Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ ΕΑΥΤΟΣ (ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 13ο)

ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 13ο

ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 13ο
ENEKEN periodiko
Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ  ΕΑΥΤΟΣ
του Πέτρου Θεοδωρίδη 


αποσπασμα 

Η προσωπική ταυτότητα δεν αποτελεί κάτι το δεδομένο όπως π.χ η ταυτότητα ορισμένων αντικειμένων: Ως ταυτότητα με τον εαυτό προϋποθέτει αυτοσυνείδηση, δηλαδή αναστοχαστική αναδίπλωση. Με αυτή την έννοια η προσωπική μας  ταυτότητα, ορίζεται ως ''ο εαυτός όπως αναστοχαστικά κατανοείται από το πρόσωπο με όρους προσωπικής βιογραφίας'
Ο Vladimir Jankelevitch  μας υπενθυμίζει  τις δυσκολίες αυτού πού ο Καντ ονόμασε «κάθοδο στη κόλαση της γνώσης ΄του εαυτού »«πρέπει να πούμε, πως δεν βλέπουμε σχεδόν ποτέ τους ίδιους μας τους εαυτούς αντικειμενικά διότι σε όλες μας τις εικόνες αυτό το βλέμμα ΄το δικό μας βλέμμα΄ μας καταδιώκει , βλέμμα που κατά κάποιο τρόπο αποτελεί το στίγμα της ίδιας του της λειτουργίας, δηλαδή το στίγμα του υποκειμένου Είναι απολύτως αδύνατον  να πει ένας άνθρωπος αυτό που σκέπτεται, ή μονάχα να το ξέρει, αν βλέπει τον εαυτό του να σκέπτεται »Ο Friedrich Nietzsche την αυτοπαρατήρηση του εαυτού την περιγράφει ως ονειροπόληση πάνω στη ράχη ενός τίγρη.«Ας φαντασθούμε για λίγο τον εαυτό να κοιτά τον εαυτό του, την συνείδηση να αυτόπαρατηρείται. Το κλειδί το πέταξε:κι αλίμονο στην ολέθρια εκείνη περιέργεια που κατάφερε να κοιτάξει κάποτε μέσα από μια σχισμή έξω και κάτω από το δωμάτιο της συνείδησης και που τώρα διαισθάνθηκε ότι ο άνθρωπος στηρίζεται στο άσπλαχνο, στο αδηφάγο, στο αχόρταγο ,στο δολοφονικό, μέσα στην  αδιαφορία της αγνοίας του, ονειροπολώντας κατά κάποιο τρόπο πάνω στη ράχη ενός τίγρη»



Η εαρινή σύναξις των φασιστών στη Δανία

Ο Ενοικος: και να που Ξηλωθηκαμε σαν το Παλιο Πουλοβερ και μια φωνή απο ψηλά μας λεει :game oVER

Ο Ενοικος: και να που Ξηλωθηκαμε σαν το Παλιο Πουλοβερ και μια φωνή απο ψηλά μας λεει :game oVER

MHNYMAL Γιώργος Μακρής: η Τέχνη είναι Διάρρηξη Πριν από 3 ώρες

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Diego Rivera

Βερολίνο 1928: Χίτλερ, ένας «κλόουν» που τον αποθεώνουν τα πλήθη . Ανδημοσιευση απο Ροιδη αρχική πηγη:: Blog «Ενθέματα» .



του Ντιέγκο Ριβέρα 
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ “ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ”
μετάφραση: Χρήστος Κεφαλής
Ντιέγκο Ριβέρα, Παναμερικάνικη ενότητα, 1940 (απόσπασμα). Ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και ο Στάλιν εικονίζονται μέσα σε ένα αεριώδες δέντρο. Από εκεί βγαίνει το οπλισμένο χέρι του φασισμού, το οποίο προσπαθεί να το συγκρατήσει η ανθρωπότητα. Ο Στάλιν κρατά ένα μαχαίρι και μια αξίνα, βαμμένη κόκκινη -- αλληγορία για τη δολοφονία του Τρότσκι. Ο Χίτλερ δείχνει τον Στάλιν για να δικαιολογήσει την εξαπόλυση της ναζιστικής βαρβαρότητας, ενώ ο «πρακτικός» Μουσολίνι κρατά ένα μπαλτά. Κάτω από τον Στάλιν διασταυρώνονται οι λέξεις GPU και Gestapo. O Τσάρλι Τσάπλιν εμφανίζεται πάνω από έναν πεσμένο στρατιώτη -- αναφορά στον «Μεγάλο Δικτάτορα». Αριστερά, κάτω από τη σβάστικα ο Χίμλερ, στον οποίο έχουν δοθεί όμως και γνωρίσματα αμερικανού ανθρώπου των μήντια.
Τις επόμενες μέρες κυκλοφορεί ο πέμπτος τόμος του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη, με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στον φασισμό. Προδημοσιεύουμε αποσπάσματα από το κείμενο του μεγάλου μεξικανού ζωγράφου Ντιέγκο Ριβέρα (περιέχεται στο My Art, my Life: an autobiography, Dover 1991), που αναφέρεται στην επίσκεψή του στο Βερολίνο του 1928 και τη «γνωριμία» του με τον Χίτλερ.
***
Μια επιδημία τρέλας είχε εξαπλωθεί στη χώρα. Την αισθάνθηκα σε δύο ξεχωριστές, φαινομενικά άσχετες περιπτώσεις.
Μια νύχτα ο Μίντσενμπεργκ, μερικοί άλλοι φίλοι και εγώ μεταμφιεστήκαμε και, με πλαστά πιστοποιητικά, παρακολουθήσαμε την πιο εκπληκτική τελετή που έχω δει ποτέ. Πραγματοποιήθηκε στο δάσος του Γκρούνβαλντ, κοντά στο Βερολίνο.
Πίσω από μια συστάδα δέντρων, στη μέση του δάσους, εμφανίστηκε μια παράξενη πομπή. Οι πορευόμενοι άνδρες και γυναίκες φορούσαν λευκούς χιτώνες και στεφάνια από ιξό, το τελετουργικό φυτό των δρυίδων. Στα χέρια τους κρατούσαν πράσινα κλαδιά. Ο ρυθμός τους ήταν αργός και τελετουργικός. Πίσω τους, τέσσερις άνδρες μετέφεραν έναν αρχαϊκό θρόνο στον οποίο καθόταν ένας άνθρωπος που αναπαριστούσε το θεό του πολέμου, τον Βόταν. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν άλλος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πάουλ φον Χίντεμπουργκ! Ντυμένος με αρχαία ενδυμασία, ο Χίντεμπουργκ ύψωσε μια λόγχη στην οποία ήταν χαραγμένα δήθεν μαγικά γράμματα του ρουνικού αλφάβητου. Το κοινό, εξήγησε ο Μίντσενμπεργκ, εκλάμβανε τον Χίντεμπουργκ ως μετενσάρκωση του Βόταν. Πίσω από τον Χίντεμπουργκ εμφανίστηκε ένας άλλος θρόνος, τον οποίο κατείχε ο Στρατάρχης Λούντεντορφ, ο οποίος εκπροσωπούσε τον θεό του κεραυνού, Τορ. Πίσω από τον «θεό» συνωστιζόταν ένας συρμός πιστών που αποτελούνταν από διακεκριμένους χημικούς, μαθηματικούς, βιολόγους, φυσικούς και φιλοσόφους. Όλα τα πεδία της γερμανικής «κουλτούρας» εκπροσωπήθηκε στο Γκρούνβαλντ εκείνο το βράδυ.
Η πομπή σταμάτησε, και άρχισε η τελετή. Για αρκετές ώρες, η ελίτ του Βερολίνου τραγουδούσε και κραύγαζε προσευχές και τελετές από το βαρβαρικό παρελθόν της Γερμανίας. Εδώ ήταν η απόδειξη, αν κάποιος τη χρειάζεται, της αποτυχίας δύο χιλιάδων ετών ρωμαϊκού, ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι αυτά που έβλεπα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια μου.Κανείς ανάμεσα στους γερμανούς αριστερούς φίλους μου δεν μπορούσε να μου δώσει κάποια ικανοποιητική εξήγηση για την παράξενη αυτή διαδικασία. Αντ’ αυτού, προσπάθησαν να ξεμπερδέψουν κοροϊδευτικά, αποκαλώντας τους συμμετέχοντες «τρελούς». Ως σήμερα, προβληματίζομαι με τη συλλογική τους έλλειψη αντίληψης. Ενθυμούμενος αυτό το όργιο στεγνής μέθης και ντελίριου, στάθηκε αδύνατο να φανταστώ και τον ελάχιστα ευαίσθητο θεατή να αντιπαρέρχεται ό,τι είχα δει μόνο ως μια ακίνδυνη μασκαράτα.
Λίγες μέρες αργότερα, είδα τον Αδόλφο Χίτλερ να απευθύνεται σε μια μαζική συγκέντρωση στο Βερολίνο, δίπλα σε ένα κτίριο τόσο τεράστιο που καταλάμβανε το σύνολο του οικοδομικού τετραγώνου, τα κεντρικά γραφεία του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ένα προσωρινό ενιαίο μέτωπο ήταν τότε σε ισχύ ανάμεσα στους ναζί και τους κομμουνιστές, ενάντια στους διεφθαρμένους ρεφορμιστές και τους σοσιαλδημοκράτες.
Η πλατεία ήταν κυριολεκτικά πλημμυρισμένη με 25-30.000 κομμουνιστές εργάτες. Ο Χίτλερ ήρθε με συνοδεία περίπου χιλίων ανδρών. Διέσχισαν την πλατεία και σταμάτησαν κάτω από ένα παράθυρο, από το οποίο παρακολουθούσαν οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ήμουν μεταξύ τους, έχοντας προσκληθεί από τον Μίντσενμπεργκ, που βρισκόταν στα δεξιά μου. Στα αριστερά μου στάθηκε ο Τέλμαν, γενικός γραμματέας του Κόμματος. Ο Μίντσενμπεργκ εξηγούσε τα σχόλιά μου στον Τέλμαν, και μετέφραζε την ομιλία του Χίτλερ σε μένα.
Οι κομμουνιστές φίλοι μου έκαναν κοροϊδευτικές παρατηρήσεις για τον «αστείο ανθρωπάκο» που επρόκειτο να εκφωνήσει τον λόγο στη συγκέντρωση, και θεωρούσαν εκείνους που τον θεωρούσαν απειλή δειλούς ή ανόητους.
Καθώς ετοιμαζόταν να μιλήσει, ο Χίτλερ ορθώθηκε άκαμπτα, σαν να περίμενε να διογκωθεί και να γεμίσει το μεγάλο αγγλικό στρατιωτικό αδιάβροχό του ώστε να μοιάζει με γίγαντα. Στη συνέχεια, έκανε ένα νεύμα για να επικρατήσει σιωπή. Μερικοί κομμουνιστές εργαζόμενοι τον αποδοκίμασαν, αλλά μετά από λίγα λεπτά όλο το πλήθος σώπασε απολύτως.
Καθώς ζεστάθηκε, ο Χίτλερ άρχισε να ουρλιάζει και να κουνά τα χέρια του σαν επιληπτικός. Κάτι σ’ αυτόν ανατάραξε, φαίνεται, το βάθος της ψυχής των ομοεθνών του, γιατί μετά από λίγο ένιωσα ένα περίεργο μαγνητικό ρεύμα μεταξύ αυτού και του πλήθους. Ήταν τόσο βαθύ που, όταν τελείωσε, έπειτα από δύο ώρες ομιλίας, επικράτησε μια στιγμή πλήρους σιγής. Ούτε καν οι ομάδες της κομμουνιστικής νεολαίας, που είχαν εντολή να τον γιουχάρουν, δεν το έκαναν. Και τότε, η σιωπή έδωσε τη θέση της σε ένα τεράστιο, εκκωφαντικό χειροκρότημα από όλη την πλατεία.
Καθώς έφευγε, οι οπαδοί του Χίτλερ έκλεισαν τις γραμμές γύρω του με όλα τα σημάδια της αφοσιωμένης πίστης. Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γελούσαν σαν σχολιαρόπαιδα. Όσο για μένα, ήμουν τόσο χαμένος και προβληματισμένος, όπως όταν είχα δει το παρακμιακό τελετουργικό λίγες μέρες πριν στο Γκρούνβαλντ. Δεν μπορούσα να δω τίποτα για να γελάσω. Αισθάνθηκα πραγματικά βουτηγμένος στη θλίψη.
Ο Μίντσενμπεργκ, ρίχνοντας μια ματιά σε μένα, ρώτησε: «Ντιέγκο, τι τρέχει με σένα;».
«Αυτό που τρέχει», του είπα, «είναι ότι με κατακλύζει ένα προαίσθημα. Το προαίσθημα ότι, αν οι ένοπλοι κομμουνιστές άφηναν σήμερα στον Χίτλερ να φύγει ζωντανός, θα μπορούσε να ζήσει για να κόψει τα κεφάλια και των δυο συντρόφων μου σε λίγα χρόνια».
Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γέλασαν δυνατά. Ο Μίντσενμπεργκ με επαίνεσε για τη ζωηρή φαντασία που είχα ως καλλιτέχνης.
«Θα πρέπει να αστειεύεσαι», είπε. «Δεν άκουσες τον Χίτλερ να μιλά; Δεν κατάλαβες, από όσα σου μετέφραζα, τι ανοησίες έλεγε;».
Του απάντησα: «Μα αυτές οι ανοησίες γεμίζουν επίσης στα κεφάλια των ακροατών, αλαλιασμένων από την πείνα και το φόβο. Ο Χίτλερ τους υπόσχεται μια αλλαγή, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική και επιστημονική. Λοιπόν, θέλουν αλλαγές, και μπορεί να είναι σε θέση να κάνουν ακριβώς ό,τι λέει, αφού έχει όλα το καπιταλιστικό χρήμα πίσω του. Μ’ αυτό μπορεί να δώσει τροφή στους πεινασμένους Γερμανούς εργάτες, να τους πείσει να πάνε με το μέρος του και να στραφούν ενάντια σε εμάς. Επιτρέψτε μου να τον πυροβολήσω εγώ τουλάχιστον. Θα αναλάβω την ευθύνη. Είναι ακόμα εντός εμβέλειας».
Μα αυτά τα λόγια μου έκαναν τους γερμανούς συντρόφους να ξεσπάσουν σε ακόμα δυνατότερα γέλια. Αφού ξεράθηκε στο γέλιο, ο Τέλμαν είπε: «Φυσικά, είναι καλύτερα να έχεις κάποιον πάντα έτοιμο να βγάλει από τη μέση τον κλόουν. Μην ανησυχείτε, όμως. Σε λίγους μήνες θα έχει τελειώσει, και τότε θα είμαστε σε θέση να πάρουμε την εξουσία».
Αυτό μου προκάλεσε μονάχα ακόμα μεγαλύτερη θλίψη, και εξέφρασα ξανά τους φόβους μου. Τώρα πια όμως ο Μίντσενμπεργκ δεν χαμογελούσε. Είχε παρακολουθήσει τον Χίτλερ, που βρισκόταν σχεδόν στην άλλη άκρη της πλατείας. Παρατήρησε ότι ο κόσμος τον χειροκροτούσε ακόμα. Πριν φύγει από την πλατεία, ο Χίτλερ έκανε το ναζιστικό χαιρετισμό. Αντί για αποδοκιμασίες, το χειροκρότημα γιγαντώθηκε. Ήταν σαφές ότι ο Χίτλερ είχε κερδίσει πολλούς οπαδούς ανάμεσα στους αριστερούς εργαζόμενους. Ο Μίντσενμπεργκ ξαφνικά έγινε χλωμός κι έπιασε το χέρι μου.
Ο Τέλμαν κοίταξε έκπληκτος και τους δύο μας. Χαμογέλασε αδύναμα και χάιδεψε το κεφάλι μου. Στα ρώσικα, που ακούγονταν βαριά με τη γερμανική προφορά του, είπε, «Νιτσεβό, νιτσεβό» (Δεν είναι τίποτα, απολύτως τίποτα).
Η τρελή φαντασία του καλλιτέχνη επιβεβαιώθηκε αργότερα πικρά. Τόσο ο Τέλμαν όσο και ο φίλος μου Μίντσενμπεργκ ήταν ανάμεσα στα εκατομμύρια των ανθρώπων που θανατώθηκαν από τον «κλόουν» που είχα παρακολουθήσει στην πλατεία εκείνη την ημέρα.
[πηγή: Blog «Ενθέματα»]

