» της οικονομίας, είναι στ’ αλήθεια μια σκέτη πλάνη που συγχέει δυο τελείως διαφορετικά πράγματα: τους αναγκαίους όρους της ζωής με το ίδιο το αντικείμενο της ζωής. Είναι σαν να λέγαμε, ότι επειδή ο άνθρωπος είναι δίποδο και δεν μπορεί να περπατάει παρά με δυο πόδια, ο μόνος λόγος που περπατάει είναι για να πάει ν’ αγοράσει τσιγάρα και κάλτσες. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ασφαλώς να ζήσει χωρίς νερό και φαγητό, που τον στηρίζουν όπως και τα δυο του πόδια. Όμως το να λέμε πως ό,τι κάνει ο άνθρωπος μέσα στην ιστορία, το κάνει ψάχνοντας για νερό και για φαγητό, είναι σαν να λέμε πως ο λόγος που κάνουμε στρατιωτικές παρελάσεις ή προσκυνηματικές οδοιπορίες είναι το ν’ αποκτήσουμε τέλειες γάμπες και γερούς τετρακέφαλους! Ωστόσο τέτοιου τύπου δράσεις και γεγονότα, όπως οι παρελάσεις ή τα προσκυνήματα, κάνουν την ανθρώπινη ιστορία και δίχως αυτά ιστορία δεν θα υπήρχε.

Οι αγελάδες μπορεί να καθορίζονται αυστηρά από το οικονομικό στοιχείο, με την έννοια ότι δεν βλέπουμε να κάνουν και πολύ περισσότερα πράγματα από το να βοσκάνε και να ψάχνουν καλύτερα βοσκοτόπια. Γι’ αυτό μια δωδεκάτομη «Ιστορία των Αγελάδων» δεν θα ήταν και το πιο συναρπαστικό ανάγνωσμα του κόσμου. Τα πρόβατα επίσης, και οι κατσίκες, μοιάζουν εξωτερικά τουλάχιστον να καθορίζονται πλήρως από την οικονομία. Όμως γι’ αυτό το λόγο κανένα πρόβατο δεν υπήρξε ήρωας επικών πολέμων και αυτοκρατοριών που αξίζει να διηγηθεί κανείς. Ακόμα και το πιο δραστήριο τετράποδο δεν μπόρεσε να εμπνεύσει ένα βιβλίο με περιπέτειες για παιδιά∙ είδατε ποτέ σε κανένα βιβλιοπωλείο κανένα βιβλίο με τίτλο «Ανδραγαθήματα Ηρωϊκών Κατσικιών» ή κάτι τέτοιο; Πολύ μακριά από την ιδέα ότι η ιστορία του ανθρώπου ορίζεται από την οικονομία του, το ιστορικό υλικό ξεκινάει ακριβώς από εκεί όπου σταματούν τα κίνητρα που θέτουν σε δράση τις αγελάδες και τα πρόβατα. Θα ήταν τρελό να ισχυριστεί κανείς, ότι οι Σταυροφόροι άφησαν τα σπίτια τους για να περιπλανηθούν στις ερήμους στο ίδιο μέτρο που οι αγελάδες εγκαταλείπουν τους ξερότοπους αναζητώντας πιο εύφορα βοσκοτόπια. Θα ήταν παράλογο να πει κανείς ότι ο εξερευνητές του Βόρειου Πόλου κινήθηκαν από την ίδια ενόρμηση που κάνει τα χελιδόνια να πετούν προς το Νότο. Κι αν αφήσουμε έξω από την ανθρώπινη ιστορία πράγματα όπως οι θρησκευτικοί πόλεμοι και οι εξερευνήσεις, τότε η ιστορία όχι μόνο θα πάψει να είναι ανθρώπινη αλλά θα πάψει να είναι και ιστορία. Το περίγραμμα της ιστορίας φτιάχνεται από τις αποφασιστικές εκείνες καμπύλες και γωνίες, που καθορίζει η θέληση του ανθρώπου. Η λεγόμενη οικονομική ιστορία δεν είναι καν ιστορία.  

               Όμως υπάρχει μια ακόμα βαθύτερη πλάνη πίσω από αυτό το ολοφάνερο γεγονός. Η πλάνη που ισχυρίζεται, ότι ο άνθρωπος ζει για το φαγητό επειδή δεν μπορεί να ζήσει χωρίς φαγητό. Η αλήθεια είναι, απεναντίας, ότι αυτό που τριγυρίζει κατά πρώτο λόγο στο μυαλό του ο άνθρωπος δεν είναι οι οικονομικοί μηχανισμοί με τους οποίους προσπορίζεται τα απαραίτητα για την ύπαρξή του, αλλά η ίδια του η ύπαρξη, ο κόσμος που βλέπει όταν ανοίγει τα μάτια του κάθε πρωΐ και η φύση της γενικής θέσης του μέσα σε αυτόν. Υπάρχει κάτι που τον καίει περισσότερο από την επιβίωση κι αυτό είναι η ζωή. Γιατί, για κάθε φορά που θα στοχαστεί μέσα στη μέρα με τι δουλειά κατάφερε να βγάζει το ψωμί του, θα κάτσει άλλες δέκα να συλλογιστεί  πόσο όμορφη είναι η μέρα, ή πόσο παράξενος είναι ο κόσμος, ή αν αξίζει να ζει έτσι όπως ζει, ή μήπως ο γάμος του πάει κατά διαόλου, ή θα χαρεί με τα παιδιά του, θα θυμηθεί με νοσταλγία τα νιάτα του, ή τελοσπάντων θα βυθιστεί έστω και φευγαλέα σε κάποιο απ’ όλα αυτά τα μικρά ή μεγάλα θέματα που έχουν να κάνουν με το μυστήριο του ανθρώπινου πεπρωμένου. Κι αυτό ισχύει ασφαλώς ακόμα και για τους μισθωτούς σκλάβους της νοσηρής βιομηχανικής εποχής μας, που με τη φρίκη και την απανθρωπιά της τους αλυσσοδένει στην οικονομία − και απείρως περισσότερο για τους αγρότες, τους κυνηγούς και τους ψαράδες, που εξακολουθούν ν’ αποτελούν την πλειοψηφία των ανθρώπων στον πλανήτη μας. [...]
 
G.K. Chesterton (1925)
 
 
Σημ. H.S. Με τη γνωστή ξεροκέφαλη επιμονή μας επαναλαμβάνουμε, ότι αξίζει να σκεφτούμε τον καιρό μας, και τις κρίσεις του, σαν τον καιρό όπου κυριάρχησαν οι φιλοσοφίες που βλέπουν τον άνθρωπο υπό το πρίσμα της επιβίωσης κι όπου, επομένως, σαν μοναδικό ή έστω πρωταρχικό και κύριο υπαρκτικό αγώνα τού προτείνουν να κατορθώσει από την κακοπέραση να υψωθεί στην άνεση. Θ' αντιληφθούμε, τότε, πως εδώ βρίσκεται ο λόγος, όχι μόνο που η κατάθλιψη θεριεύει όπου επικρατούν οι σύγχρονες συνθήκες ζωής, αλλά και που ο λαός έχει μπει στο περιθώριο καθώς δεν έχει τη πνευματική στεγνότητα, που απαιτεί η υιοθέτηση και η δημόσια κήρυξη τέτοιας λογής φιλοσοφιών.

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...