o Αντόρνο (ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΙΜΟΡΦΩΣΗΣ)




o Αντόρνο (ΘΕΩΡΙΑ ΤΗς ΗΜΙΜΟΡΦΩΣΗΣ)λέει “Ημιμόρφωση είναι μια αδυναμία ως προς το χρόνο, ως προς τη μνήμη, μέσω της οποίας μόνο ήταν δυνατή στη συνείδηση η σύνθεση των αντικειμένων εμπειρίας, την οποία άλλοτε εννοούσε η μόρφωση. . ''
Επίσης :“Τα παρανοϊκά συστήματα της ημιμόρφωσης είναι βραχυκύκλωμα διαρκείας.” …

Νόαμ Τσόμσκι: Δέκα τεχνικές για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης

Νόαμ Τσόμσκι: Δέκα τεχνικές για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης

 

8. Η τεχνική του να ενθαρρύνεις το κοινό να αρέσκεται στη μετριότητα
Συνίσταται στο να παρακινείς το κοινό να βρίσκει «cool» ό,τι είναι ανόητο, φτηνιάρικο και ακαλλιέργητο.

Διακοπή κάθε εργασίας της “Ελληνικός Χρυσός ΑΕ” στις Σκουριές!

s
Σχολιάζοντας, εκ μέρους της εκτελεστικής γραμματείας, την εντολή του Δασαρχείου Αρναίας για άμεση διακοπή κάθε εργασίαςστις Σκουριές από την ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ Α.Ε.“, η συνεκπρόσωπος τύπου των Οικολόγων Πράσινων, Ελεάννα Ιωαννίδου, έκανε την ακόλουθη δήλωση:
 «Οι Οικολόγοι Πράσινοι συγχαίρουμε τους υπαλλήλους του Δασαρχείου Αρναίας, γιατί, μέσα σε ένα κλίμα βίας και φόβου που ενορχηστρώθηκε από οργανωμένα συμφέροντα, υπερασπίστηκαν, ως όφειλαν, το περιβάλλον και τη νομιμότητα.  Θα συνεχίσουμε να στεκόμαστε δίπλα στους ανθρώπους της Χαλκιδικής που επιμένουν να περιφρουρούν τα συλλογικά αγαθά απέναντι σε ένα πελατειακό πολιτικό σύστημα που πλέον καταρρέει».

ενα αξιοπροσεκτο παλαιοτερο αρθρο του Νικόλα Σεβαστάκη στην Ελευθεροτυπία : ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΟΥ ΧΩΡΟΥ

 

 πηγη

 http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=138344

 

Μαχητές του μεσαίου χώρου

«Ρε συ, αυτοί οι Γότθοι δεν είχαν γλώσσα». Σχόλιο εκφωνητή σε ραδιοφωνικό σταθμό της Θεσσαλονίκης.
Ξαναπιάνω το νήμα προηγούμενου κειμένου για το φαινόμενο μιας νέας πολιτισμικής Δεξιάς. Επαναλαμβάνω την υπόθεση: όσο λοιπόν γιγαντώνεται η αίσθηση ότι «χάνουμε τον έλεγχο» στον σκληρό πυρήνα της πολιτικής μας ύπαρξης και των βιοτικών μας σχεδίων τόσο πιο ευάλωτοι γινόμαστε σε διάφορες εκδοχές «πολιτισμικού πολέμου». 

Σε μια τέτοια περίπτωση νομίζω ότι πρέπει να εντάξουμε και τον εθνικισμό του αφρού που εμφανίζεται κατά διαστήματα ως υποκατάστατο κάποιου αντιστασιακού φρονήματος, μαγική αναπλήρωση των μαχών που έπρεπε να δοθούν και φυσικά δεν δόθηκαν. Ας δούμε για παράδειγμα την περισσή αγανάκτηση που προκάλεσε η κυνική και εξυπνακίστικη πρόκληση κάποιων συντακτών του «Focus». 

Σε μια χώρα στην οποία μεγάλο κομμάτι της ηλεκτρονικής και έντυπης δημοσιότητας ακολουθεί το φωτεινό μονοπάτι της εφημερίδας «Espresso», τον συνδυασμό δηλαδή επαρχιακού life style και ξιπασμένης εθνικοφροσύνης, η εθνική μας αγανάκτηση σημαδεύτηκε από μια ομόλογη ανοησία: ένα κράμα πολιτισμικής αλαζονείας, βάναυσου ισοπεδωτισμού και άσχετου με την περίσταση αντι-ναζισμού.
Τα τελευταία χρόνια αντίστοιχης κοπής κράματα και υβρίδια φτιάχνουν μια δημόσια γνώμη που ισχυρίζεται ότι στρέφεται «κατά της νέας τάξης πραγμάτων». Υπάρχει μια πλευρά της δημοκρατίας της γνώμης που πιστεύει στα σοβαρά ότι εκφράζει την ψυχή του απλού Ελληνα απέναντι στην προδοσία των ελίτ, σε μια παρακμιακή ιθύνουσα τάξη πολιτικών και διανοουμένων. Περιέργως όμως για «κίνημα αντίστασης», η γλώσσα και οι εμμονές του συγκεκριμένου νεφελώματος συγκινούν μεγάλο κομμάτι των πολιτών νέου τύπου, των ανθρώπων του περίφημου μεσαίου χώρου. Αυτοί οι πολίτες είναι πάνω από όλα ρεαλιστές στο πεδίο της οικονομίας και της πολιτικής. Πρώτη και βασική τους έγνοια είναι η σταθερότητα, η κοινωνική γαλήνη, η εγκατάλειψη των κοινωνικών συγκρούσεων και διαιρέσεων. Είναι οι πρώτοι που θα αισθανθούν ανακούφιση από το τέλος των απεργιών, των αντικοινωνικών, όπως λέγεται, διαδηλώσεων, των αναχρονιστικών περισπασμών στη λειτουργία της καθημερινότητας. Συγχρόνως όμως, φέρονται πανέτοιμοι να δώσουν φανταστικές μάχες κατά της αλλοτριωμένης παγκοσμιοποίησης, που την αντιλαμβάνονται όπως περίπου μια μασονική στοά, το εβραϊκό λόμπι ή τους Ιλουμινάτι και τους Ροδόσταυρους. Μπορούν έτσι να είναι ενδοτικοί νοικοκυραίοι στην οικονομία και την πολιτική αλλά εξεγερμένοι και ονειροπότες στον «πολιτισμό». Γι' αυτό και σπεύδουν να απλουστεύσουν μια σύνθετη πραγματικότητα για να δουν σε αυτήν τον πόλεμο των Γερμανών κατά της Ελλάδας, τον φθόνο και την εκδικητικότητα του Δυτικοευρωπαίου για τον ξεχωριστό τρόπο ζωής και τις αξίες του Ελληνα. Προσφεύγουν έτσι σε μια μυθολογία απολύτως συμμετρική με αυτή που καλλιεργεί το «υπερμοντέρνο» τμήμα των ελίτ: αν οι υπερμοντέρνοι εξιδανικεύουν πάντα μια έλλογη, ικανή να λύνει προβλήματα, ευπρεπισμένη και κόσμια Δύση, οι άλλοι εθελοτυφλούν ως προς τα κρυμμένα χαρίσματα και τις μύχιες ποιότητες του ελληνικού τρόπου. 

Οι υπερμοντέρνοι παραβλέπουν τις παθολογίες της Δύσης και τις νοσηρές όψεις του διεθνικού εμπορευματικού-τεχνοκρατικού πολιτισμού. Και την ίδια στιγμή το «αντιστασιακό» κομμάτι του μεσαίου χώρου απολαμβάνει μια εξίσου ιδεολογική, με την αρνητική έννοια του όρου, ελληνικότητα.
Η καρικατούρα αυτής της διαμάχης αναβιώνει συχνά αντιθέσεις κωμικές: την αντιπαράθεση του ψυχρού Βορρά με το εγκάρδιο βαλκανο-μεσόγειο tempo, την αντίθεση της γκρίζας ευρω-γραφειοκρατίας με το χρώμα του ελληνικού βιώματος, την αντιδιαστολή του κερδώου ατομικισμού με την καθ' ημάς αίσθηση της «παλλόμενης» κοινότητας. Φυσικά τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις δεν έχουν καμία σχέση με την υπαρκτή Ελλάδα, την κοινωνία και τα ενίοτε άγρια ήθη της. Οι οπαδοί της καρικατούρας ανακατεύουν απλώς τα υλικά της υποκειμενικής τους πατριδογνωσίας υποθέτοντας, τελείως αυθαίρετα, ότι απηχεί και το αυθεντικό πνεύμα του λαού και του έθνους. Και βεβαίως η κοινωνική βάση αυτού του ρεύματος πάει πολύ μακρύτερα από τους επίσημους εκφραστές του: βυθίζεται καθημερινά στον άκρατο αυτοθαυμασμό και στον πιο ακατέργαστο ρατσισμό.
Το δυστύχημα με αυτές τις περιοδικές εθνικιστικές εκστάσεις είναι ότι απωθούν την κριτική αμφιβολία και το πνεύμα της ερώτησης. Κατέχονται από τη βεβαιότητα ότι η ουσία του κακού στον κόσμο, αν όχι η καρδιά της νέας τάξης πραγμάτων, είναι μια Θάλεια Δραγώνα, μια Ρεπούση, το τάδε αναγνωστικό, η δείνα δήλωση κάποιου «αποδομιστή». Πάνω σε τέτοια αστεία παραδείγματα στήνουν χορούς επιλεκτικού μίσους, ενώ συγχρόνως είναι μια χαρά συμφιλιωμένοι με τις μικρές και μεγάλες απάτες της έσω Ελλάδας.
Υπάρχει, ωστόσο, έδαφος γόνιμο για την ισχυροποίηση μιας τέτοιας στάσης. Το έχω αναφέρει πολλές φορές: είναι εκείνος ο άλλος κομφορμισμός έτσι όπως εκφράζεται από τη λιτανεία της προσαρμογής και το κόμμα της πενιχρής «ορθολογικότητας». Μιλώ γι' αυτό το κόμμα της λογικής που εμφανίζεται χρόνια τώρα ως ο πιο φανατικός εταίρος της κηδεμονικής εξουσίας της οικονομίας. Πιστεύω ότι αυτή η εκδοχή μιας δογματικής ορθολογικότητας ευνοεί την αποσκίρτηση των ταυτοτήτων, τη θεαματική απογείωση των θεωριών συνωμοσίας, τη φυγή προς τον πολιτισμικό εθνικισμό και τη θαλπωρή που παρέχει αυτός στον μελαγχολικό μεσοαστό.

Είμαστε λοιπόν καταδικασμένοι να ζούμε αυτό το διαρκές σφυροκόπημα της ελληνικής ιδεολογίας; Από μια άποψη αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Και υπάρχουν πολλές αιτίες γι' αυτό που η συζήτησή τους υπερβαίνει τα όρια ενός μικρού σημειώματος. Το μόνο που θα ήθελα, προκαταβολικά, να πω είναι ότι ο ιδεολογικός εξωτισμός μιας «χαρούμενης πολυπολιτισμικότητας» δεν συνιστά απάντηση. Ο εθνικός καταστροφισμός δεν αναχαιτίζεται με κάποιο είδος θετικής σκέψης σε αριστερο-φιλελεύθερη συσκευασία. Θα επανέλθω όμως, γιατί το θέμα το απαιτεί. *

Ενα αξιοπροσεκτο ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ 2009 απο τον ΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΊΑς

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=117290




ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ
''Εκτός από χρονιά οικονομικής κρίσης, το 2009 υπήρξε για τα ΜΜΕ και η κατ' εξοχήν «χρονιά της (πολιτικής) βίας». Μπήκε στη σκιά της νεανικής εξέγερσης του Δεκέμβρη, με μια πρωτοχρονιάτικη Αθήνα πλημμυρισμένη από ασφαλίτες λόγω του φόβου επανάληψης των «επεισοδίων» γύρω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο της πλατείας Συντάγματος. Συνέχισε με το επικοινωνιακό ξεσάλωμα περί «κατάρρευσης της τάξης», «γενικευμένης ανασφάλειας», «μεταναστευτικής απειλής» κι «αναβίωσης της τρομοκρατίας», για να καταλήξει στην πανηγυρική νομιμοποίηση της ακροδεξιάς ατζέντας μετά τις ευρωεκλογές του Ιούνη.




Δύο μέτρα, δύο σταθμά



Κατάληξη λίγο πολύ αναμενόμενη, άλλωστε, αφού από τα κανάλια σαν «βία» εκλαμβάνεται κυρίως ό,τι έχει αντικαθεστωτικό πρόσημο ή δεν ταυτίζεται με τις κυρίαρχες ελληνοχριστιανικές αξίες. Ενα ολιγόλεπτο σπάσιμο βιτρινών στο Κολωνάκι παρουσιάστηκε έτσι σχεδόν σαν κήρυξη πολέμου, την ίδια στιγμή που βομβιστικές επιθέσεις και η (απείρως πιο επικίνδυνη για το κράτος δικαίου) ενεργός συνεργασία των σωμάτων ασφαλείας με ένοπλες ναζιστικές συμμορίες περνούσαν απλώς στα «ψιλά».



Γιατί το 2009 αποτέλεσε ορόσημο και από αυτή την άποψη: η ακροδεξιά, φασιστική και ρατσιστική βία σημείωσε αξιοσημείωτη κλιμάκωση, περνώντας από τις διάχυτες βιαιότητες και τα σποραδικά μαχαιρώματα προηγούμενων εποχών σε οργανωμένες επιθέσεις με στρατιωτικές χειροβομβίδες κι αυτοσχέδιους εκρηκτικούς ή εμπρηστικούς μηχανισμούς κατά του πολύμορφου «εσωτερικού εχθρού».



Για πρώτη μάλιστα φορά, μετά το 1974, η συντεταγμένη κρατική εξουσία και τα καθωσπρέπει ΜΜΕ έδειξαν όχι μόνο να ανέχονται, αλλά και να υποθάλπουν συνειδητά αυτό το κύμα της «μαύρης βίας», στις «ηπιότερες» τουλάχιστον εκδοχές του, ως απάντηση στην κρίση νομιμοποίησης και στην απώλεια ελέγχου του «πεζοδρομίου» κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκέμβρη. Το ανοιχτό πατρονάρισμα των ρατσιστικών «επιτροπών κατοίκων» και των χρυσαυγιτών «συμπαραστατών» τους από την ηγεσία του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, με αποκορύφωμα την εμφάνιση ένοπλων παρακρατικών συμμοριών με λοστούς και μολότοφ (!) στο πλευρό των ΜΑΤ, ήταν απλώς η κορυφή του παγόβουνου αυτού του ευρύτερου μετασχηματισμού.



Σε αντίθεση προς την «αριστερή» κι «αντιεξουσιαστική» βία, που μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου παρουσιάζει μια σχετική ύφεση, η «μαύρη» βία εμφανίζει, αντίθετα, σαφείς τάσεις πύκνωσης -με πέρασμα, μάλιστα, από τις «μαζικές» σε όλο και περισσότερες «αντάρτικες» ενέργειες.



Αγνωστο αν αυτό οφείλεται σε αυτονόμηση κάποιων μηχανισμών μετά την τελευταία πολιτική αλλαγή ή στην αυξανόμενη αίσθηση ασυλίας που προσδίδει στους δράστες το ακαταδίωκτο. Οπως επίσης αγνοούμε κατά πόσον αυτοί οι τελευταίοι έχουν εμπνευστεί από το γνωστό βιβλίο του εκπροσώπου τύπου του κ. Μεϊμαράκη στο ΥΠΕΘΑ. Βιβλίο που αναδείχθηκε σε μπεστ σέλερ της ακροδεξιάς την τελευταία τριετία και το οποίο, υπενθυμίζουμε, ευαγγελίζεται την ανάληψη ένοπλης τρομοκρατικής «αντίστασης» απ' τους «εθνικιστές» σε περίπτωση εκλογικής επιτυχίας της κεντροαριστεράς, ως πρώτο βήμα για την ανατροπή των «εθνομηδενιστών» με στρατιωτικό πραξικόπημα (βλ. «Ιό» 2.11.08).



Ημερολόγιο βίας



Το βέβαιο είναι πάντως ότι ο ίδιος ο κ. Χρυσοχοΐδης, που κατά τις πρώτες μέρες της νέας υπουργίας του επιδιδόταν σε λεονταρισμούς απειλώντας όσους υφισταμένους του «σχετίζονται» με τους χρυσαυγίτες, τώρα πια περιορίζεται απλώς σε «διαπιστώσεις» και (αυτοεκπληρούμενες;) προφητείες:''


Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Εργοδότης και υπουργός


Εργοδότης και υπουργός

αποσπασμα 
 . Με τη νέα του ιδιότητα (την οποία πληροφορούμαστε με ειδικό link (http://www.babiniotis.gr/wmt/webpages/index.php) στην ίδια ιστοσελίδα ακριβώς στο σημείο που αναφέρεται η ιδιότητά του ως Προέδρου της Φιλεκπαιδευτικής), εισηγείται με τροπολογία νομοθετική ρύθμιση, με την οποία αφαιρείται από τα υπηρεσιακά συμβούλια ο έλεγχος για τυχόν καταχρηστικότητα της απόλυσης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών από τον εργοδότη τους. Η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδας (ΟΙΕΛΕ) κινητοποιείται με αίτημα την απόσυρση της τροπολογίας αυτής. Είναι προφανές ότι τα προσχήματα δεν τηρούνται, αφού ο κ. Μπαμπινιώτης προσπαθεί να νομοθετήσει αυτό που τον βολεύει ως εργοδότη. Αλλά εδώ, ας υποθέσουμε, ότι μπορούν να τηρηθούν τα προσχήματα με τον κ. Μπαμπινιώτη να έχει εκχωρήσει σε τρίτο το δικαίωμα της υπογραφής. Το αδιανόητο, όμως, είναι ότι δεν τηρείται ούτε και το ίδιο το Σύνταγμα που απαγορεύει στον κ. Μπαμπινιώτη να είναι εργοδότης, μια και στο άρθρο 81 παρ.3 ορίζει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι «οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα των μελών της Κυβέρνησης αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους».

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΧΑΛΚIΔΙΚΗΣ



Εκστρατεία βίας και τρομοκρατίας εξαπέλυσε η εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ» στη Β.Α. ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ

Πέθανε ο Γιάννης Μπανιάς

Πέθανε ο Γιάννης Μπανιάς

enteka: Έντεκα (πράγματα που μ' αρέσουν στη Θεσσαλονίκη – τώρα)

enteka: Έντεκα (πράγματα που μ' αρέσουν στη Θεσσαλονίκη – τώρα)
 img772

XYZ Contagion Ιστορικό/πολιτικό κουΐζ: Ποιός ήταν ο εμπαθής και φανατικός Κνίτης που αναστάτωσε το συνέδριο των ιστορικών στο Λονδίνο το 1978;;;



Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Για την κοινότητα της σκέψης σύμφωνα με τον Giorgio Agamben του Μωυσή Μπουντουρίδηαναδημοσίευση από το http://thrymmata.blogspot.com και Angelus Novus

Για την κοινότητα της σκέψης

Για την κοινότητα της σκέψης
σύμφωνα με τον Giorgio Agamben

του Μωυσή Μπουντουρίδη
αναδημοσίευση από το http://thrymmata.blogspot.com/2007/08/giorgio-agamben.html



Η έννοια του Μαρξ του “γενικού νου” [i] είναι ήδη ευρύτατα διαδεδομένη και σ' αυτό σίγουρα συνετέλεσαν οι θεωρητικές επεξεργασίες στη δεκαετία 1990 του περιοδικού Futur Antérieur και ιδιαίτερα η δουλειά του Paolo Virno. Βέβαια, ο τρόπος που, ειδικότερα, οι Negri και Hardt στήριξαν πάνω στο “γενικού νου” την από πολλούς αμφισβητούμενη θεωρία τους για την αμετρησιμότητα της αξίας στην εποχή της μετα-φορντικής άυλης εργασίας έχει συγκεντρώσει αρκετές επιφυλάξεις και προβληματισμούς. Όμως, η ιδέα της συλλογικής κοινότητας στις προϋποθέσεις της διανοητικής διαδικασίας αλλά και στα αποτελέσματά της, στα υλικά έργα της διανοητικής προσπάθειας, έχει πολύ μεγάλη σημασία στη σημερινή εποχή, που ο νεοφιλελευθερισμός απειλεί με διάλυση την οποιαδήποτε κοινότητα στην παραγωγή και τη χρήση σχεδόν όλων των δημόσιων αγαθών, από τους θεσμούς της παιδείας, της κοινωνικής ασφάλειας και προστασίας, ως τα επιτεύγματα της τέχνης, της γνώσης και της επιστήμης. Όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται, τόσο το υλικό της σκέψης, της γλώσσας και της γνώσης, όσο κι οι δημιουργίες που απορρέουν από αυτό, δεν μπορούν να αποδοθούν σε ένα μόνο απομονωμένο και μονήρη νου, αλλά αποτελούν τα προϊόντα μιας περισσότερο ή λιγότερο συλλογικής σύνθεσης μεταξύ διάφορων πολλαπλών παραγόντων και συντελεστών, που μεσολαβούν και συνδυάζονται για την υλοποίησή τους. Αντίθετα, όμως, ο νεοφιλελευθερισμός θέλει να ιδιωτικοποιήσει και, για παράδειγμα, να βάλει πατέντες σε προϊόντα συλλογικού πνευματικού έργου, όπως είναι το λογισμικό του υπολογιστή ή οι βιοτεχνολογικές καινοτομίες. Επομένως, είναι πολύ σημαντική η κατανόηση των προϋποθέσεων, των συνθηκών και των συνεπειών της συγκρότησης του κοινού στοιχείου, του κοινού χώρου, της κοινότητας, δηλαδή, όλων αυτών που συναποτελούν κάτι το κοινό μέσα στη ή σαν απόρροια της δράσης ή της εργασίας ή της δημιουργίας των ανθρώπων. 

Κι από αυτή την άποψη, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο διαπραγματεύεται το ζήτημα του κοινού ο Ιταλός φιλόσοφος Giorgio Agamben, όπως φαίνεται στο απόσπασμα από ένα μεγαλύτερο κείμενό του που ακολουθεί. Βασικά ο Agamben εστιάζεται στο κοινό, στην κοινότητα, της σκέψης των ανθρώπων, όχι με την έννοια του συγκεκριμένου αντικείμενου της σκέψης (αφού προφανώς όλοι δεν σκέφτονται το ίδιο πράγμα) ούτε με την έννοια των ειδικών τρόπων συλλογιστικής (γιατί ούτε πάλι όλοι σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο), αλλά της στοιχειώδους ιδέας τής σκέψης ή για τη σκέψη, που είναι η νόηση της ουσίας της σκέψης, των πραγματικών δυνατοτήτων της.

Για το σκοπό αυτό, ο Agamben ξεκινά από τη θεωρία του Αριστοτέλη ότι ο νους (ως το υποκείμενο της σκέψης) έχει αφενός τη δική του υλικότητα κι αφετέρου τη δική του λογική, σύμφωνα με την οποία διαμορφώνει τα ιδιαίτερα πορίσματά του. Βέβαια, για τον Αριστοτέλη, η υλικότητα του νου για να είναι καθαρά πνευματική (κι όχι συγκεκριμένη κι απτή “ύλη”), αναγκαστικά πρέπει να είναι μια δυνητική υλικότητα, η οποία θα στερείται των οποιωνδήποτε διακριτικών ιδιοτήτων, που θα τη συγκεκριμενοποιούσαν, δηλαδή, υποχρεωτικά πρέπει να είναι απλώς μια δυνατότητα του νου, η οποία θα του επιτρέπει να σκέφτεται πάνω στη διανοητική υπόσταση οτιδήποτε τον απασχολεί. Επιπρόσθετα όμως, ο Agamben υιοθετεί τις θέσεις της μεσαιωνικής Ισλαμικής φιλοσοφίας των Αράβων σχολιαστών του Αριστοτέλη, όπως του Αβερρόη (Averroes) –αλλά κι άλλων, όπως τους Alfarabi, Avicenna κ.λπ.–, σύμφωνα με τις οποίες η διανοητική υλικότητα και η λογική του νου είναι χαρακτηριστικά, που πρέπει να γίνουν κατανοητά στο υπερ-ατομικό ή στο δι-ατομικό επίπεδο –μάλιστα, για την Ισλαμική φιλοσοφία, ακόμη και στις κοσμολογικές τους ρίζες. Με λίγα λόγια, ο Agamben όχι μόνο συμφωνεί με τον Αριστοτέλη ότι αυτό που υπάρχει δυνητικά προηγείται αυτού που πραγματοποιείται στην πραγματικότητα, αλλά και δέχεται την πεποίθηση του Αβερρόη ότι ο τρόπος ύπαρξης της διανοητικής δυνητικότητας δεν μπορεί παρά να είναι εξωατομικός και συλλογικός, όπως άλλωστε το είχε ισχυρισθεί κι ο Δάντης. Η σημασία του φιλοσοφικού δρόμου που ακολουθεί ο Agamben είναι ιδιαίτερα παραδειγματική. Αντί να αναζητήσει την ιστορική γενεαλογία των ιδεών του Μαρξ, ο Agamben παίρνει μια ιδέα του Μαρξ (το γενικό νου, εν προκειμένω) και επιστρατεύει μια βασική φιλοσοφική έννοια (εν προκειμένω, τη δυνητικότητα), μέσω της οποίας η ιδέα του Μαρξ μπορεί να διαρθρωθεί εννοιολογικά με προηγούμενες ιδέες (εν προκειμένω, του Αβερρόη), και με τον τρόπο αυτό να επικυρωθεί φιλοσοφικά. 



Poussin, Et in Arcadia Ego 

Απόσπασμα από τη “Μορφή Ζωής” του Giorgio Agamben [ii]

Ονομάζω σκέψη το νοητικό σύνδεσμο, που συγκροτεί τις μορφές της ζωής μέσα σ’ ένα αδιαχώριστο πλαίσιο σαν την ίδια τη μορφή-ζωής [iii]. Μ’ αυτό, δεν εννοώ την ατομική ενάσκηση ενός οργάνου ή μιας ψυχικής ικανότητας, αλλά μάλλον μια εμπειρία, ένα πείραμα, που έχει σαν αντικείμενό του τον δυνητικό χαρακτήρα της ζωής και του ανθρώπινου πνεύματος. Το να σκεφτόμαστε δεν σημαίνει μόνο ότι επηρεαζόμαστε απ' αυτό ή εκείνο το πράγμα, απ' αυτό ή εκείνο το περιεχόμενο μιας πραγματοποιημένης σκέψης, αλλά μάλλον ότι επηρεαζόμαστε ταυτόχρονα από την ίδια τη δική μας επιδεκτικότητα να βιώνουμε σε κάθε ένα και σε όλα τα πράγματα της σκέψης την καθαρή δύναμη να σκεφτόμαστε. (“Όταν η σκέψη γίνεται κάτι, όπως ο άνθρωπος που πραγματικά γνωρίζει θεωρείται ότι κάνει [...] η συνθήκη της είναι πλέον μια συνθήκη δυνητικότητας [...] και τότε μπορεί η σκέψη να συλλογιστεί τον εαυτό της”) [1]. Μόνον αν δεν υλοποιώ πάντα κι αποκλειστικά τη δράση, αλλά μάλλον είμαι παραδομένος σε μια δυνατότητα και σε μια δύναμη, μόνον αν, κάθε στιγμή που ζω και σχεδιάζω και αντιλαμβάνομαι, είναι η ίδια η ζωή και τα ίδια τα σχέδια κι οι ίδιες οι αντιλήψεις αυτά που διακυβεύονται –μόνον αν, με άλλα λόγια, υπάρχει η σκέψη–, μόνο τότε μπορεί μια μορφή ζωής να γίνει, λόγω του ότι η ίδια αποτελεί ένα γεγονός και μια πραγματικότητα, μια μορφή- ζωής, μέσα στην οποία ποτέ δεν μπορεί να απομονωθεί κάτι σαν τη γυμνή ζωή.Το βίωμα της σκέψης, που συζητάμε εδώ, είναι πάντα το βίωμα μιας κοινής δύναμης. Η κοινότητα κι η δύναμη αλληλοπροσδιορίζονται χωρίς να αφήνουν κανένα υπόλοιπο, γιατί σε κάθε δύναμη ενυπάρχει μια αρχή της κοινότητας, σαν αποτέλεσμα του υποχρεωτικά δυνητικού χαρακτήρα που έχει η οποιαδήποτε κοινότητα. Μεταξύ όντων, που θα μπορούσαν να υλοποιήσουν πάντα κι αποκλειστικά τη δράση, που θα μπορούσαν να ήταν πάντα κι αποκλειστικά αυτό ή εκείνο το πράγμα, αυτή ή εκείνη η ταυτότητα, και που θα είχαν ήδη εξαντλήσει πλήρως τη δύναμή τους σ' αυτά τα πράγματα και σ' αυτές τις ταυτότητες– μεταξύ τέτοιων όντων δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμιά κοινότητα, αλλά μόνο συμπτώσεις και πραγματολογικοί διαχωρισμοί. Μπορούμε να επικοινωνούμε με τους άλλους μόνο μέσω αυτού που σε μας –όσο και στους άλλους– έχει παραμείνει δυνητικό, και κάθε επικοινωνία (ακριβώς όπως το αντιλαμβάνεται ο Benjamin για τη γλώσσα) είναι πρώτα απ' όλα η επικοινωνία όχι κάποιου κοινού πράγματος, αλλά της ίδιας της δυνατότητας για επικοινωνία. Άλλωστε, αν υπήρχε ένα και μόνο ένα ον, θα ήταν απολύτως ανίσχυρο. (Γι' αυτό το λόγο, οι θεολόγοι διαβεβαιώνουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από το τίποτε (ex nihilo), δηλαδή, χωρίς καμία δύναμη. Κι όταν είμαι ικανός να κάνω κάτι, πάντα είμαστε ήδη πολλοί (όπως όταν, αν υπάρχει μια γλώσσα, δηλαδή, η δυνατότητα της ομιλίας, τότε δεν μπορεί να υπάρχει ένα και μόνον ένα ον που να τη μιλά). Για το λόγο αυτό, η σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία δεν ξεκινά με την κλασική σκέψη, με την οποία οι συλλογισμοί κι οι θεωρίες είχαν γίνει μια ξεχωριστή και μονήρης δραστηριότητα (“εξορία του μοναχικού στη μοναξιά”), αλλά μάλλον μόνο με την παράδοση του Αβερρόη, δηλαδή, με τη σκέψη του ενός και του μοναδικού νου, που μπορεί να υπάρχει και να είναι κοινός σ' όλα τα ανθρώπινα όντα, και αποφασιστικό βήμα της αποτέλεσε η διαβεβαίωση του Δάντη –στο De Monarchia– ότι μέσα σε κάθε δύναμη της σκέψης ενυπάρχει μια πολλαπλότητα, ένα πλήθος: “Είναι φανερό ότι το βασικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων είναι ότι κατέχουν τη δυνητικότητα ή τη δύναμη να είναι νοήμονες. Κι αφού αυτή η δύναμη δεν μπορεί να υλοποιηθεί πλήρως σε ένα μόνον άνθρωπο ή σ' οποιαδήποτε από τις ειδικές κοινότητες των ανθρώπων, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, θα πρέπει να υπάρχει μια πολλαπλότητα [ένα πλήθος] στην ανθρωπότητα, μέσα απ’ την οποία να μπορεί να υλοποιείται ολόκληρη αυτή η δύναμη [...]. Το πρέπον έργο της ανθρωπότητας, θεωρούμενης ως ένα όλο, είναι να ασκεί συνεχώς την πλήρη ικανότητά της για διανοητική εξέλιξη, πρώτα, σε θεωρητικά ζητήματα και, δευτερευόντως, ως επέκταση της θεωρίας, στην πράξη” [2]. Η διάχυτη διανοητικότητα, για την οποίαν ομιλώ, και η μαρξιανή έννοια του “γενικού νου” [3] αποκτούν τη σημασία τους μόνο μέσα από τις προοπτικές αυτής της εμπειρίας. Είναι αυτές που ονοματίζουν την πολλαπλότητα-πλήθος, multitudo, κάτι το οποίο ενυπάρχει μέσα στη δύναμη της σκέψης σαν τέτοια. Η διανοητικότητα κι η σκέψη δεν αποτελούν μια μορφή-ζωής μεταξύ άλλων, στις οποίες η ζωή και η κοινωνική παραγωγή συναρθρώνονται, αλλά μάλλον είναι η μοναδιαία δύναμη, που συγκροτεί την πολλαπλή μορφή ζωής. Αντιμέτωπες με την κρατική εξουσία, η οποία μπορεί να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της μόνο διαχωρίζοντας με κάθε έννοια τη γυμνή ζωή από τη μορφή της, αποτελούν τη δύναμη η οποία ακατάπαυστα επανενώνει τη ζωή με τη μορφή της ή εμποδίζει την αποσύνδεσή τους. Η πράξη του διαχωρισμού μεταξύ της απλής μαζικής εγγραφής της κοινωνικής γνώσης μέσα στις παραγωγικές διαδικασίες (εγγραφής που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη φάση του καπιταλισμού, την κοινωνία του θεάματος) και της διανοητικότητας ως ανταγωνιστικής δύναμης και μορφής-ζωής –μια τέτοια πράξη περνά μέσα από την εμπειρία αυτής της συνοχής κι αυτής της αδιαχωρισιμότητας. Η σκέψη είναι μορφή-ζωής, είναι ζωή που δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη μορφή της –κι οπουδήποτε εμφανίζεται η στενή σχέση αυτού του αδιαχώριστου, στην υλικότητα των σωματικών διαδικασιών και των συνήθων τρόπων ζωής κι όχι μόνο στη θεωρία, εκεί και μόνο εκεί υπάρχει η σκέψη. Και είναι αυτή η σκέψη, αυτή η μορφή-ζωής, η οποία, εγκαταλείποντας τη γυμνή ζωή στον “Άνθρωπο,” που κάποτε τον ντύνουν σαν “Πολίτη” και τον αναπαριστούν με τα “δικαιώματά” του, πρέπει να γίνει η έννοια οδηγός και το μοναδιαίο επίκεντρο της επερχόμενης πολιτικής. 

Σχόλια
[i] Να μια δική μου μετάφραση του σχετικού χωρίου του Μαρξ: “Η φύση δεν κτίζει καμιά μηχανή, καμιά ατμομηχανή, κανένα σιδηρόδρομο, κανέναν ηλεκτρικό τηλέγραφο, καμιά αυτόματη κλωστική μηχανή κ.λπ. Αυτά είναι τα προϊόντα του ανθρώπινου κόπου –φυσικά υλικά μετασχηματισμένα σε όργανα της ανθρώπινης βούλησης πάνω στη φύση ή της ανθρώπινης συμμετοχής μαζί με τη φύση. Είναι όργανα του ανθρώπινου μυαλού, δημιουργήματα των ανθρώπινων χεριών –η δύναμη της αντικειμενοποιημένης γνώσης. Η ανάπτυξη του σταθερού κεφάλαιου υποδηλώνει σε ποιο βαθμό η γενική κοινωνική γνώση έχει γίνει μια άμεση δύναμη παραγωγής και σε ποιο βαθμό, επομένως, οι συνθήκες της διαδικασίας της ίδιας της κοινωνικής ζωής έχουν περιέλθει κάτω από τον έλεγχο του γενικού νου κι έχουν μετασχηματισθεί σύμφωνα μ’ αυτόν” (Μαρξ, Grundrisse, σελ. 706, αναφορά [3] πιο κάτω). 
[ii] Giorgio Agamben, Means Without End: Notes on Politics, μετάφρ. Vicenzo Binetti & Cesare Casarino, Minneapolis: University of Minnesota Press, 2000.
[iii] Πιο πάνω ο Agamben ορίζει: “Με τον όρο μορφή-ζωής, από την άλλη μεριά, εννοώ τη ζωή, που δεν μπορεί ποτέ να ξεχωρίσει από τη μορφή της, τη ζωή, στην οποία είναι αδύνατο να απομονώσουμε κάτι σαν γυμνή ζωή”. Εδώ, με τη “γυμνή ζωή,” ο Agamben μάλλον εννοεί τη γενική ή αφηρημένη ιδέα της ζωής.
[1] Αριστοτέλης, Για τη Ψυχή, στο The Complete Works of Aristotle, τόμος 1, Jonathan Barnes (επιμ.), Princeton University Press, 1984:682-83.
[2] Dante Alighieri, On World Government, μετάφρ. Herbert W. Schneider. Indianapolis: Liberal Arts Press, 1957:6-7.
[3] Karl Marx, Grundrisse: Foundations of the Critique of Political Economy, μετάφρ. Martin Nicolaus. New York: Random House, 1973:706.

Ξαναδιαβάζοντας το “Δοκίμιο για τη Γνώση και τον Γνωστικισμό” του Θ.Λίποβατς

Ξαναδιαβάζοντας το “Δοκίμιο για τη Γνώση και τον Γνωστικισμό” του Θ.Λίποβατς


Ημερολόγιο ανάγνωσης (26-28 Μαρτίου 2012)
Ι
«Ο Λακάν συμφωνεί ως προς αυτό με τον Παύλο…»
(…) Ο Λακάν συμφωνεί ως προς αυτό με τον Παύλο ότι δεν υπάρχει μια απλή δικαίωση δια των έργων: κανείς δεν δικαιώνεται μόνον μέσα από την εκπλήρωση του χρέους απέναντι στον Νόμο, αλλά πρέπει να υπάρξει μετάνοια εκ μέρους του υποκειμένου, ο προσανατολισμός άνευ όρων προς τον λόγο του απόλυτου Άλλου -μόνον τότε μπορούν  να αποκτήσουν οι πράξεις του ένα νόημα(…).
ΙΙ
«Το μίσος ενάντια στον Άλλο είναι αυτό που κυριαρχεί στη Γνώση»
(…) Το μίσος ενάντια στον Άλλο είναι αυτό που κυριαρχεί στη Γνώση: είναι το μίσος και η μνησικακία ενάντια στο Θεό που έφτιαξε «ατελή» τον κόσμο. Έτσι ο άνθρωπος απορρίπτει κάθε δική του ευθύνη για τα εγκόσμια και δεν βλέπει ότι η «ατέλεια» του κόσμου, η έλλειψη, είναι η προϋπόθεση για να πραγματοποιήσει δημιουργικά την ελευθερία του, επωμιζόμενος τις ευθύνες και το χρέος του απέναντι στον Άλλο: τον Θεό και τον άλλον άνθρωπο, όλους τους άλλους ανθρώπους.
ΙΙΙ
Η φονταμενταλιστική αθεΐα και η σύμπλευση (νεο)γνωστικών και παγανιστών
(…)όσο πιο φανατικά επιτίθενται οι αθεϊστές ενάντια στις μονοθεϊστικές θρησκείες, τόσο πιο πολύ ενισχύουν τους φονταμενταλιστικούς μονοθεϊστές, αλλά και ευνοούν την αναβίωση της Γνώσης και του παγανισμού(…).
Δείτε και:

ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΑΛΕΑΣ-ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ .wmv

Ρολοϊ Κομπολοϊ

Η αμαρτια (μου)

  
Καθως γλιστραμε μες τη νεα χιλιετια
κι η Ελλαδιτσα μας γλιστρα στην επαιτεια

και πορευομαστε στον πάτο κι στον τελικο χαμό
τις αμαρτιες που χω κανει θα σας ΠΩ:

(να μαθουν ολοι οι αφεντες της Ερωπης
πως στην Ελλάδα μας γινονοτανε της Ποπης
κιοταν αυτοι μασουσαν δενδρων Βαλανιδια
εμεις εδω τους γραφαμε ολους στα απίδια ….)

Η αμαρτια που θα ακουσετε σε λίγο
(τωρα που η Μερκελ μας….. (συνεχιζεται)
…………………………………………………….
απο παλια ξεκινησε αυτη η αμαρτια
τοτε που ολοι ειμασταν εν πληρη απαρτια

και ειμασταν αμολυντοι και είμασταν Ωραιοι
-και μην κοιτας που γιναμε του Βαρναλη Μοιραιοι -

Ξεκινησε απο παλια ,τα Χρονια του εξήντα
και τωρα που πατησαμε για τα καλά τα ηντα

με νοσταλγια βλέπουμε τα, του εξηντα ,χρόνια

η αμαρτια ξεκινά. που θελουμε, αιώνια

τα χρόνια που μασταν παιδια ,κοντα τα παντελόνια
με ματωμένα γονατα ,με ξυλινα σπαθιά

-τωρα η μνημη χαθηκε ,μπηκαμε στα βαθια ,
σε αναμνησεις -ονειρα που γινονται εφιαλτες

και να που εντελει γιναμε , του Χρονου μας οι Αλτες ..

Τι ελεγα , το ξεχασα . Α ! για την αμαρτια
που ξεκινά ηδονικά σαν την επιθυμια..
σαν μυρωδια Βρεγμένης γης , σαν το Ψηλό χορταρι
σαν τοτε που το πετυχες στο ζαρι το εξάρι

Η αμαρτια ξεκινά,
απο την περιεργεια
τι αραγε να βρισκεται πισω απο την κουρτινα;
τι να κρυβει το σκοτάδι,
τι μας Υποσχεται -ξανά αυτο το ΒΡΑΔΥ;
ευτυχισμένη βολτα στα σοκακια,
Ναι ! καποτε ειμασταν κι εμεις, Παιδάκια
κοιταζαμε τις Νυχτες το Φεγγαρι
Βουλιαζαμε μες το Ψηλό χορταρι,
κιαυτό που τωρα λέμε Αμαρτια,
τοτε τ’αγγιζαμε εν πληρη απαρτία
και ηταν -τοτε η Αγάπη.
Ομως τρεχαμε
Ημασταν παιδια
Ολο τρεχαμε …..
Υστερα καποτε
Επεσα και στραμπουληξα το πόδι
και τοτε ηρθε η ενοχή
για τη αμαρτια .
Η ενοχή παραμονευει οταν καπου κανεις ενα λάθος
οταν αφηνεσαι να κολυμπας στο πάθος..
κι αρχιζεις
να σκαλιζεις
να ανασηκώνεις τα λιθαρια
να διαλυεις το πετρινο σπιτι
να ψαχνεις πισω απο την Κουρτινα
να αναζητάς την Θεική τη Ινα …
————————————————
συνεχιζεται

  1. αμαρτια ειναι το Ριγος οταν ανακαλύπτεις την αληθεια
    οταν ο τρομος σου κτυπά τα στηθεια
    οταν μπροστα σου βλέπεις την σκληροτη
    οταν γκρεμιζεις στο γκρεμό σου ολη τη νιοτη
  2. αμαρτια ειναι να χανεις το ποδηλατο σου
    οι πρωτες πολυκατοικιες και η πόλη
    να χανεις τους φιλους
    η φτωχεια
    να πανε τον μπαμπα σου φυλακή
    αμαρτία ειναι να βλέπεις την σκληροτη
    εκει στα χρόνια του εξηνταμ’ εβδομήντα
  3. ……και να γλιστρανε
    της βροχής τα δακρυα στο τζαμι
    -ν’αδυνατιζεις ,να μην παιρνεις ουτε δραμι,
    να κλεινεσαι στη σιωπή και να θυμασαι
    να πνιγεσαι στης θαλασσας το κύμα
    να στεκεις με μετωρο το Βημα
    να ακους φωνές των φαντασμάτων σου τα βραδυα
    να χανεσαι μεσα στης μνημης τα σκοτάδια
    να μη θυμασαι πια τόνομα του πατερα
    ναφτερουγιζει η ψυχη σου στον αερα….
  4. αμαρτια ειναι
    να χανεις τ’ονειρο σου
    ειναι
    να σ’αποσπουν απ’τον παραδεισό σου
    να βλεπεις κλειστη την πορτα της Αγάπης
    νο κοντοστεκεσαι στο χειλος αυταπάτης
    ειναι
    να μη μπορεις πιά να γευτεις το καλοκαίρι
    να πέρνει την καρδουλα σου τ’αγέρι….
    ειναι να ακους ηχο βροχής στο τζαμι
    ν’αδυνατιζεις να μη πέρνεις ουτε δραμι.
    χρονια Γυμνά και μολυβένια του εξήντα
    τωρα που πατησα για τα καλά πια τα πενήντα ..
  5. αμαρτια ειναι
    να θυμασαι
    την γευση του ενδοτερου σου κοσμου
    το ειδωλο σου στον καθρεφτη: Εαυτος μου
    κατω απ’τη σαρκα ,σου να βλέπεις τα Οστά σου
    και να γλιστρα μες το μεδουλι απ’τα οστά σου
    η μνημη
    απο
    το Βρεγμένο χωμα .
    το Ψηλό χορταρι, το ξυλινο σπιτι πανω στο δεντρο ,οι παιδικοι σου φιλοι ,το ποταμι
    η αγάπη….
    εκε στα χρόνια του εξηντα
    τωρα που πατησες για τα καλά πια τα πενηντα
    αμαρτια
    ειναι του Χρόνου το Μεδούλι
    ειναι του ολοδικου μας πόνου ,μεροδουλι
    ειναι η μοιρα μας και ειναι η αγάπη
    ειναι της θαλασσας μας το αλάτι
    ειναι το πιο βαθύ εσωτερο μας, Κάτι…..
    ειναι το κυμα μας και ειναι ο Καυμός μας
    της νιοτης μας το μνημα , ο χαμός μας
    ειναι η πιο βαθια,στα ονειρα μας αυταπάτη
    ειναι το μεσα μας ,το Αγρυπνο μας μάτι
    Αμαρτια ειναι …

Alain Badiou-Δυο σεμινάρια για την παραβολή των κρατουμένων στον Λακάν από LeninReloaded/Heroico Desembarazo

Alain Badiou-Δυο σεμινάρια για την παραβολή των κρατουμένων στον Λακάν από LeninReloaded

http://leninreloaded.blogspot.com/2012/01/alain-badiou_3558.html
Alain Badiou-Δυο σεμινάρια για την παραβολή των κρατουμένων στον Λακάν
Alain Badiou
Δύο Σεμινάρια για την παραβολή των κρατουμένων στον Λακάν [1]
Υποκειμενοποιητική προεικόνιση, αναδρομικότητα της υποκειμενικής διαδικασίας
Σεμινάριο 3 Απρίλη, 1978
Η παραβολή των κρατουμένων. — Η μετρική της υποκειμενικής διαδικασίας. — Η υποκειμενοποιητική λειτουργία της βιασύνης. — Μια λογική διάψευση. — Το μη λεχθέν.
1.
Για χάρη της αυτάρκειας του κειμένου θα πρέπει να ανακαλέσω στη μνήμη το ανέκδοτο του οποίου η ερμηνεία θα παγιώσει το ανεξάλειπτο της απόστασής μας από τον επινοητή του, τον Λακάν.
Όσα ακολουθούν θα πρέπει να ληφθούν ως επαγωγές εκ του απειροελάχιστου σημείου [point infime] δια του οποίου το ίδιο περνάει στο άλλο.
Τηρουμένων των αναλογιών, ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι η λειτουργία της ανάγνωσης που θέτω σε κίνηση εδώ είναι συγκρίσιμη με αυτή που ο Μαρξ, προκειμένου να αναγνωρίσει το μέλλον του, εφάρμοσε το 1843 στη φιλοσοφία του δικαίου του Χέγκελ.
Αναφέρομαι στο κείμενο “Ο λογικός χρόνος και η κατάφαση της προεικονιζόμενης βεβαιότητας”, το οποίο θα βρείτε στα Écrits του Λακάν μεταξύ των σελίδων 161 και 175.
Έχουμε εδώ τρεις κρατούμενους στους οποίους ένας δεσμοφύλακας, του σαδιστικού τύπου που εκτρέφεται από τους “πεφωτισμένους” δεσποτισμούς, υπόσχεται ότι θα απελευθερώσει μόνο τον έναν, υπό τον όρο ότι θα καταφέρει να αναδειχτεί νικητής μιας νοητικής δοκιμασίας στην οποία δεν διακυβεύεται τίποτε περισσότερο πέραν των ίδιων των καθαρών δυνατοτήτων του υποκειμένου.
Ως υλικό σ’ αυτή τη διαδικασία χρησιμεύουν τρεις λευκοί και δύο μαύροι δίσκοι. Ένας δίσκος κρεμιέται στην πλάτη κάθε κρατούμενου με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να δει το σημάδι που έχουν οι άλλοι δύο κρατούμενοι, αλλά να αγνοεί το δικό του. Το ζητούμενο είναι ακριβώς να συμπεράνει ποιο είναι το δικό του κρίνοντας από τα άλλα δύο, με κάθε διαγωνιζόμενο να έχει πληροφορηθεί ότι υπάρχουν στο σύνολο πέντε δίσκοι, τρεις λευκοί και δύο μαύροι. Ο κρατούμενος θα δώσει σινιάλο ότι έχει βρει την απάντηση με το να βαδίσει προς την έξοδο. Φυσικά, θα ερωτηθεί αργότερα σε ό,τι αφορά την αυστηρά λογική φύση του συμπεράσματός του.
Μπορούμε να δούμε ότι αυτή η δοκιμασία απαιτεί από το άτομο να ταυτοποιήσει το διακριτικό σημείο [trait différentiel] (μαύρο ή λευκό) που το σημαδεύει και έτσι να κατακτήσει, μέσω της συμβολικής πράξης εξόδου του, το στάτους του ελεύθερου υποκειμένου.
Είναι σημαντικό το γεγονός ότι η λύση αυτή εμφανίζεται από το σημείο του Άλλου (των δύο άλλων), ο οποίος είναι ο αποκλειστικός κάτοχος κάθε συλλογιστικής υπόθεσης.
Το παιδαριώδες αυτό παιχνίδι είναι συναρπαστικό. Δεν είναι ουσιώδες, αν η εργατική τάξη είναι να γίνει το υποκείμενο μιας κομμουνιστικής πολιτικής, να μάθει πώς να αντλεί από την εμπειρία της και μόνο το διακριτικό της οικουμενικότητας που σημαδεύει την αθλιότητά της; Και δεν πρέπει, σε κάθε αποφασιστικό βήμα της ζωής μας, να αναλαμβάνουμε να στοιχηματίσουμε πάνω σε ένα όνομα, σε μια πράξη, σε ένα κλέος [gloire], το τεκμήριο της ύπαρξης των οποίων μπορούμε να αποκτήσουμε μόνο από τους άλλους; Τότε έρχεται ο καιρός που πρέπει να τους ξεπεράσουμε αρχίζοντας από την πεποίθηση ότι είναι ίδιοι και αντλώντας το συμπέρασμά μας για το τι μας σημαδεύει βασιζόμενοι στον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι ίδιοι θα βάλουν σε εφαρμογή ένα πανομοιότυπο συμπέρασμα.
Σαν για να υπογραμμίσει το γεγονός ότι είναι από το Ίδιο που πρέπει να εκπορεύεται η πιθανή ανωτερότητα του ενός-ανάμεσα-στους-άλλους, ο δεσμοφύλακας κρεμάει έναν λευκό δίσκο ανάμεσα στους ώμους του καθένα από τους τρεις κρατούμενους.
Καθένας τους λοιπόν βλέπει δύο λευκούς δίσκους.
Η κεντρική λογική διαδικασία είναι λοιπόν η ακόλουθη: “Βλέπω δύο λευκούς δίσκους. Αν είχα ένα μαύρο δίσκο, οι άλλοι αναπόφευκτα θα έβλεπαν έναν λευκό και έναν μαύρο δίσκο. Θα έλεγαν τότε στον εαυτό τους: ‘Βλέπω έναν μαύρο και έναν λευκό δίσκο. Αν είχα μαύρο δίσκο, τότε αυτός που έχει λευκό θα έπρεπε να βλέπει δύο μαύρους. Εφόσον γνωρίζει ότι υπάρχουν στο σύνολο δύο μαύροι δίσκοι, θα συμπέραινε αμέσως ότι αυτός έχει τον λευκό. Έτσι, θα είχε ήδη αρχίσει να βαδίζει προς την έξοδο. Όμως κανείς δεν κουνιέται, άρα έχω λευκό δίσκο’. Και έτσι, θα άρχιζαν να βαδίζουν προς την έξοδο. Αλλά δεν κινήθηκαν. Άρα, εγώ έχω λευκό δίσκο.”
Παραβλέψτε προς στιγμή την αρχική σύγχυση που ίσως σας προκαλεί αυτή η κατάσταση. Θα ξεκαθαριστούν όλα βήμα-βήμα.
Ας κρατήσουμε το γεγονός ότι αυτή η λογική διαδικασία, που βασίζεται στην ιδέα “βλέπω δύο λευκούς δίσκους” είναι η ίδια και για τους τρεις κρατούμενους, αφού όλοι βλέπουν δύο λευκούς. Έτσι, αρχίζουν όλοι να βαδίζουν προς την έξοδο την ίδια στιγμή.
Τι μας λέει μετά ο Λακάν; Ότι αυτό το αρχικό βάδισμα ακυρώνει το συμπέρασμά τους. Γιατί; Αν ο Α, τη στιγμή που αρχίζει να βαδίζει, βλέπει ότι ο Β και ο Γ κάνουν το ίδιο, τότε δεν μπορεί πλέον να συμπεράνει κάτι, εφόσον η λογική του διαδικασία περιελάμβανε την υπόθεση της ακινησίας των άλλων δύο ως αποφασιστικό επιχείρημα.
Έτσι, και οι τρεις θα παγώσουν, με την ίδια ανησυχία για το ότι βιάστηκαν να φτάσουν στο συμπέρασμα.
Αλλά ο καθένας τους, βλέποντας ότι σταματούν και οι άλλοι δύο, θα ανακαλέσει άμεσα την υποτιθέμενη ανάκληση της υπόθεσής του. Γιατί αν είχαν δει έναν μαύρο και έναν λευκό δίσκο, οι άλλοι δύο δεν θα είχαν λόγο να σταματήσουν. Αν σταματούν, είναι για τον ίδιο λόγο που σταματώ και εγώ: έχουν δει δύο λευκούς και είναι ανήσυχοι εξαιτίας του πιθανού προεικονισμού της βεβαιότητάς τους.
Και έτσι και οι τρεις θα ξανάρχιζαν να βαδίζουν.
Εδώ τελικά αποκτούμε —σύμφωνα με τον Λακάν— πέντε καταστατικούς χρόνους σε ό,τι αφορά την παραγωγή της βεβαιότητας, οι οποίοι περιοδοποιούν αυτό το οποίο αξίζει πλήρως το όνομα υποκειμενική διαδικασία — που είναι, ως αναμενόμενο, διυποκειμενική:
1. Την ακίνητη αναμονή κατά τη διάρκεια του περάσματος του χρόνου που είναι απαραίτητος για το συμπέρασμα, και τον οποίο υποθέτω ότι και ο άλλος χρειάζεται για να διαμορφώσει την εξαγωγή των συμπερασμάτων εκείνων στο τέλος των οποίων, αν εγώ είχα ένα μαύρο δίσκο, θα πήγαινε κατευθείαν στην έξοδο. Αυτός είναι ο χρόνος της κατανόησης.
2. Το βήμα μπροστά με το οποίο αποφασίζω για το σημάδι που φέρω εγώ. Αυτός είναι ο χρόνος του συμπεράσματος.
3. Την αναπαράσταση μιας πιθανής βιασύνης, με δεδομένο ότι οι άλλοι άρχισαν επίσης να κινούνται. Την αναδρομική ανακάλυψη μιας δυνατότητας προεικόνισης της βεβαιότητας.
4. Τη μετρική παύση: τη μετέωρη στιγμή κατά την οποία όλοι ξανασταματούν. Η στάση της παύσης στους άλλους αντικειμενικοποιεί τις υποθέσεις στις οποίες βασίζεται η λογική τους.
5. Την επανέναρξη του βαδίσματος, η οποία χαρακτηρίζεται από μια βεβαιότητα που αυτή τη φορά είναι πλήρως θεμελιωμένη και βάσιμη.
Μπορείτε να δείτε ξεκάθαρα ότι η υποκειμενοποίηση που εμπλέκεται σ’ αυτή τη διαδικασία παραμένει κρυμμένη μέχρι τη στιγμή του συμπεράσματος, — στιγμή η οποία, όπως επιβεβαιώνεται αναδρομικά, έχει στιγματιστεί από μια πιθανή βιασύνη. Εκεί είναι που η πράξη έρχεται στην επιφάνεια ως πλεόνασμα σε σχέση με την άλγεβρα. Μπορώ να στοιχηματίσω μόνο πάνω στον χρόνο του άλλου (στον χρόνο που παίρνει για να καταλάβει), πιεζόμενος από το πραγματικό της κατάστασης — από το γεγονός δηλαδή ότι θα απελευθερωθεί εκείνος μόνο που θα φτάσει πρώτος στην έξοδο: “Το ‘Εγώ’ για το οποίο πρόκειται καθορίζεται μέσα από την υποκειμενοποίηση του συναγωνισμού με τον άλλο, μέσα στη λειτουργία του λογικού χρόνου. Έτσι, μου φαίνεται ότι είναι αυτό που παρέχει την ουσιώδη λογική μορφή (και όχι την ούτως καλούμενη υπαρξιακή μορφή) του ψυχολογικού ‘Εγώ’” (Écrits, σ. 170).
Σύμφωνα με τα λογικά όρια, τα οποία καθορίζουν τον χώρο-θέσης [esplace] υπό τον έλεγχο του δεσμοφύλακα, το έκτοπο [2] εδώ είναι επίσης έκχρονο, ένα πιθανό προβάδισμα, μέσω του οποίου η πράξη, το βήμα μπροστά, προεικονίζει —ίσως!— την καλά εδραιωμένη βεβαιότητα. Είναι ακριβώς αυτή η “λειτουργία της βιασύνης” που διαχωρίζει την υποκειμενοποίηση [3] από την υποκειμενική διαδικασία [4], ενώ την ίδια ώρα την προσδένει στη δεύτερη κάτω από την αιγίδα του νόμου του Άλλου.
Αναλογιστείτε το γεγονός ότι χωρίς εξαίρεση, μια λαϊκή εξέγερση, ακόμα και μία εξέγερση που αποδεικνύεται τελικά νικηφόρα, είναι πάντοτε πρόωρη σε σχέση με την πολιτική διαδικασία που την προετοιμάζει.
Δεν υπάρχει υποκειμενοποίηση χωρίς προεικόνιση, η οποία με τη σειρά της μπορεί να μετρηθεί από την υποκειμενική διαδικασία. Είναι απόλυτα σωστό ότι “αυτό που κάνει την πράξη του συμπεραίνειν να ξεχωρίζει αναφορικά με την υποκειμενική κατάφαση που αναδεικνύει το σόφισμα είναι ότι προεικονίζει την ίδια της τη βεβαιότητα εξαιτίας της χρονικής έντασης με την οποία είναι υποκειμενικά φορτισμένη” (Écrits, σ. 171).
Αναλογιστείτε επίσης ότι η υποκειμενική διαδικασία ανάγεται στην αναδρομική θεμελίωση της υποκειμενοποίησης στα πλαίσια μιας βεβαιότητας που μόνο η υποκειμενοποίηση έχει καταστήσει εφικτή. Διότι τη στιγμή της παύσης, όταν και οι τρεις σταματούν, είναι η βιασύνη των άλλων που επερωτώ και που μου επιστρέφει την ταυτότητά τους.
Τώρα, όλα αυτά είναι απόλυτα αληθή. Όταν ο Μαρξ, ο οποίος κρίνει ότι η Κομμούνα ήταν βιαστική —υποκειμενοποιητική σε ό,τι αφορά την πολιτική της βιασύνη— την κατηγορεί για το ότι δεν προέλασε στις Βερσαλίες, το κάνει για να δείξει αναδρομικά τη φύση της βεβαιότητας (της νίκης) της οποίας η ίδια η βιασύνη θα ήταν φορέας, εφόσον αυτό μπορεί να αποκωδικοποιηθεί από τον άλλο: δηλαδή από την αρχική αταξία και την έκπληξη των κατοικούντων στις Βερσαλίες, και από την δυνατότητα μετατροπής του σφάλματος [défaut] σε λογική [raison] μέσω μιας δεύτερης εκδήλωσης βιασύνης, αυτής της στρατιωτικής επίθεσης κατά των Βερσαλιών. Έτσι η τελευταία θα μπορούσε να εμπλακεί τελικά στην υποκειμενική διαδικασία, δηλαδή, σε μια συνακόλουθη πολιτική κατεύθυνση που αποτελεί και τη μόνη επικύρωση, ως συνεκτικού υποκειμένου, της υπό έκλειψη άλγεβρας [algèbre évanouissante] των μαζών του Παρισιού.
Στην υποκειμενοποίηση, η βεβαιότητα είναι κάτι που προεικονίζεται.
Στην υποκειμενική διαδικασία, η συνεκτικότητα είναι αναδρομική.
Το να κάνεις τη βιασύνη του αγώνα να αποκτήσει συνεκτικότητα: εκεί βρίσκεται όλο το αίνιγμα του υποκειμένου.
2.
Όμως η λακανική ερμηνεία δεν μπορεί να μας εξυπηρετήσει. Το σφάλμα της συνίσταται στο γεγονός ότι προϋποθέτει αυτό που την καθιστά αδύνατη: μια απόλυτη αμοιβαιότητα, μια αυστηρή λογική ταυτότητα ανάμεσα στους τρεις κρατούμενους.
Υποστηρίζω ότι ακόμα και αν οι τρεις είναι πανομοιότυπες λογικές μηχανές, τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν με τον τρόπο που λέει ο Λακάν. Παρακάνοντάς το έτσι με την άλγεβρα, καταργούμε την τοπολογία [5]. Δεν μπορεί τότε να υπάρξει ούτε βιασύνη ούτε αναδρομικότητα ούτε μετέωρος χρόνος.
Ο τίτλος “Λογικός χρόνος” είναι άξιος απορίας διότι αποπειράται να διασχίσει τις ασύμπτωτες συνέπειες του χρόνου, της προεικόνισης, της αιώρησης, της αναδρομικότητας, και των ανακλαστικών αποτελεσμάτων της καθαρής λογικής.
Για να νομιμοποιηθεί αυτός ο τίτλος σε συνάρτηση με ένα σύνολο θέσεων για το υποκείμενο, θα χρειαζόταν κάτι άλλο από τα αξιώματα με τα οποία ρυθμίζει ο Λακάν το παιχνίδι του.
Θα το αποδείξω.
Ας διακρίνουμε μεταξύ τριών συλλογισμών, R1, R2, R3, σε συνάρτηση με τις τρεις υποθέσεις οι οποίες είναι δυνητικά πιθανές στα πλαίσια των κανόνων του παιχνιδιού (βλέπω δύο μαύρους δίσκους, βλέπω έναν μαύρο και έναν λευκό δίσκο, βλέπω δύο λευκούς δίσκους).
R1: Βλέπω δύο μαύρους δίσκους. Αλλά, όπως γνωρίζω, υπάρχουν μόνο δύο μαύροι. Άρα έχω λευκό.
Είναι συλλογισμός που θα αποκαλούσαμε άμεσο. Ο χρόνος της ματιάς.
R2: Βλέπω έναν μαύρο και έναν λευκό. Αν έχω μαύρο, τότε αυτός με τον λευκό βλέπει δύο μαύρους. Άρα, συμπεραίνει από την αρχή βάσει του R1. Στον χρόνο που παίρνει μια ματιά, θα έπρεπε ήδη να έχει ξεκινήσει. Αν δεν ξεκίνησε, δεν έχω μαύρο, έχω λευκό.
Προσέξτε ότι σε αυτό το στάδιο ο R1 εμπεριέχεται εξ ολοκλήρου μέσα στον R2. Μόνο βάσει της υπόθεσης ότι ο άλλος εκτέλεσε τον συλλογισμό R1, την αστραπιαία, διαισθητική σύλληψη του οποίου μπορώ να επικαλεστώ, μπορώ να συμπεράνω ότι αυτός θα έπρεπε να έχει ήδη φύγει απ’ το δωμάτιο.
R3: Βλέπω δύο λευκούς δίσκους. Αν έχω μαύρο, τότε οι δύο άλλοι βλέπουν έναν λευκό και έναν μαύρο. Άρα, χρησιμοποιούν εξ αρχής τον συλλογισμό R2. Θα έπρεπε να έχουν ήδη καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Αν δεν έχουν ήδη φύγει, τότε έχω τον λευκό δίσκο.
Και πάλι, ο R2 εμπεριέχεται στον R3, ο οποίος αρθρώνεται γύρω από το γεγονός ότι αν ο R2 ξεκινούσε την ίδια στιγμή, θα ολοκληρωνόταν πριν προλάβει ο R3 να ολοκληρωθεί, πράγμα το οποίο θα αποτελούσε ένδειξη λόγω ακριβώς της παρουσίας του άλλου (των ανταγωνιστών που αρχίζουν να κινούνται).
Όπως βλέπετε, οι τρεις συλλογισμοί δεν είναι κατά κανένα τρόπο ταυτόσημοι όσον αφορά το αποδεικτικό τους “εύρος”. Στην πραγματικότητα, συνιστούν μια αλυσίδα συμπερίληψης:
R1 ⊂ R2 ⊂ R3
Αν, όπως στην περίπτωση του ανεκδότου μας, όλοι σκέφτονται σύμφωνα με τον R3, είναι τότε προφανές ότι, κατά τη στιγμή της ολοκλήρωσης του R3, η “διάρκεια” του R2 έχει ήδη εξαντληθεί, εφόσον ο R2 είναι εσωτερικό τμήμα του R3.
Τουλάχιστον εφόσον η “ταχύτητα” συλλογισμού είναι η ίδια και για τους τρεις κρατουμένους. Αλλά ο Λακάν προϋποθέτει ρητά αυτή τη λογική ταυτότητα: “ο καθένας τους [...] ταυτίζεται με τον Α από πλευράς πραγματικού, στο μέτρο δηλαδή που καθένας τους καταλήγει ή όχι να αποφασίσει για τον εαυτό του, στο μέτρο που καθένας τους έρχεται την ίδια στιγμή αντιμέτωπος με την ίδια αμφιβολία όπως και εκείνος [ο Α]” (Écrits, σ. 164).
Υπό την προϋπόθεση αυτή, ο συλλογισμός R3 θα είχε όμως καλύψει όλα τα επιμέρους στάδια, δεδομένου του ότι αν ο άλλος συλλογιζόταν σύμφωνα με τον R2 θα είχε ξεκινήσει να κινείται πριν μπορέσω εγώ να ολοκληρώσω τον R3, ο οποίος περιέχει ως τμήμα του τον R2, και έτσι θα μου είχε ήδη παράσχει άφθονες ενδείξεις —αν και πολύ αργά!— ότι έχω πράγματι μαύρο δίσκο.
Αντίθετα, το γεγονός ότι ο άλλος δεν κινείται, εκτός αν κινηθώ εγώ, δεν μπορεί να με οδηγήσει στην αμφιβολία. Ισχύει, μάλιστα, το ακριβώς αντίθετο. Κι αυτό γιατί αποτελεί απλώς ένδειξη ότι ο άλλος συλλογίζεται, όπως κι εγώ, σύμφωνα με τον R3. Κατά συνέπεια, το συμπέρασμά μου, το οποίο ήταν ήδη βέβαιο, απλά και καθαρά επιβεβαιώνεται: πλεοναστική βεβαιότητα, και όχι αιωρούμενη αμφιβολία.
Κάτω από την υπόθεση ότι οι υποκειμενικοί υπολογισμοί είναι ισομορφικοί και ότι έχουμε να κάνουμε με υποκείμενα που είναι από αλγοριθμική σκοπιά ταυτόσημα, μπορεί να υπάρξει μόνο μία και μόνη ταυτόχρονη κίνηση προς τα εμπρός και των τριών προς την έξοδο, η οποία επικαθορίζει τη βεβαιότητα που αντλεί ο καθένας τους από την ολοκλήρωση, και δίχως μάλιστα να απαιτείται προς τούτο κάποια άλλη ένδειξη, του συλλογισμού R3.
Από εκεί και πέρα, θα έχεις ένα και μόνο χρόνο, αυτόν της εκδίπλωσης του R3, μεταβατικό ως προς την καταληκτική πράξη του συμπεράσματος.
Τόσο η περιοδοποίηση της υποκειμενικής διαδικασίας όσο και η υποκειμενοποίηση λοιπόν διαλύονται ταυτόχρονα.
Επειδή δεν υπάρχει βιασύνη.
Φυσικά η περιοδοποίηση είναι ακριβής και η υποκειμενοποίηση υπαρκτή.
Συνεπώς, θα πρέπει να υπάρχει κάτι που δεν λέει ο Λακάν. Αυτό το αποσιωπημένο παραπλήρωμα εντοπίζεται εκεί ακριβώς όπου είναι πλέον αναγκαίο να υποθέσουμε ότι για να διασχίσουμε την χρονική τοπολογία και την υπολογιστική άλγεβρα, για να εξηγήσουμε τη βιασύνη, είναι απαραίτητο να υποστηρίξουμε ότι η ετερογένεια της δύναμης [6] υπερβαίνει την σύνδεση των τόπων [7].
Κάνοντας υπερβολικές παραχωρήσεις στην άλγεβρα, καταλήγουμε στον εκτοπισμό του έκτοπου και στη βεβιασμένη παραμέληση του έκχρονου.
“Με βιάση! Με βιάση! Ν’ ακουστεί ο λόγος του ζωντανού!”
Σεμινάριο 10 Απρίλη 1978
Ποιοτική λειτουργία του καθ’ υπόθεση ηλίθιου. — Η επάνοδος στη σκηνή της δύναμης. — Γειτνιάσεις και υποκειμενοποιητική αναστολή. — Τέσσερις έννοιες, δύο χρόνοι, δύο τροπικότητες.
1.
Γνωρίζουμε τώρα το εξής: είτε ο υποκειμενικός υπολογισμός θα ακολουθεί τον αλγεβρικό κανόνα από την αρχή ως το τέλος, στην οποία περίπτωση δεν θα υπάρχει ούτε προεικόνιση ούτε αναδρομικότητα, είτε θα υφίσταται τόσο μια βιαστική υποκειμενοποίηση όσο και μια υποκειμενική διαδικασία [procès subjectif] της βεβαιότητας· αλλά τότε θα πρέπει να τεθεί εξ αρχής ως υπόθεση το δεδομένο της μη ταυτότητας. Ποιο από τα δύο ισχύει;
Αν όταν ο άλλος αρχίζει να κινείται εγώ σταματήσω, με τη συναίσθηση ότι ίσως βιάστηκα, αυτό συμβαίνει επειδή υποθέτω ότι ενώ εγώ συλλογιζόμουν σύμφωνα με τον R3 ο άλλος ίσως να μην κατάφερε να ολοκληρώσει παρά μόνο τον R2, παρ’ όλο που ο R2 είναι τμήμα του R3.
Στο πεδίο της εμπειρίας περιλαμβάνεται συνεπώς το δεδομένο ότι κάθε υποκείμενο αναγνωρίζει το ενδεχόμενο της μη ταύτισής του με τον οποιοδήποτε άλλο — εν προκειμένω, το γεγονός της ύπαρξης διαφορετικών συλλογιστικών «ταχυτήτων».
Η συναίσθησή μου της βιασύνης προκύπτει εδώ από τη διαπίστωση ότι ο άλλος ενδέχεται να είναι ηλίθιος.
Βλέπετε ότι το ζητούμενο, παρά το ότι μπορεί να υπολογισθεί βάσει του αλγορίθμου (βάσει δηλ. της ταχύτητας εκτέλεσής του), δεν μπορεί τελικά να αναχθεί σ’ αυτόν.
Η αμφιταλάντευσή [halte] μου και, συνεπώς, η όλη περιοδοποίηση της διαδικασίας πηγάζουν από την συνοδεύουσα την πράξη αντίληψη ότι σε κάθε υποκειμενικό καθορισμό υπεισέρχεται πάντα ένα ποιοτικό στοιχείο.
Η βιασύνη μου, η αμφιταλάντευσή μου. Αν εξαλειφθεί το στοιχείο της αμφιβολίας σε ό,τι αφορά την διαφορική ετερογένεια του άλλου, θα είναι τότε αδιανόητη οποιαδήποτε βιασύνη.
Στο σημείο αυτό, βεβαίως, παρουσιάζεται ένα επιπλέον στοιχείο το οποίο, αν και αναπόσπαστο τμήμα του αλγορίθμου, υπακούει σε αρχές που δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του τελευταίου: πρόκειται για το ζήτημα της εγγύτητάς μου στον άλλο, που εδώ αντιστοιχεί στην διαφορά R3-R2, όπου το ενδεχόμενο της νοητικής καθυστέρησης του συναδέλφου μου ως προς την συλλογιστική του ταχύτητα μού επισημαίνει την ανάγκη να τηρήσω στάση επιφύλαξης, εάν τυχόν αυτός αρχίσει πρώτος να βαδίζει.
Ενώ, βεβαίως, το γεγονός ότι αυτός αρχίζει να βαδίζει πρέπει να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της άλγεβρας, μέσω της οποίας συναρτάται προς την δική μου συλλογιστική πορεία, οφείλει ωστόσο να εξεταστεί και από την οπτική της τοπολογίας, η οποία, γύρω από το πεδίο εκδίπλωσης του εν λόγω συλλογισμού, ορίζει ένα σύνολο υποκειμενικών γειτνιάσεων (ταχύτητας, βιασύνης, ηλιθιότητας…), μέσω των οποίων προχωρώ στην αξιολόγηση του άλλου.
Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, πέρα από τη δοκιμασία του αλγορίθμου, ο “συναγωνισμός”, στον οποίο αναφέρεται ο Λακάν, επιβάλλει στο υποκείμενο και την υποχρέωση μιας ποιοτικής προσοχής στο παίγνιο της διαφορικής δύναμης, η οποία συρράπτεται στον συλλογισμό από τη στιγμή που εκείνο που διακυβεύεται είναι η ίδια η πράξη.
Για να το θέσω ακόμα καλύτερα, θα πρέπει να αντιλαμβάνομαι το υποκείμενο — πράγμα που άλλωστε είχα επισημάνει εξ αρχής — ως συνέπεια ενός εξαγνισμού [9] της δύναμης στα πλαίσια της εντατικής προσπάθειας επίλυσης του αλγορίθμου.
Η υποκειμενοποίηση λειτουργεί στα πλαίσια της δύναμης μέσω της οποίας ο τόπος (δηλ. το συμπέρασμα που αντλώ από τον R3) μεταβάλλεται.
Το αφήγημα εκτυλίσσεται με τον τρόπο που υποδεικνύει ο Λακάν, μόνον εφόσον γίνει η παραδοχή ότι υφίσταται ένα πεδίο πιθανών γειτνιάσεων που μεταδίδοντας μια ποιοτική αβεβαιότητα σε όλα τα στάδια του αλγορίθμου παράγει αναγκαστικά την περιοδοποίηση της υποκειμενικής διαδικασίας — τον μετέωρο χρόνο.
Από πού προκύπτει η εμμενής αυτή τοπολογία που έρχεται και διακόπτει έναν αλγόριθμο ο οποίος, χωρίς την παρεμβολή της, θα οδηγούσε απαρέγκλιτα στο αυτόματο και αληθές του συμπέρασμα;
Από το γεγονός ότι ο χώρος θέσης [10] είναι πάντοτε ήδη ο χώρος του υποκειμενικού.
Κάνοντας την υπόθεση ότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο άλλος ενδέχεται να παραπέμπει σε μια διαφορά δύναμης, υπάγω την εμπειρία μου στην έννοια ότι κάθε κατάληψη θέσης αποκαθιστά τον νόμο στη βάση του έκτοπου.
Η ένδειξη της ύπαρξης αυτής της διαφοράς διανοητικής δύναμης θα ήταν η σωτηρία μου, εφόσον, βεβαίως, ο δεσμοφύλακας θα με απελευθέρωνε στο τέλος της νικηφόρου και έλλογης εξόδου μου. Αλλά η διαφορά αυτή θα πρέπει να δομεί εξ αρχής το σύνολο του πεδίου, ως απαραίτητη έννοια του υποκειμένου, ούτως ώστε να δύνανται τα βήματα των ανταγωνιστών μου να σημασιοδοτηθούν ως προειδοποιητική ένδειξη.
Στο πλαίσιο της διαφορικότητας των δυνάμεων το υποκειμενικό προηγείται πάντοτε του εαυτού του.
Η προεικόνιση του υποκειμένου το οποίο τελικά θα με υποκαταστήσει στην κατάσταση βεβαιότητας είναι μόνο δυνατή μέσω της αποτίμησης του άλλου και, πιο συγκεκριμένα, βάσει της παραδοχής ότι το εν λόγω υποκείμενο βρίσκεται ήδη εκεί, ενώ η αναδρομική του θεμελίωση είναι εφικτή μόνο στο μέτρο που αυτό, μέσω των συνεπειών της βιασύνης, θα έχει αποκτήσει, εκ της θέσεώς του, τον έλεγχο της αντίφασης των δυνάμεων.
2.
Τέλος, στο στοιχείο της βιασύνης διακρίνω την εμφιλοχώρηση μιας τοπολογίας στη λειτουργία μιας άλγεβρας. Η συνεκτικότητα του υποκειμένου απορρέει από το γεγονός ότι το υποκείμενο έχει εδραιώσει την αιτία του στο στοιχείο τόσο της αταξίας όσο και της τάξης.
Κι αυτό γιατί ο ηλίθιος ενσαρκώνει μια συλλογιστική αταξία, έτσι δεν είναι;
Όπως λέει ο Μάο: “Είναι έξοχο πράγμα οι ταραχές.” [11] Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι εκεί βρίσκεται το μυστικό της συνεκτικότητας.
Παρ’ όλα αυτά, αν η βιασύνη δεν μπορεί να εξαχθεί ως συνέπεια του αλγόριθμου, αν —όπως υποστηρίζει ο Λακάν— δεν υπάρχει καθαρά λογική λειτουργία της βιασύνης, λόγω του ότι η λειτουργία της είναι τοπολογική, τότε με ποιο τρόπο πρέπει να προσδιοριστεί η δυνατότητά της;
Αν το βήμα του άλλου είναι εκείνο που με παρωθεί στη δυσπιστία, υπενθυμίζοντάς μου το γεγονός ότι ίσως κατέχει μια διαφορετική δύναμη από ό,τι εγώ, αυτό οφείλεται στο ότι δεν το σκέφτηκα νωρίτερα, στο ότι μου ήταν αδύνατο να το σκεφτώ.
Πώς θα μπορούσα, άλλωστε, να το κάνω, αφού η έκταση της διαφοράς μου από τον άλλο, καθοριζόμενη τοπολογικά, δεν υπάγεται σε κανένα σταθερό χρονικό μέτρο, αφήνοντάς με πάντοτε σε απορία, όσον αφορά το αν και κατά πόσο ο καθ’ υπόθεση ηλίθιος κινδυνεύει να χαθεί ακόμα και στις πιο απλές συλλογιστικές υποθέσεις;
Κατά την πρώτη στιγμή της συλλογιστικής μου παύσης, η πεποίθηση για τις διαφορετικές δυνάμεις που εμπλέκονται δεν μου χρησιμεύει σε τίποτα, λόγω του ότι είναι αδύνατο να υπαχθεί σε οποιαδήποτε έλλογη αποτίμηση της εν χρόνω εγγραφής της.
Συνεπώς, είναι σωστό να ξεκινήσω μόλις έχω ολοκληρώσει τον R3, έτσι ώστε η λογική των γειτνιάσεων να λειτουργεί μόνο σε συνάφεια με τα βήματα του άλλου.
Λαμβάνουμε ως δεδομένο ότι η λογική των γειτνιάσεων είναι αναπόσπαστη από το πραγματικό. Η βιασύνη, η οποία δεν συνάγεται λογικά από το συμβολικό, συνιστά την τροπικότητα με την οποία το υποκείμενο υπερβαίνει το συμβολικό, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο του πραγματικού.
Κατ’ αρχάς, το πραγματικό της κίνησης του άλλου, αντί να με κάνει να επιταχύνω, με κάνει να σταματώ.
Αλλά, ουσιαστικότερα, το πραγματικό ορίζει το διακύβευμα, δηλαδή, το ίδιο το υποκείμενο ως ελεύθερο υποκείμενο.
Βιάζομαι για τον απλό λόγο ότι το να είμαι ο πρώτος που θα εξέλθει είναι το μόνο πραγματικό που έχει σημασία. Η πράξη έχει το προβάδισμα έναντι του συλλογισμού.
Βλέπετε, σ’ αυτό το προβάδισμα έγκειται το όλο μυστικό της υποκειμενοποίησης. Όταν ξεσπά η λαϊκή εξέγερση, αυτό δεν οφείλεται ποτέ στο ότι έφτασε η υπολογίσιμη στιγμή της εξέγερσης, αλλά στο ότι δεν αξίζει πλέον να κάνεις οτιδήποτε άλλο απ’ το να εξεγερθείς. Είναι αυτό που έλεγε ο Λένιν: υπάρχει επανάσταση όταν ‘οι από κάτω’ δεν θέλουν να συνεχίσουν όπως πριν και είναι πλέον πασιφανές ότι αξίζει περισσότερο να πεθάνεις όρθιος παρά να ζεις με το κεφάλι σκυμμένο. [12]
Το ανέκδοτο μάς αποκαλύπτει ότι αυτό το οποίο υποκειμενοποιεί είναι η αναστολή ενός αλγόριθμου και όχι η ενεργοποίηση του.
Όσο για την υποκειμενική διαδικασία, ο ρόλος της εξαντλείται στην ανασύσταση της αλληλουχίας από τη σκοπιά της αναστολής. Δεν συνίσταται ποτέ στη διαιώνιση του αλγόριθμου, διότι η είσοδος της δύναμης στη σκηνή καταλύει τον νόμο στον οποίο η δύναμη οφείλει το ότι παραμένει στη θέση που της έχει αντιστοιχηθεί.
Το ίδιο συμβαίνει και με το κόμμα, η πολιτική συνεκτικότητα του οποίου αλλάζει αμετάκλητα μέσω της δοκιμασίας της μαζικής εξέγερσης.
3.
Η βιασύνη είναι διαιρέσιμη.
Μπορώ να εξέλθω, χωρίς καν να χρειαστεί να λάβω υπόψη την ποιοτική διαφορά του άλλου, αφενός μεν επειδή το πραγματικό μου ασκεί αφόρητη πίεση, αφετέρου δε επειδή ο χώρος της τοπολογικής αυθεντίας είναι ανύπαρκτος. Λόγω του πάθους μου για την ελευθερία μπορώ να εμπιστευτώ την τύχη μου στον συντομότερο αλγόριθμο και να μην ανεχτώ καμία αναστολή.
Συμβαίνει κάπως έτσι: κατακυριευμένος από το πραγματικό, που αποκτά τη ζωτική σημασία του διακυβεύματος, επικαλούμαι αποκλειστικά τον νόμο, που όμως αποτυγχάνει να με στηρίξει μέχρι τέλους.
Αν παρακάμψω το αμφίσημο μήνυμα της αναχώρησης του άλλου, τρέχοντας ασθμαίνοντας προς την έξοδο, χωρίς όμως να αξιολογήσω την διαιρέσιμη σημασία αυτού του μηνύματος, τότε χωρίς αμφιβολία υποκειμενοποιώ, αλλά αποκλειστικά και μόνο βάσει των επαγωγών μιας άκαμπτης και άψυχης άλγεβρας. Προσκολλώμαι επίμονα στον R3, παραβλέποντας τη λογική των γειτνιάσεων.
Από μια άλλη άποψη, αναγνωρίζουμε εδώ την αγωνία, την σημαντική αυτή έννοια την οποία έχουμε ήδη παρουσιάσει.
Υπό το πρίσμα της συναφούς υποκειμενικής διαδικασίας ο δεσμοφύλακας θα εμφανιστεί ως εκείνος που κρατάει το κλειδί της ίδιας μου της ύπαρξης. Προς το μέρος του τρέχω ασυλλόγιστα επαιτώντας την απελευθέρωσή μου. Αν, όντως, ο κρετίνος συλλογιζόταν με βάση τον R2, το γεγονός ότι εξαιτίας του θα κατέληγα πάλι πίσω από τα κάγκελα θα έκρυβε μια θλιβερή αλήθεια.
Η αγωνία (ως υποκειμενοποίηση) επικαλείται το υπερεγώ (πράγμα που αντιστοιχεί εδώ στην υποκειμενική διαδικασία).
Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή της βιασύνης, η οποία βρίσκει στήριγμα σε μια στρατηγική προεικόνιση, χωρίς όμως να καταλήγει στη θεμελίωση βεβαιότητας. Στη δεδομένη περίπτωση, αποκτώ στιγμιαίο προβάδισμα στοιχηματίζοντας πάνω στο πραγματικό.
Αν για παράδειγμα, σκεφτώ, ως τοπολόγος, ότι οι ανταγωνιστές μου είναι λίγο πολύ ισάξιοί μου, τότε ο μόνος τρόπος να ξεφύγω είναι να μην περιμένω μέχρι το τέλος της συλλογιστικής διαδικασίας, την οποία, διαφορετικά, θα ολοκλήρωναν την ίδια στιγμή με μένα. Τότε λογαριάζω ότι το πιθανό αναποφάνσιμο της έκβασης είναι εκείνο από το οποίο πρέπει να λυτρωθώ δυνάμει μιας θεμελιώδους υποκειμενικής πίστης στο ότι ο συλλογισμός μου θα ολοκληρωθεί ενώπιον του διευθυντή της φυλακής.
Στο κάτω-κάτω, αυτό και μόνο έχει σημασία.
Η νίκη ανήκει σ’ εκείνον που καταφέρνει να πάρει το πάνω χέρι κάνοντας λογαριασμούς στο γόνατο.
Έχουμε ήδη συναντήσει αυτή την ξαφνική ταλάντευση μέσω της οποίας αναλαμβάνω τον κίνδυνο του πραγματικού, χωρίς όμως να καταφεύγω στην αμετακίνητη χρονικότητα του νόμου: το όνομά της είναι θάρρος.
Οι δύο γενολογικές μορφές της υποκειμενοποίησης είναι η αγωνία και το θάρρος.
Προσέξτε ότι η πράξη παραμένει η ίδια. Η βιασύνη είναι η μορφή του Ενός που αντιστοιχεί στη σχάση αγωνίας/θάρρους. Αλλά οι δύο αυτές υποκειμενικές τροπικότητες αντιδιαστέλλονται μεταξύ τους, στο μέτρο που η αγωνία παρακωλύει τη λειτουργία ενός άκαμπτου νόμου υπό τη δράση ενός πλεονάσματος του πραγματικού, ενώ το θάρρος στοιχηματίζει στο πραγματικό υπό τη δράση ενός προεικονισμένου υπολογισμού.
Στην περίπτωση δε μιας θαρραλέας υποκειμενοποίησης, ο διευθυντής της φυλακής δεν είναι εκείνος από τον οποίο προσδοκώ τη σωτηρία μου. Θα πρότεινα μάλλον ότι η πλεονασματική μου σχέση έναντι κάθε υπολογισμού, ό,τι δηλ. διακινδυνεύω στοιχηματίζοντας πάνω στο πραγματικό, κατισχύει του ίδιου του νόμου. Η πίστη είναι εκείνη που με επαναφέρει στον εαυτό μου, εφόσον θα έχω πλέον αποκτήσει την πεποίθηση ότι στο απώτερο μέλλον η υποκειμενική διαδικασία θα ανασυνθέσει ένα κόσμο στον οποίο ο νόμος οφείλει να μαραζώσει.
Το θάρρος επικαλείται τη δικαιοσύνη.
Είναι κατ’ αυτόν τον τρόπο που οι δύο υποκειμενοποιητικές εκδοχές λαμβάνουν τα ονόματά τους, σε συνάρτηση δηλαδή προς τη διττή υπόσταση της υποκειμενικής διαδικασίας.
Υπάρχουν τέσσερις θεμελιώδεις έννοιες (αγωνία, θάρρος, δικαιοσύνη, υπερεγώ), δύο χρονικότητες (υποκειμενοποίηση, υποκειμενική διαδικασία), και δύο τροπικότητες: η τροπικότητα ψ, η οποία συνδέει την αγωνία με το υπερεγώ, και η τροπικότητα α, η οποία συνδέει το θάρρος με την δικαιοσύνη.
Κατά το μέτρο που συνιστά τοπολογική διασάλευση μιας άλγεβρας, το υποκείμενο υλοποιείται στην πράξη ως σχάση των τροπικοτήτων ψ και α.
Μετάφραση: Αντώνης Μπαλασόπουλος
Σημειώσεις
[1] Σ.τ.Μ: Για την παρούσα μετάφραση χρησιμοποιήθηκε τόσο το γαλλικό πρωτότυπο στο Théorie du sujet, Παρίσι, Seuil, 1982, όσο και, κατ’ αντιπαράθεση, η αγγλική μετάφραση του Bruno Bosteels στο Theory of the Subject, Λονδίνο, Continuum, 2009. Οι ακόλουθες υποσημειώσεις συνιστούν μεταφράσεις αποσπασμάτων από τις εισαγωγικές ορολογικές επεξηγήσεις και υποσημειώσεις του Bosteels από την αγγλική έκδοση. Ευχαριστώ θερμά τον Δήμο Κ. για την πολύτιμη συνδρομή του στην μετάφραση ορισμένων σημαντικών σημείων από τα γαλλικά και για την γενικότερη συμβολή του στην μεταφραστική επιμέλεια του κειμένου.
[2] Έκτοπο (γαλ. horlieu, αγγ. outplace): Πρόκειται για νεολογισμό ή σύνθετη λέξη που βασίζεται στην σύντμηση του hors-lieu, “εκτός τόπου”, ή “εκτός θέσης”, όπως όταν κάποιος είναι hors-jeu, οφσάιντ, στο ποδόσφαιρο. [...] Γενικότερα, το horlieu στον Μπαντιού αντανακλά τη λογική του “μη χώρου” ή non lieu και την διάδρασή του με τα lieux ή τόπους μιας δεδομένης δομής, κάτι που είναι βασικό για τη μετάβαση από τον δομισμό στον μεταδομισμό για γάλλους στοχαστές τόσο διαφορετικούς όσο είναι οι Ρολάν Μπαρτ, Μισέλ Φουκώ, Ζακ Ντεριντά, Ζακ Ρανσιέρ και Μισέλ ντε Σερτώ, πριν αποπολιτικοποιηθεί στην ανθρωπολογική εργασία του Μαρκ Οζέ.
[3] Υποκειμενοποίηση (γαλ., αγγ., subjectivation): Όρος που συνιστά άμεσο και ρητό δάνειο από τον Λακάν για να δηλώσει μια από τις δύο όψεις ή χρονικότητες του υποκειμένου, δηλαδή τον βιαστικό, ελαφρώς υστερικό και συχνότερα βραχύβιο χρόνο της αναστολής και της καταστροφής, ο οποίος σύμφωνα με την Θεωρία του υποκειμένου παίρνει τη μορφή είτε της αγωνίας είτε του θάρρους.
[4] Υποκειμενική διαδικασία (γαλ. processus subjectif ή procès subjectif, αγγ. subjective process): Όρος που συνιστά άμεσο και ρητό δάνειο από τα Écrits του Λακάν για να δηλώσει μία από τις δύο όψεις ή χρονικότητες του υποκειμένου, δηλαδή, τον ανθεκτικό, διαρκή, και συχνότερα επίμοχθο χρόνο της ανασύνθεσης ο οποίος δίνει συνεκτικότητα σε ένα υποκείμενο, είτε με τη μορφή μιας νέας μορφής δικαιοσύνης, είτε με την μορφή του τρομακτικού καλέσματος στην τάξη εκ μέρους του υπερεγώ. Η άλλη στιγμή ή ο άλλος χρόνος του υποκειμένου είναι η υποκειμενοποίηση.
[5] Τοπολογία (γαλ. topique, αγγ. topology): Όρος που χρησιμοποιείται στο Θεωρία του υποκειμένου πρώτον, για να δηλώσει τις αντίστοιχες “τοπολογίες” ή “τοπογραφίες” του Μαρξ και του Φρόυντ για το ταξικό υποκείμενο και για το ασυνείδητο και, έπειτα, για να χαρτογραφήσει τις διαφορετικές λογοθετικές πρακτικές της ‘ηθικής’ στο τελευταίο τμήμα του βιβλίου, που έχει τίτλο Topiques de l’ éthique. [...] Ο Μπαντιού έχει επίσης κατά νου και συζητά ανοιχτά τις τοπολογικές έρευνες του Λακάν κατά τα τελευταία του σεμινάρια. Ίσως να υπάρχει ακόμη μια μακρινή ηχώ της μεγάλης εργασίας στη δομική ανθρωπολογία του Κλωντ Λεβί-Στρως, του Θλιμμένοι τροπικοί.
[6] Δύναμη (γαλ., αγγ., force): Το συμπλήρωμα της ιστορίας στη δομή των επιμερισμένων τόπων, η δύναμη είναι ένας όρος που έρχεται πρώτα από την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ, ο οποίος, στη διάρκεια του επιχειρήματος που αναπτύσσεται στη Θεωρία του υποκειμένου θα φτάσει να σηματοδοτεί αυτό που ο Μπαντιού θα συζητήσει αργότερα συστηματικά με όρους “συμβάντος.” Ήδη στη Θεωρία της αντίφασης, η δύναμη βρίσκεται σε αντίθεση με τον τόπο.
[7] Τόπος (γαλ. lieu, αγγ. place): Το δομικό στοιχείο το οποίο καθορίζει την φύση και ταυτότητα οποιουδήποτε πράγματος, όπως ορίζεται από τον γενικό χώρο των επιμερισμένων τόπων.
[8] Φράση του Σεν-Ζον Περς [Saint-John Perse], από το ποίημα Vents [Άνεμοι], Flammarion, 1968, άσμα δεύτερο. Γαλλικό πρωτότυπο: “Se hâter! Se hâter! Parole de vivant!”
[9] Εξαγνισμός [γαλ. épuration, αγγ. purification, purging]: Όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την διαδικασία μέσω της οποίας η δύναμη —και γενικότερα, το υποκείμενο— επανεπεξεργάζεται το σύστημα τόπων που αλλιώς θα καθόριζει την ταυτότητά της ως αυτή ή την άλλη δύναμη: αυτό ή εκείνο το υποκείμενο. Ο όρος προφανώς θα μπορούσε να μεταφραστεί ως “εκκαθάριση”, αλλά οι σταλινικές αντηχήσεις του όρου, αν και δεν απουσιάζουν ποτέ εντελώς, δεν θα πρέπει να αφεθούν να κυριαρχήσουν στην ερμηνεία του όρου στη Θεωρία του υποκειμένου. Στον Αιώνα, ο Μπαντιού θα συζητήσει τον δρόμο της καταστροφής και του εξαγνισμού, περιλαμβανομένων των σταλινικών του ακροτήτων, σε αντίθεση με τον δρόμο της υφαίρεσης και της ελάχιστης διαφοράς. Ακόμα και εδώ, πάντως, επιμένει ότι ο εξαγνισμός και οι εκκαθαρίσεις, περιλαμβανομένης της αποκήρυξης των προδοτών και της σεχταριστικής άμυνας κόντρα σε παρεκκλίσεις και αιρέσεις κάθε είδους, είναι κοινές πρακτικές σε όλον τον εικοστό αιώνα σε πολλές ομάδες της πρωτοπορίας, από τον σουρεαλισμό υπό την ηγεσία του Αντρέ Μπρετόν στους σιτουασιονιστές υπό την ηγεσία του Γκυ Ντεμπόρ, καθώς και σε ψυχαναλυτικές ομάδες, από τον Φρόυντ στον Λακάν.
[10] Χώρος θέσης (γαλ. esplace, αγγ. splace): Πρόκειται για νεολογισμό ή σύνθετη λέξη που βασίζεται στην σύντμηση του espace de placement, του “χώρου της θέσης”. Μπορεί να εννοηθεί ως σχεδόν συνώνυμο της “δομής” ή ακόμα και της “συμβολικής τάξης”, αν και δεν υπάρχει αυστηρός παραλληλισμός ούτε με τον Αλτουσέρ ούτε με τον Λακάν. Αυτό το οποίο ο Μπαντιού καλεί “κατάσταση της περίστασης” [state of the situation] στο Το Είναι και το Συμβάν και “κόσμο” στο Λογικές των Κόσμων ανταποκρίνονται επίσης χονδρικά στον “χώρο θέσης” στη Θεωρία του υποκειμένου.
[11] Πρόκειται για αναφορά στη διάσημη ρήση με την οποία ο γέρο-Μάο συνήθιζε να αναφέρεται στην διεθνή κατάσταση κατά τη διάρκεια της Πολιτισμικής Επανάστασης. Δημοσιεύτηκε στην Renmin Ribao (Λαϊκή Καθημερινή) στις 9 Νοέμβρη 1967: “Υπάρχει μεγάλη αναταραχή κάτω απ’ τον ουρανό και η κατάσταση είναι έξοχη” [Tianxia da luan, xinghsi da hao]. Η κινεζική έννοια της “αταξίας”, luan, που μπορεί επίσης να αποδοθεί ως “οχλήσεις”, “αναταραχές”, ή “χάος”, συνήθως αποδίδεται ως “ταραχές” [troubles] στα γαλλικά.
[12] Πρόκειται, πιθανότατα, για αναφορά στο φυλλάδιο του 1920 του Λένιν, Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, στον τόμο 31 των Απάντων του: “Ο βασικός νόμος της επανάστασης, ο οποίος και έχει επικυρωθεί από όλες τις επαναστάσεις και κυρίως από τις τρεις ρωσικές επαναστάσεις του 20ου αιώνα, είναι ο εξής: για να λάβει χώρα μια επανάσταση δεν είναι αρκετό για τις εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες να συνειδητοποιήσουν το ανέφικτο του να συνεχίσουν να ζουν με τον παλιό τρόπο και να ζητήσουν αλλαγές· για να λάβει χώρα μια επανάσταση είναι βασικό να μην μπορούν οι εκμεταλλευτές να ζήσουν και να διοικήσουν με τον παλιό τρόπο. Μόνο όταν οι ‘κατώτερες τάξεις’ δεν θέλουν να ζήσουν με τον παλιό τρόπο και οι ‘ανώτερες τάξεις’ δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν με τον παλιό τρόπο μπορεί να θριαμβεύσει η επανάσταση.”
Αρχική δημοσίευση: Radical Desire

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου